Άγονη γραμμή

2 Μαρτίου 2008

Το δένδρο της αυλής μας

Filed under: Στυλιανουδάκη Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 10:25 μμ
Tags:

Το θυμάμαι πάντοτε μπροστά στο πατρικό μου σπίτι. Η ηλικία του ήταν άγνωστη και απροσδιόριστη. Πάντως, ο κουφαλιάρικος κορμός του και τα ξερά χοντρά κλαδιά του μαρτυρούσαν μια ζωή μακρόχρονη και ταλαιπωρημένη.

Στη γερμανική κατοχή μια βόμβα που έπεσε σχεδόν στη ρίζα του, του στέρησε την περήφανη κορμοστασιά του, το έγειρε και το ακούμπησε πάνω στο σπίτι μας. Τα κοκκαλιάρικα μπράτσα του στηρίχτηκαν στον τοίχο, σαν από κάποιο ένστικτο, κι έμειναν έτσι μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το χειμώνα έμοιαζε κατάξερο, νεκρό. Μόλις όμως η άνοιξη ζέσταινε, το ροζιασμένο του κορμί ανατρίχιαζε και πετούσε δειλά-δειλά τα πρώτα σημάδια της ζωής, που κοιμόνταν στα σπλάχνα του. Τα φύλλα του, ολοστρόγγυλα και στιλπνά σε φωτεινό και λαμπερό πράσινο, στόλιζαν τις γερασμένες του κορφές κι έριχναν την πρώτη καλοδεχούμενη σκιά στην αυλή μας. Τα σπουργιτάκια της γειτονιάς προκομμένα και γρήγορα έφτιαχναν στα κλαδιά του τις φωλιές τους, για να στεγάσουν τον καρπό του καινούργιου τους έρωτα. Όλη μέρα τα τιτιβίσματα και τα φτερουγίσματα χαλούσαν τον κόσμο και ήταν να απορεί κανείς για το θαύμα της αναγέννησης που εσυντελει’το στο κοκκαλιάρικο κορμί του κολλόδεντρου. Αυτό ήταν το όνομα του δέντρου μας, κολλόδεντρο.

Γρήγορα, στις κορφές των καινούργιων βλαστών σχηματίζονταν μικροσκοπικά μπουμπούκια και σε λίγες μέρες κατάλευκα ανθάκια, σε πυκνές ταξιανθίες, σκόρπιζαν ένα μεθυστικό άρωμα στην αυλή μας και, καθώς η περιοχή είχε αρκετά κολλόδεντρα, μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά.

Μέχρι το τέλος του Μάη, που τα μεθυστικά μπουκέτα μετατρέπονταν σε καρπό, το άρωμα τους σε λίγωνε και σε στιγμές άπνοιας και υγρασίας σου ερχόταν λιγοθυμιά. Ήταν το ίδιο συναίσθημα που νιώθαμε τον Αύγουστο με τα κρινάκια, που φύτρωναν και άνθιζαν στα καυτά αμμουδερά σεπέρια.

Οι καρποί, κούκουδα τα λέγαμε, έμοιαζαν με αραιά τσαμπιά σταφύλια. Στην αρχή ήταν πράσινοι. Σιγά-σιγά, όμως, ωρίζαμαν και κιτρίνιζαν. Πάνω στο δέντρο ήταν φανταστικός συνδυασμός φύλλων και καρπών και το μάτι χόρταινε ομορφιά και αρμονία.

Τότε, όμως, άρχιζε και το μαρτύριο στην αυλή μας. Τα κούκουδα, καθώς ωρίμαζαν, έπεφταν κάτω ένα-ένα, έσκαγαν και απελευθέρωναν ένα χοντρό κουκούτσι και μια κολλώδη ουσία, που, όπως τα πατούσαμε, κολλούσαν στα παπούτσια μας και λερώναμε όλο το σπίτι. Η μητέρα μου ολημέρα κρατούσε τη σκούπα, ιδιαίτερα κάθε πρωί, που η αυλή ήταν στρωμένη από τις νυκτερινές πτώσεις. Αφήνω τις μύγες που πανηγύριζαν, γιατί αυτό το γλοιώδες περιεχόμενο είχε μια γλυκιά γεύση που τις μαγνήτιζε.

Άργησα να καταλάβω ότι το κολλόδεντρο χρωστούσε το κακόηχο όνομα του σ’ αυτήν ακριβώς την κολλώδη ουσία, που τόσο μας ταλαιπωρούσε. Όμως, «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Η κόλλα αυτή μας βοηθούσε να κολλούμε πρόχειρα κάποια πράγματα, περισσότερο χαρτιά, σε μία εποχή που για τέτοια υλικά δεν καταφεύγουμε εύκολα στον μπακάλη. Τον Οκτώβριο, που ντύναμε τα σχολικά μας βιβλία, ψάχναμε τα τελευταία κούκουδα της χρονιάς, για να κολλήσαμε το μπλε χαρτί, που τα προφύλαγε και τα διατηρούσε καινούργια, για να τα πάρει την επόμενη χρονιά ο αδερφός, ο συγγενής ή ο γείτονας. Τότε, βλέπετε, τα βιβλία τα αγοράζαμε με στερήσεις και γι’ αυτό τα προσέχαμε. Δεν τα καίγαμε στις αυλές των σχολείων στο τέλος της σχολικής χρονιάς!..

Η μεγάλη αξία, όμως, της κόλλας ήταν το γεγονός ότι αποτελούσε την πρώτη ύλη για να φτιάχνουν τα βεργιά, τις ξόβεργες δηλαδή, που έστηναν στα κλαδιά μικροί-μεγάλοι και παγίδευαν τα πουλιά. «Μαστόροι» στη διαδικασία αυτή ήταν αρκετοί παλιοί Περβολιανοί. Μερικοί συνεχίζουν ακόμη και σήμερα.

Μάζευαν τα κούκουδα, όταν ήταν ώριμα, συνήθως τον Αύγουστο, τα μαδούσαν από τα κοτσάνια, τα δάγκωναν για να σπάσουν, πετούσαν τη φλούδα και έριχναν σε μία πήλινη λεκάνη τα κουκούτσια μαζί με την κόλλα. Τα ανακάτευαν με μέλι σε μία συγκεκριμένη αναλογία (δέκα κιλά κούκουδα, ένα κιλό μέλι) και τα χτυπούσαν με το χέρι, ώσπου τα κουκούτσια αποχωρίζονταν από το μίγμα. Τότε, τα έπιαναν με το στόμα και τα έφτυναν ένα-ένα έξω από τη λεκάνη. Στο τέλος έμενε ένα λείο και σκουρόξανθο κολλώδες υλικό, η κόλλα. Η κόλλα έπρεπε να μείνει λίγες μέρες σε δυνατό ήλιο, τυλιγμένη σε μικρές ποσότητες γύρω αττό λεπτά καλαμάκια, για να εξατμιστεί η υγρασία της και αν αποκτήσει μεγαλύτερη κολλητική δύναμη. Στη συνέχεια, την έκοβαν με ένα μαχαίρι λουρίδες και την τύλιγαν με μαεστρία σε ξεφλουδισμένα κλαδάκια, από αγριελιά συνήθως. Τα βεργιά ήταν έτοιμα. Τα έστηναν πάνω στα γυμνά κλαδιά των δέντρων πολύ πρωί, γιατί, όταν έβγαινε ο ήλιος, η κόλλα γυάλιζε και τα πουλάκια δεν κάθονταν. Πολλές φορές «οι κυνηγοί  είχαν μαζί τους ένα κλουβί με τον κράχτη, ένα καλλικέλαδο πουλί, που το κρεμούσαν κοντά στα στημένα βεργιά, για να ξεγελιούνται τα θύματα, ώστε να πλησιάζουν και να κάθονται στα κλα¬διά με τα βεργιά. Αυτοί κρυμμένοι κάπου κοντά παρακολουθούσαν τα πουλάκια να κολλούν πάνω στα βεργιά, να κάνουν απεγνωσμένο αγώνα να ξεφύγουν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μπερδεύονται περισσότερο και να περιμένουν με χτυποκάρδι το δήμιο τους.

Τις τυχερές μέρες το κυνήγι ήταν πλούσιο και ποικίλο. Τα σπουργιτάκια γίνονταν εκλεκτός μεζές. Τηγανητά με αυγά. Μην ξεχνάμε ότι μετά την Κατοχή ο κόσμος υπέφερε από ανέχεια, ακόμη και πείνα. Τα άλλα, τα ωδικά πουλιά, σιγερδέλια, ατζάρατοι, γριτζόλες, σπίνοι, ριγανέλια έμπαιναν στο κλουβί. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, την εποχή εκείνη όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν στην αυλή τους, κάτω από την κρεβατίνα, ένα ή περισσότερα κλουβιά με τέτοιας λογής πουλάκια, που με το κελάδημά τους ξεκούφαιναν τις γειτονιές, καθώς μαζεύονταν γύρω τους και άλλα ελεύθερα πουλιά. Ήταν ακουστική και οπτική αττό-λαυση αυτό το συνταίριασμα. Ανοιγε, όμως, την όρεξη και στις γάτες, που, αν και οικόσιτες, δεν ξεχνούσαν τις φυσικές τους δεξιότητες. Πολλές φορές βρίσκαμε τσ κλουβί της αυλής μας καταγής και τα πουλάκια κατασπαραγμένα.

Την κόλλα τη διατηρούσαν μέσα σε θήκες από χοντρά καλάμια σκισμένα κατά μήκος ή σε φύλλα από χλωρούς αθανάτους, για να μην ξεραίνεται και για να μεταφέρεται πιο εύκολα. Κόλλα αγόραζαν και οι χωρικοί, που περνούσαν από τα Περιβόλια για να πουλήσουν τα προϊόντα τους στο Ρέθυμνο, τη Χώρα, και επέστρεφαν πάλι στα χωριά τους με διάφορες προμήθειες φορτωμένος στα ζώα τους. Μαγαζιά, στα οποία έβρισκαν πάντα κόλλα, ήταν του Διονύση του Κυρμιζάκη, πιο παλιά, και, αργότερα, του Αλέκο του Χαριτάκη και του Στελιανού του Λαγουδάκη ή Φρογού. Ο τελευταίος, μάλιστα, καθότι φούρναρης, είχε έξω από τον φούρνο του μια μαυρισμένη λαμαρίνα όρθια και έγραφε με κιμωλία: πολήτε κώλα.

Η ορθογραφία άλλαζε κάθε φορά που ανανεωνόταν η επιγραφή.

Η μητέρα μου πολλές φορές διηγείτο το παρακάτω ανέκδοτο, που ήταν πέρα για πέρα αληθινό: Κάποιος χωρικός αγόρασε κόλλα από του Διονύση του Κυρμιζάκη, ανταλλάσσοντας την με αυγά. Η κόλλα, όμως, ή ήταν παλιά ή δεν είχε πετύχει κατά την κατεργασία της, με αποτέλεσμα τα πουλάκια να ξεκολλούν και να φεύγουν. Ο χωρικός αισθάνθηκε εξαπατημένος, αλλά δεν είπε τίπο¬τε. Έψαχνε, όμως, την ευκαιρία να εκδικηθεί και τη βρήκε. Μια κλώσσα του, που κλωσσούσε τα αυγά της για αρκετές μέρες, για άγνωστο λόγο, λίγο πριν αρχίσουν τα πουλάκια να βγαίνουν από τα αυγά, τα εγκατέλειψε και έφυγε. Τα αυγ αυτά, που ο χωρικός ήξερε πως ήταν κλούβια, τα πήρε, τα φύλαξε, και την επόμενη φορά που κατέβηκε στη Χώρα, τα κρατούσε και τα έδωσε στον Κυρμιζάκη ανταλλάσσοντας τα με κάτι άλλο.

Ο πρώτος πελάτης που αγόρασε αυτά έτρεξε αγανακτισμένος στο Διονύση και του έκαμε παράπονα. Αυτός σπάζοντας τα ένα-ένα είδε πως ήταν όλα χαλασμένα. Περίμενε, λοιπόν, με ανυπομονησία την επιστροφή του χωρικού, για να του κάμει τα παράπονα και να του ζητήσει πίσω την αξία των αυγών. Ο παμπόνηρος χωρικός, όμως, τον αποστόμωσε με το επιχείρημα ότι ήθελε να τον τιμωρήσει για τη σκάρτη κόλλα, που του είχε πουλήσει τις προάλλες. Πράγμα που γνώριζε ο Κυρμιζάκης, γιατί δεν αντέδρασε, όσο θα έπρεπε, και φυσικά δεν του ζήτησε πίσω την αξία των αυγών. Από τότε ο χωρικός μας, κάθε φορά που περνούσε από το μαγαζί του Κυρμιζάκη, του φώναζε με νόημα: – Διονύση, έχεις κόλλα;… Μα έχω κι εγώ αυγά…! Η μητέρα μου ανέφερε και το όνομα του χωρικού, αλλά εγώ δεν το συγκράτησα.

Τα κούκουδα από το δικό μας κολλόδεντρο τα μάζευαν οι χωριανοί που ασχολούνταν με αυτή τη διαδικασία, γιατί ο πατέρας μου είχε αποκλειστική απασχόληση την καλλιέργεια της περιουσίας μας.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι συνθήκες της ζωής άλλαζαν, το κολλόδεντρο της αυλής μας άρχισε να γίνεται ενοχλητικό. Από τη στιγμή, μάλιστα, που στρώσαμε την αυλή με τσιμέντο, αντί για χώμα που είχε πριν, η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τα πεσμένα κούκουδα ήταν το καλοκαιρινό μας μαρτύριο.

Όταν ο αδερφός μου, που ήταν εγκατεστημένος στην Αθήνα, παντρεύτηκε και απόκτησε παιδιά, κατέβαινε με την οικογένεια του κάθε καλοκαίρι για διακοπές. Η νύφη μου δεν έκρυβε τη δυσαρέσκεια της για την κατάσταση που επικρατούσε στην αυλή. Τα ρούχα και τα παπούτσια των παιδιών ήταν πάντα γεμάτα σιχαμερά κούκουδα. Πολλές φορές έλεγε ότι έπρεπε να κόψουμε το δέντρο. Εμείς την κατανοούσαμε, αλλά είμαστε δεμένοι συναισθηματικά με αυτό το κουφαλιάρικο απομεινάρι και δε συμφωνούσαμε με την ιδέα της.

Αλλωστε οι γονείς και ιδιαίτερα η μητέρα που το σπίτι μαζί με το κολλόδεντρο ήταν πατρική της κληρονομιά, δεν ήθελαν να ακούσουν κουβέντα. Έπειτα το κολλόδεντρο τους ήταν απαραίτητο. Και απαριθμούσαν τα επιχειρήματα τους: Κάτω από τον ίσκιο του δροσίζονταν τα καλοκαίρια. Στα κλαδιά του κρεμούσαν τις κρομμυδοπλεξάνες και τα σκόρδα τους. Στα πιο δυνατά κλαδιά του στερέωναν το τσιγγέλι για να κρεμάσουν και να κόψουν το αρνί, το ριφάκι, ακόμη και το χοίρο που έσφαζαν τα Χριστούγεννα. Στη σκιά του κρεμούσαν τα ματσάκια τη ρίγανη, τη φασκομηλιά, τη δάφνη και το φλισκούνι για να ξεραθούν χωρίς να χάσουν το άρωμα τους. Ακόμη και τη μία άκρη της απλώστρας στο κολλόδεντρο την είχαν δέσει. Ήταν εύκολο να πείσεις τους γέρους να αλλάξουν συνήθειες;

Όλα, όμως, έχουν ένα τέλος. Πρώτος για το ταξίδι χωρίς επιστροφή έφυγε ο πατέρας, πρόωρα είναι η αλήθεια. Σε δύο χρόνια τον ακολούθησε και η μητέρα. Το σπίτι ορφάνεψε. Έχασε τα παλιά του αφεντικά και σύμφωνα με τη γονική βούληση περιήλθε ατον αδελφό μου.

Το επόμενο καλοκαίρι, η απόφαση που είχε από χρόνια παρθεί, εκτελέστηκε. Το κολλόδεντρο σε χρόνο ρεκόρ σωριάστηκε καταγής, τεμαχίστηκε και απομακρύνθηκε. Αδεια έμοιαζε η αυλή κα τα πουλάκια, ξεσπιτωμένα έψαχναν να βρουν καινούργια στέγη να κουρνιάσουν. Το τσιμέντο, όμως, της αυλής διατηρείτο πεντακάθαρο και το πρόβλημα της σκιάς λύθηκε με μία τέντα. Η αυλή μας άλλαξε όψη και το κολλόδεντρο ξεχάστηκε σιγά-σιγά. Οι διακοπές τελείωσαν και αναχωρήσαμε ο καθένας για το χειμερινό του προορισμό.

Το επόμενο καλοκαίρι μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Το κολλόδεντρο είχε αναστηθεί. Από τον κομμένο κορμό του είχε πετάξει τρυφερούς βλαστούς και λαμπερά καταπράσινα φύλλα και έμοιαζε με εξωτικό καλλωπιστικό.

Έγινε και δεύτερη απόπειρα εξόντωσης του αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το δέντρο σαν το στοιχειό εξακολουθούσε να αντιστέκεται και να ξαναζωντανεύει κάθε άνοιξη. Έτσι πάρθηκαν πιο αποτελεσματικά μέτρα: «Να του ρίξουμε τσιμέντο». Γρήγορα-γρήγορα έγινε το χαρμάνι και σκεπάστηκε ο κομμένος κορμός.

Βαρύς ο χειμώνας. Το κολλόδεντρο έδειχνε να ξεψύχησε κάτω από την τσιμεντένια ταφόπλακα. Πόσο γελαστήκαμε! Την άνοιξη, από μία χαραμάδα που είχε δημιουργηθεί στο τσιμέντο, ξεπήδησε στιλπνός και καταπράσινος ένας και μοναδικός βλαστός. Η αντίδραση, όπως καταλαβαίνεται, ήταν άμεση: κόψιμο και νέο στρώμα τσιμέντου, πιο παχύ αυτή τη φορά.

Το επόμενο καλοκαίρι περίμενα με κρυφή λαχτάρα να ξαναδώ κάποιο σημάδι ζωής να τρυπά και πάλι το τσιμέντο, σε πείσμα της ανθρώπινης επιμονής. Μάταια όμως! Το κολλόδεντρο ήταν πολύ γέρικο για να επιμείνει κι άλλο. Έτσι κατέθεσε τα όπλα. Τετέλεσται! Αιωνία του η μνήμη!

Το φέρνω συχνά στο μυαλό μου με νοσταλγία και πίκρα. Τίποτε περισσότερο, άλλωστε, τόσα και τόσα πράγματα άλλαξαν. Τόσοι δικοί μας άνθρωποι έφυγαν. Στο κολλόδεντρο θα σταθούμε;

Μετά από χρόνια έφτιαξα και εγώ το δικό μου πια σπίτι, στην ίδια γειτονιά με το πατρικό. Κατά περίεργη σύμπτωση, δίπλα στην αυλή μου, στον κήπο του μακαρίτη του Μάρκου του Καρνιώτη, ένα γέρικο κολλόδεντρο, σχεδόν όπως το δικό μας, μου θυμίζει κάθε καλοκαίρι τη γλυκιά μοσχοβολιά των παιδιών και νεανικών μου χρόνων. Και από το μπαλκόνι μου τα βραδάκια βλέτκο να κουρνιάζουν, όπως τότε, στα γέρικα κλαδιά του αμέτρητα σπουργίτια και πολλά ζευγάρια περιστέρια. Και ένας κότσυφας από την άνοιξη ως το φθινόπωρο, κάθε πρωί από τις πέντε τα χαράματα κράζει το ταίρι του και διαλαλεί την καινούργια μέρα και τη συνέχεια της ζωής.

Περιβόλια, Ιούλιος 2007
Advertisements

3 Σχόλια »

  1. Γνωρίσατε ποτέ το όνομα του δέντρου αυτού;
    Στο χωρίο μου στο Καζαβίτη της Θάσου, τρώγανε κούκουδα στην κατοχή άλλα ποτέ πραγματικά δεν κατάλαβα τι εννοούσανε με τον όρο κούκουδα.
    Δυστυχώς δεν υπάρχει γύρω κάποιο δέντρο ν καταλάβω τον καρπό και κάποιοι παλιοί μου δείχνουν θάμνους μερικές φορές.
    Καταπλητική η ιστορία σας και απόλυτα κατανοτή απ όσους έχουν με ψυχή μεγαλώσει σε χωριό.

    Σχόλιο από ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ — 27 Απριλίου 2008 @ 12:38 πμ | Απάντηση

  2. θελω να μου στειλεις μερικα κουκουδα για να κανω κι εγω ξοβεργες.Απο μικρος ηθελα να κανω αλλα δεν μπορουσα θα μου στειλεις

    Σχόλιο από Θεοδωρος — 17 Νοεμβρίου 2008 @ 11:07 πμ | Απάντηση

  3. Όσα γράφει η χωριανή μου η Στέλλα η Στυλιανουδάκη είναι πέρα για πέρα αληθινά. Συμπληρωματικά μόνο θα αναφέρω τα εξής: Σ’ αυτούς που πουλούσαν κόλλα για ξόβεργες ήταν την εποχή εκείνη ακόμα ο Κώστας ο Σαββάκης κι ο Νίκος ο Μανουσάκης (Κίκος), ο οποίος ήταν και μανιώδης πουλολόγος…
    Πουλολόγοι γνωστοί την εποχή εκείνη ήταν ο Σπιθουράκης,ο Λιονής ο Λευτέρης, Ο Ματθαίος ο Ηλίας, ο Μπατής ο Γιώργης, ο Γιάννης ο Χατζηδάκης κ.α. Αυτούς τους διαδέκτηκαν ο Μιχάλης ο Γαρεφαλάκης, ο υποφαινόμενος Γιώργος Μαριόλος, ο Μιχάλης ο Φωναζάκης, οι Δελήμπασης Γιώργος και Αντώνης, ο Φώτης ο Μαγιάφας κ.α.
    Στις μέρες μας κόλλα φτιάχνους οι : Νίκος Μανουσάκης, Μιχάλης Γαρεφαλάκης και ο Κώστας Μιχελιδάκης, που διατηρεί και σχετικό κατάστημα.
    Από τους παραπάνω πουλολόγους (παλαιούς και νέους)για τις ειδικές γνώσεις τους κορυφές θεωρούνται θεωρούνται μέχρι σήμερα ο Λευτέρης ο Λιονής, ο Ηλίας ο Ματθαίος, ο Γιώργος ο Μαριόλος και ο Φώτης ο Μαγιάφας.

    Σχόλιο από Γεώργιος Μαριόλος — 30 Οκτωβρίου 2009 @ 3:37 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: