Άγονη γραμμή

2 Μαρτίου 2008

«Καμε καλό και άστο…»

Filed under: Μπερβανάκης Μανόλης — Άγονη Γραμμή @ 11:12 μμ
Tags:

Τον καιρό τση Τουρκοκρατίας τα κάτω μεριά τα κρατούσανε οι αγάδες, και οι γ’ εδικοί μας εφουριαρεύανε στα καντούνια και το’ ακριγιάδες*.
Με το μπόλεμο του Δασκαλογιάννη στα 1770 οι Σφακιανοί σηκώσανε μπαϊράκι στο Σουλτάνο και αρχινήξανε να ξεσηκώνουνται απ’ σάλες τσι μπάντες. Εγινήκανε πολλά ανταμώματα στο μιτάτο του Δασκαλογιάννη κι ακουστήκανε ούλες οι φωνές, ώστε να καταλήξουνε στον ξεσηκωμό. Ο «Δάσκαλος» περίμενε συδρομή από το «ξανθό γένος», μ’ αυτή την έφτασενε ποτε’ τση. Ετσά οι Σφακιανοί μπήκανε στον μπόλεμο μοναχοι ντωνε, με την κατάληξη του Δασκαλογιάννη στα χέρια των Τούρκων. Αυτοί του φερθήκανε μπαμπε’σικα και τόνε γδάρανε ζωντανό στο κάστρο. Ο «Δάσκαλος» εβάστηξενε* ούλο το βάρος του αγώνα.
Οι γ’ ειδικο ντου δεν εκάτσανε με σταυρωμένα τα χεριά. Εκάνανε γιουρούσια στα τουρκοχώρια και εξεκληρίζανε*, για αντεκδίκηση τσι Τούρκους.
Σ’ ε’να τέτοιο μακελειό* ο μπάρμπα Γιάννης ο Σισανές*, ξερακιανός άντρας, μακρε’ς, στιβαρός*, με μεγάλη καρδιά μέσα ντου, όντενε εμακελεύανε μια τουρκική φαμελιά, του παντήχνει ένα τουρκάκι πέντε-έξι χρονών. Το μαχαίρι ντου έσταζενε το αίμα των Οικολογιών του και το κοπέλι έτρεμενε σύγκορμο χλωμιασμένο σαν τα κίτρινα φάδια.
Το λυπήθηκενε και το πρεμάζωξενε στο κονάκι ντου και το ανάθρεφενε μαζί με τα δικά του κοπέλια.


Τα ξεδιαφωτίσματα ο μπάρμπα Γιάννης έπαιρνενε το τουρκάκι στα οζά και το ‘χενε ουλημέρα κοντά ντου και έτρωενε ε’να κομμάτι ψωμί μαζί με τα δικά ντου στο μιτάτο…
Τ’ αποσπέρας που απόσωνε στο σπιτικό ντου τ’ αποχύνεντονε* η γυναίκα ντου για το αναμαζωξιάρικο*: «Είντα μου τ’ αναμάζωξες, για να με ταραχάς, καεί η ψυχή ντου. Ανάθεμα τσι και δεν μπορώ να τσι θωρώ μπλιο τσ’ αναθεματισμένους».
Για να τηνε μαλακώσει μια ουλιά* ο μπάρμπα Γιάννης με σιργουλιο τση ‘λεγενε: «Κάμε μπρε συ καλό και άστο…».
Ετοότοσας ο διγαυρές* εκράτηξενε χρόνια και το τουρκάκι εξελουμάκιαζενε* με την προστασία του μπάρμπα Γιάννη και τη μουρμούρα τση Γιάννενας, που εδιαολίζεντοντε εκειά που το Οώριενε και επαίζανε τα νεύρα τση σακάζοντας* τον τουρκόσπορο. Όμως ο Γιαννίκος τσ’ έλεγενε ντάι-ντάι: «Κάμε μπρε συ καλό και άστο…».
Η γυναίκα διαολισμένη του αβίσγερνενε: «Κρούψε* το, μπρε, στο φαράγγι να το φάνε οι σκάρες γι ‘ασφεντούριξέ* το σε κιανένα νταύκο*, να μην το θωρώ τ’ αναθεματισμένο. Είντα μου το πρεμάζωξες* και 6ε με φτάνουν τα βάσανα μου».
Εμουρμούριζενε η θεια Γιαννίκενα και ε τάραχου ντο νε.
Το τουρκάκι εμεγάλωνενε τρομοκρατημένο, γιατί έπαιρνενε χαμπάρι τσι καυγάδες τση Γιάννενας και η χολή ντου ήτανε να σκάσει. Ακλούθιενε στον ατσίποδα* το μπάρμπα Γιάννη, γιατί μόνο σε ‘κείνο ει’χενε τα θάρρη ντου και αυτός ει’χενε τα μέντες* ντου. Στο μιτάτο έκανενε τσι δουλειές του μαντρατζή* και εδούλευενε με την ψυχή ντου, το ψωμί που έτρωενε με χολοσκάσματα στο κονάκι τση Γιαννίκενας.
Ο καιρός επέρνανε με τσι μαλιές* τση Γιάννενας, που κάθε τόσο εχόντραινε* ο νους τζη. Κι ο μπάρμπα Γιαννίκος που ‘χενε αντρίκια σκοτωμένους κάμποσους Τούρκους δε ντου πήαινενε δα, να μακελέψει ένα παιδαρέλι που το ‘χενε στη δούλεψη ντου. Ο χρόνος, όμως, εστάθηκενε ξεμιστευτής*. Με τον ξεσηκωμό οι Τουρκοκρητικοί αρχινίξανε να αποτραβιούνται ξεπαπούτσοτοι όθε τσι τουρκοκρατούμενες περιοχές. Ετσά επαντήδωσενε* στο τουρκάκι του μπάρμπα Γιάννη και το ‘σκασενε από κοντά του.
Τα αρσενικά ντου κοπέλια είχανε αντρειωθεί και εκουμαντάρανε το μιτάτο και η αφεδιά ντου, επειδή δεν εμπόριενε να κάτσει φρόνιμα, έκανενε το ζοέμπορο και επού-λιενε και τα τυριά του μιτάτου. Τα κεφαλοτύρια* τα πήαινε στην Αθήνα και στα περίχωρα τζη.
Μια χρονέ που το μαξούλι σε τυριά ήτανε μπόλικο τα απόσωσενε ως στην Αθήνα και επούλησενε ούλο το τυρί από σπίτι σε σπίτι. Ετότεσας εσκέφτηκενε ν’ αγοράσει και μερικές αίγες. Για κακή ντου τύχη, όμως, βρήκενε ένα γιδάρη* στην τουρκοκρατούμενη μπάντα. Ένα βράδυ επε’ρασενε τη σταλικογραμμή* και επαζάριαζενε τσ’ αίγες. Σε μία μποσκάδα* των Τούρκων επιάστηκενε σα χάί’νης,* για δεν ει’χενε τα χρειαζούμενα χαρθιά.
Ο μπάρμπα Γιάννης δεν εμπόριενε να συνεννοηθεί και εθεωρήθηκενε κατάσκοπος. Έγινενε ένα πρόχειρο δικαστήριο, που αποφάσισενε να κρεμάσει τον «κατάσκοπο». Για πρώτη φορά στη ζωή ντου εβρέθηκενε μπροστά στη βροχάδα*. Εσκε’φτηκενε ετότεσας τη φαμέλια ντου, τσ’ αγώνες του για τη λευτεριά, τσι Τούρκους που ‘χενε φαωμένους* κι εδά στα γεράματα ντου να πιαστεί στη φάκα*, για μερικές ξενικόγες! Του ‘ρχεντονε να μπλαντάξει*.
Ο Δήμιος ανίμενε τον Πασά να σιμώσει τον κατάδικο για την τελευταία του βούληση κι ο μττάρμπα Γιάννης ο Σισανές, με την αντάρτικη ψυχή, τσιλεκωμένος* πισθάγκωνα μ’ αετίσια θωριά, ασκιάζεται* τον Πασά να κοντοσιμώνει και να ξαφνιάζεται με την κορμοστασιά ντου! Κάτι, να λέει στσι στρατιώτες του κι ύστερα να δίνει προσταγή να τόνε πάνε στο γραφείο ντου.
Ο μπάρμπα Γιάννης είναι εφταμόναχος στο γραφείο του Πασά, που τον ξανοίγει καλά-καλά από τα νύχια ως την κορφή και τον ρωτά στα ελληνικά πώς βρέθηκενε στην τουρκοκρατούμενη μπάντα. Τ’ αρμηνεύει να μην ξαναπατήσει τα πόδια ντου σε τούρκικο μαχαλά, γιατί θα τόνε κρεμάσουνε την άλλη βολά. Του σιάζει κάτι χαρθιά, για να γιαείρει πίσω. Ο Γιαννίκος ξαλαφρωμε’νος παίρνει τα χαρθιά από τον Τούρκο, π’ ακούει πισώπλατα να του λέει: «Κάμε μπρε συ καλό και άστο…». Ετότεσας μόνο ένιωσενε ο μπάρμπα Γιάννης ποιος ήτονε ο Πασάς και το μιστό άπου ‘χενε καμωμένο δεν του έπιαινενε στράφι.

Καντούνι=απόμερο μέρος

Αγκριγιάδα=άγριο φυσικό τοπίο

Μιτάτο = πετρόχτιστο σπίτι με καλύβα πάνω στο βουνό για βοσκούς

Μακελεύω=σκοτώνω

Μακελειό=άγριο φονικό
Σισανές=παρατσούκλι σε κάποιον που είναι ψηλός και στεγνός. Τον παρομοιάζουν με το μακρύκανο εμπροστογεμε’ς τουφέκι, το σισανέ

Φουριαρεύω = ζω απομονωμένος μέσα στη φύση

Στιβαρός=σοβαρός, ευθύς, ολιγομίλητος

Μακρές = ψηλός
Διγαυρές-εκνευριστική μουρμούρα

Αποχύνομαι = κάνω επίθεση με λόγια
Ντάι-ντάι = κάπου-κάπου

Αβισγέρνω=παραγγέλνω

Κρούβω=πνίγω

Μια ουλιά=λίγο

Αναμαζώνω= περισυλλέγω
Αναμαζωξιάρης=αυτός που έχει έρθει από άλλο μέρος

Ασφεντουρώ = απομακρύνω κάτι με βίαιο τρόπο

Νταύκος = απότομη σχισμή του βουνού
Πρεμαζώνω = μαζεύω κάτι που είναι ανεπιθύμητο σε άλλους

Ακλουθώ στον ατσίποδα=είμαι ασφυκτικά κοντά σε κάποιον

Χοντραίνιω το νου μου=βάζω κακές έγνοιες κατά νου

Ξεμιστευτής=αυτός που ξεχωρίζει

Έχω τα μέντες μου = έχω καλά το νου μου, γνοιάζομαι

Μου παντήδωσενε = μου δόθηκε η ευκαιρία

Σκάρα = είδος αετού που τρώει ψοφίμια

Η μαλιά = ο καυγάς

Μαξούλι = εισόδημα
Γιδάρης=αυτός που ασχολείται με κατσίκες

Μποσκάδα = ενέδρα

Φαωμένος=σκοτωμένος

Φάκα-παγίδα
Μπλαντάζω = μου ‘ρχεται να σκάσω από καημό
Σταλίκι =σημάδι (από αιχμηρή πέτρα) που είναι καρφωμένη όρθια στο χώμα και ξεχωρίζει τα χωράφια.
Σταλικογραμμή – τα σύνορα σε δύο χωράφια
Κεφαλοτύρι = τυρί που παρασκευαζόταν στα μιτάτα από πρόβιο γάλα με δύσκολη τεχνική από αρχαιοτάτων χρόνων και ήταν πολύ νόστιμο. Στις μέρες μας έχει φτάσει ο όρος «κεφαλοτύρι», αλλά η τεχνική έχει ξεχαστεί.

Ασκιάζομαι =αντιλαμβάνομαι

Νιώθω = καταλαβαίνω

Μιστό=καλό

Γιαέρνω = γυρίζω

Βροχάδα= κρεμάλα
Ξελουμακιάζω – μεγαλώνω, ανταπτύσσομαι

Σακάζω=ανατρέφω ένα ξένο παιδί, που μόλις ε’χει απογαλαχτιστεί από τη μάνα του.
Χαϊνης =αυτός που κρύβεται από τόπο σε τόπο, γιατί καταζητείται από τις νόμιμες Αρχές

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: