Ονειροπόλε ταξιδιώτη,
στα σταυροδρόμια βάλε τέλος.
Απώθησε τους ιστούς της αράχνης,
που ‘φαίνουν σου πανί θαμπό
και δες τ’ αγκάθια
που φυτεύουν τα όνειρά σου.
Ποτέ κανείς δε θα το νιώσει
πως το ταξίδι σου αυτό το υστερνό
ήταν ανάγκη αναπνοής γιατί βρισκόσουν
χίλιες οργιές κάτω στης λήθης το βυθό.
Θαρρώ πως βρήκες μια στάλα ήλιο στο χιόνι,
δροσιά νερού στην κάψα του καλοκαιριού
μα σώριασες τείχη αιώνων
που σε κρατούσαν απρόσβλητο
μες στης ζωής τον πηγαιμό.
Στο λιθαράκι των ερειπίων
στήσε χορό από αρχής
και χτίσε δίχως έξαρση το τείχος
για να μπορείς ξανά να ισορροπείς.
Φτωχός εγώ, φτωχός κι ο ταξιδιώτης
κι είναι μια θλίψη αν σκεφτείς
πως είναι και οι δύο ένας μόνο
μέσα στη δύση μια σκιά που προχωρεί.
