Άνοιξα τα χέρια μου στους πέντε δρόμους
κι όμως ούτε μια σταγόνα βροχής
δεν έπεσε στη διψασμένη πέτρα.
Έστησα αφτί ν’ ακούσω,
μα ήταν ο αντίλαλός μου που γύρισε πίσω,
γιατί δε βρήκε πόρτα ανοιχτή.
Κανείς, λέει, δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα.
-Ίσως κάποιοι άλλοι, όχι εμείς.
-Ρωτήστε παραπέρα.
Και δεν άκουσαν το κλάμα, την οχλοβοή;
Και δεν είδαν τον κουρνιαχτό, τη φωτιά, το φονικό;
Και δεν ερμήνευσαν τα σημάδια:
το κακό πουλί που νύχτες έκλαιγε στo κυπαρίσσι,
το κλάμα των σκύλων,
τα κακά ονείρατα;
Δεν είδαν και δεν άκουσαν
αυτά που δεν ήθελαν.
Γιατί αυτή είναι η «δικαιοσύνη»,
η δική τους «δικαιοσύνη»,
όπως εκείνοι την ορίζουν.

Μα ήταν όλοι παρόντες;
…
Σχόλιο από Katerina — 2 Ιουλίου 2008 @ 12:53 μμ |
Οχι κυριε Βαγγελη,δεν ειδαν τον κουρνιαχτο,τη φωτια ,το φονικο……
Κανεις δεν ειδε τιποτα!
Ησυχια,η πολη κοιμαται!
Σχόλιο από ΑΣΠΑ ΗΛΙΑΚΗ ΒΟΛΑΚΑ — 8 Ιουλίου 2008 @ 1:12 πμ |