Άγονη γραμμή

3 Μαρτίου 2008

Η Ελιά της Εμινές

Filed under: Χριστοδουλάκης Βασίλης — Άγονη Γραμμή @ 12:25 πμ

(μυθιστορία βασισμένη σε πραγματικό τοπωνύμιο του χωριού Κουρούτες Αμαρίου).

Μεγάλη αναστάτωση από νωρίς το πρωί στο στενό γραφείο της Κοινότητας. Οι υπάλληλοι της Νομαρχίας κάνουν ελέγχους για τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι χωρικοί, που πολλές φορές μπερδεύουν αυτή την Ένωση με την Ένωση των Αγροτικών Συνεταιρισμών, καλούνται να υποβάλουν έγγραφα και δικαιολογητικά που ούτε είχαν ακούσει ποτέ τους.

Όλοι είχαν έτοιμη κι από μια δικαιολογία για τις μικρές ή μεγάλες «αναντιστοιχίες», με τελική και απελπισμένη την από αρχαιοτάτων χρόνων «εδώ άλλοι σας κλέβουν δισεκατομμύρια και βρήκατε να πιάσετε το χωριάτη, τον αγρότη, να του πάρετε ό,τι του απόμεινε;» Δεν είχαν κι άδικο, αλλά τότε ποιος έχει, θα πεις.

Κατά το μεσημέρι, ήρθαν και υπάλληλοι του Κτηματολογίου. Από το κοινοτικό μεγάφωνο βγήκε η ανακοίνωση, και οι χωριανοί μαζεύτηκαν πάλι στο κοινοτικό γραφείο. Όσοι άκουσαν το όνομα τους είχαν φέρει τα πιστοποιητικά και τους μάρτυρες τους για την αυτοψία. Με θολές διαθέσεις ξεκινούσαν να βγουν στα χωράφια, γιατί καθένας ήξερε καλά πως είχε λερωμένη τη φωλιά του.

Μια πομπή αυτοκίνητα ξεκίνησε από την πλατεία, για να πιάσει από την άκρη τα κτήματα. Και οι χωριάτες, τι να κάνουν, ακολουθούσαν. Ας έκαναν κι αλλιώς. Κράτος είναι αυτό.

Για ώρες μπαινοβγαίνανε οι υπάλληλοι μαζί με τους χωρικούς σε χτήματα, λιόφυτα, βοσκοτόπια και μετρούσαν, υπολόγιζαν, ζητούσαν έγγραφα, μάρτυρες, βεβαιώσεις, αλλά η δουλειά δε προχωρούσε σχεδόν καθόλου. Μόνο αμφισβητούμενες εκτάσεις κατέγραφαν. Ο ένας αμφισβητούσε την κυριότητα του άλλου, τα σύνορα του γείτονα του, κατηγορούσε ότι έχει καταπατηθεί η δική του περιουσία, ότι όλες οι ελιές είναι δικές του και τον συκοφαντούν, εμφάνιζε τους μάρτυρες του, εμφάνιζε και ο γείτονας τους δικούς του κι έτσι οι υπάλληλοι είχαν απελπιστεί τελείως. Άκρη δε βρισκόταν πουθενά.

Ένα από τα κλιμάκια των ειδικών είχε ανέβει μαζί με μερικά γεροντάκια πάνω από το χωριό, σε μια κατάφυτη τοποθεσία, την Πάνω Βρύση. Αυτοί δεν αντιμετώπιζαν και πολλά προβλήματα, γιατί η περιοχή ήταν κακοτράχαλη και δύσβατη, με ελαιόδεντρα γέρικα, αιωνόβια, σαν κι αυτούς που τα ‘χανε. Όμορφη τοποθεσία, βουνίσια, και οι γερολιές με το γκριζοπράσινο χρώμα τους την πρεπίζανε με μυστική ιερότητα και σοβαρότητα κατανυκτική. Την στάσιμη αρμονία του τοπίου πλούτιζε το δροσερό αεράκι της Κορφής και η μουρμούρα των τζιτζικιών. Και τη χαλούσε απότομα το κουδούνισμα των κινητών με τα παράπονα και τις οπτορίες των συναδέλφων, που σε άλλες τοποθεσίες είχαν μπλέξει με καυγάδες και μηνύσεις.

Οι τοπογράφοι είχαν στήσει τα μηχανήματα τους, είχαν ανοίξει τεράστιους χάρτες και συμπλήρωναν αγχωμένοι τα τεφτέρια τους. Πολλές φορές πιάναν τα γεροντάκια να ρεμβάζουν στην όμορφη φύση και με υπομονή συγκρατούσαν τα νεύρα τους.

– Άντε, άντε, παππού, δείξε μας το χωράφι, γιατί έχουμε κι άλλες δουλειές.
– Ηρέμησε, μωρέ παιδάκι μου. Όλο δουλειές είστε εσείς οι νέοι. θα σας φάνε, μωρέ, οι δουλειές κ’ οι σκοτούρες.
– Παππού, άσε το κήρυγμα και πες μας ποια είναι τα δικά σου.
– Όλα.
– -Τι!
– Όλα είναι δικά μου και τίποτα δεν είναι δικό μου…
– Ωχ, μην αρχίζουμε τέτοια κι εδώ απάνω! Πηγαίναμε τόσο καλά μέχρι τώρα!
– Σήκωσε, ρε παιδί μου, το κεφάλι σου απ’ τα χαρτιά! Κι εσύ, μικρέ, βγάλε τα μάτια σου από κείνο το διάολο! Να μωρέ! Κοιτάξετε γύρω-γύρω την ανοιχτάδα, κοιτάξετε τον όμορφο κόσμο! Για πολύ νομίζετε πως θα τόνε χαιρόμαστε;
– Φάε τη γλώσσα σου, γέρο, ψιθύρισε ο υπάλληλος. Παππού, κι εσείς κύριοι ελάτε να ξεκουραστούμε λιγάκι, γιατί μας βάρεσε, μου φαίνεται, ο ήλιος. Τάκη, άστα αυτά να πιούμε ένα νερό και συνεχίζουμε αργότερα.
– …όλα είναι δικά μου…
– Λυτός την πάτησε για τα καλά.
– …όπου θέλω κοιτάζω, ότι θέλω χαίρομαι! Πόσες φορές δεν ανέβηκα ίσα ‘δω πάνω να θαυμάσω το χωριό μου, τ’ αμπέλια, τα λιόφυτα, τις αυλές
– Τρεχάτος ανέβαζα το κοπάδι μας στ’ άψε-σβήσε και τραγουδούσα..Πώς σε λένε, βρε παιδί;
– Εμένα; Κύριο Πολίτη.
– Όχι αυτά! Άστα αυτά! Το μικρό σου.
– Κύριο Στάθη.
– Άσε, μωρέ τα «κύριος». Κύριος είναι μονάχα ο θεός. Στάθη σε λένε. Ε, λοιπόν, Στάθη, όλα σου λέω είναι δικά μου…
– Άντε πάλι!
– …και στα χαρίζω όλα!
– Έλα, μη μου πεις! Άντε, παππού, πιες ένα νεράκι να συνέλθεις, γιατί έχουμε και δουλειές.
– Θαύμασε τα, βρε παιδί μου, τι σε περιορίζει; Τα σύνορα; Να, εδώ είναι κι ο γείτονας μου ο Μανέλης να σου πει τα ίδια. Μαζί τα χαιρόμασταν παιδιά, μαζί τα χαιρόμαστε και τώρα…
– Α, έτσι, παππού! Τώρα το ‘πιασα. Έτσι δικαιολογούμε τις ψεύτικες
δηλώσεις για τις επιδοτήσεις; Αυτό πάλι πρώτη φορά το ακούω!
– Ποιες επιδοτήσεις, μωρέ Σταθάκη; Για επιδοτήσεις είμαστε εμείς τώρα;Η μόνη επιδότηση που μας κάνει πια είναι η επιδότηση ζωής. Μπορείς να μας δώσεις απ’ αυτή εσύ; Η Ευρώπη; Κανείς! Γι’ αυτό σου λέω, όλα είναι δικά μου και τίποτα…
– Ώστε, λοιπόν, μου τα χαρίζεις όλα;
– Όλα και να τα χαίρεσαι!
– Και για τα παιδιά σου τι θα κρατήσεις; Τίποτα;
Ο γέρος το ξανασκέφτηκε.
– Όχι, θα κρατήσω γι’ αυτά κείνο ‘κει το λιοφυτάκι.
– Α, μπράβο! Τώρα συνεννοούμαστε. Πάμε λοιπόν, να μας δείξεις αυτό που θα κρατήσεις για τα παιδιά σου.

Χωρίς χρονοτριβές, μια που βάλανε το νερό στ’ αυλάκι, παίρνουν οι υπάλληλοι τα γεροντάκια και τα πάνε στο λιόφυτο. Στήνουν τους θεοδόλιχους, απλώνουν τα χαρτιά τους και ξανά από την αρχή.

Τα πράγματα πήγαιναν στρωτά και οι γέροι ήταν συνεργάσιμοι, αν και σεργιανούσαν πολύ ώρα στο δικό τους κόσμο. Απ’ όπου περνούσαν, θυμούνταν κι από μια ιστορία, όλα τα μέρη ήταν γεμάτα αναμνήσεις κι ώσπου να τις διηγηθούν μεταξύ τους, οι μηχανικοί έχαναν την υπομονή τους.

Κατά το απογευματάκι, μετά από ασταμάτητη δουλειά, η ταλαιπωρία έδειχνε να φτάνει στο τέλος. Το τελευταίο γεροντάκι δήλωνε την περιουσία του, το βοηθούσαν και οι άλλοι και η εργασία προόδευε. Κι αφού τέλειωσε κι αυτός, βάλαν μπροστά οι μηχανικοί να κάνουν επαλήθευση. Μέτρησαν, ξαναμέτρησαν, διασταύρωσαν και κατέληξαν ότι όλα ήταν εντάξει.
Όλα, εκτός από μια ελιά, που τους είχε ξεφύγει στην πρώτη καταμέτρηση. Μια ελιά φυτρωμένη ακριβώς επάνω στο φρύδι μικρού γκρεμού.

– Σε ποιον την καταγράψαμε εκείνη την ελιά;
Οι γέροι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους λοξά και δεν απάντησαν.
– Ποιου είναι αυτή η ελιά, ξαναρώτησε ο προϊστάμένος. Μα καλά, δεν απαντάτε; Σε ποιον την καταγράψαμε;
– Σε κανένα.
– Πώς σε κανένα, παππού! Τίνος είναι; Εσένα ή του γείτονα σου;
– Ούτε του ενός ούτε του άλλου.
– Ε, τότε;
– Αυτή, παιδί μου, είναι της Εμινές η ελιά…
– Ποιας! Της Εμινές! Τι είναι πάλι αυτό; Δε μας φτάναν όσα ακούσαμε σήμερα! Λοιπόν, αποφασίστε ήρεμα ποιος θα την πάρει, στο σύνορο είναι.
– Μα δεν άκουσες, παιδί μου, τι είπε ο γείτονας μου; Είναι της Εμινές η ελιά, δεν είναι δική μας.
– Και πού είναι αυτή η Εμινέ; Γιατί δεν ήρθε κι εκείνη; Αλβανίδα είναι;
– Όχι, παιδί μου, δεν είναι ξένη. Δικιά μας είναι, Κρητικιά, αλλά έχει φύγει μακριά.
– Πόσο καιρό; Αν κανείς τη μαζεύει χρόνια, ας την καταγράψει δική του.
– Πολύς καιρός πάει που έφυγε και κανείς δεν τη μαζεύει. Της Εμινές έμεινε. Δεν είναι κανενός μας.

Ο προϊστάμενος απελπίστηκε. Σωριάστηκε σ’ ένα βράχο, έβγαλε τα γυαλιά του κι έχωσε το κεφάλι στις παλάμες του. Έμεινε για λίγο έτσι και σιωπή πλάκωσε την ετερόκλιτη ομήγυρη.

– Δε μπορώ, μα το θεό, να σας καταλάβω! Προσπαθείτε με κάθε τρόπο να ξεκλέψετε από την περιουσία του γείτονα σας και να κοροϊδέψετε την υπηρεσία μου με εκατό ρίζες αντί για δέκα που έχετε, κάνετε του κόσμου τις παρανομίες, δηλώνετε του κερατά τα ψέματα, κι όταν σας λέμε -ποιοι; η υπηρεσία- να δηλώσετε μια ξέμπαρκη ρίζα δική σας, μας λέτε ότι είναι η ελιά της Εμινές! Μα την Παναγία, δεν είστε με τα καλά σας!

Με το δίκιο του απελπιζόταν ο μηχανικός, γιατί από το πρωί δεν είχε ακούσει και λίγα. Γέροι είναι, έλεγε, τις παραξενιές τις έχουν στο αίμα τους. Αλλά κείνο πάλι, ήταν απ’ τ’ ανήκουστα.

– Κι όμως, παιδί μου Σταθάκη, έχει κι αυτό τη σημασία του. Είναι μια μεγάλη ιστορία κι εμείς την κρατάμε ως τα τώρα…
– Αχ, ρε παππού, μας πέθανες από το πρωί με τις ιστορίες και τις φιλοσοφίες σου! λέει ο μηχανικός και δίνει μια στα χαρτιά του και τα πετάει.
– Κύριε διευθυντή, ηρεμήστε! παροτρύνει ο βοηθός του και του μαζεύει τις ακαταστασίες. Είστε αρκετά κουρασμένος. Πιείτε λίγο νερό να δροσιστείτε.
– Αμάν, ρε Τάκη, πού μας στείλανε; Τι ήθελα εγώ ν’ αφήσω το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε και να χαντακωθώ στα χωριά; Περίμενε δυο λεπτά ν’ αδειάσω και μετά φεύγουμε. Ανάθεμα την τύχη μου!
Κι έμεινε πίσω ο βοηθός να βάζει σε τάξη τα χαρτιά, και τα γεροντάκια να στηρίζονται σαν τ’ αγάλματα στα μπαστούνια τους, ελαφρά σαστισμένοι από την αντίδραση.
– Μα καλά, παππού, τι είναι αυτή η Εμινέ;
– Ιστορία, παιδάκι μου, αλλά ιστορία αληθινή, όχι παραμύθι. Κι όσοι την ακροζήσανε τη διηγούνται ακόμη.
Ο νεαρός ήταν πιο ευγενικός από τον προϊστάμενο του και σίγουρα πιο ξεκούραστος. Με ενδιαφέρον κοίταξε τους γέρους που κουνούσαν συλλογισμένοι το κεφάλι και κινήθηκε η περιέργεια του.
– Και λοιπόν, τι λέει αυτή η ιστορία;

Ο γέρος βυθίστηκε για δυο στιγμές σε βαθιές αναμνήσεις. Μαζί του και τ’ άλλα γεροντάκια της παρέας. Τα μάτια τους φάνηκαν να πλημμυρίζουν εικόνες και πρόσωπα. Σκηνές του παρελθόντος ξαναζωντάνεψαν στη μνήμη τους και μούχρωσε το τοπίο από αέρα βαρύ και πηχτό κι ένα ήλιο θαμπό. Οι λεπτομέρειες είχανε σβηστεί, μα η ιστορία διαβαζόταν ανάγλυφη στο αγέρι της Κορφής, στα ρημαγμένα μονοπάτια, στην ελιά της Εμινές…

– Η Εμινέ, παιδάκι μου, ήτανε μια πανώρια Τουρκάλα. Έτσι τη γνωρίσανε οι γονείς μας, έτσι μας τη διηγούνταν. Στο χωριό μας δεν υπήρχε πιο ωραίο κορίτσι, μεγαλύτερη γλυκήτη και χάρη.
Αλλά ήταν άτυχη. Δεν έζησε καθόλου παιδί. Νωρίς της βάλανε τη μαντήλα, γιατί είχε νεραϊδίσια ομορφιά και σκαντάλιζε μικρούς και μεγάλους, Τούρκους και Χριστιανούς. Ο πατέρας της φοβότανε μη την κλέψουνε και την είχε περιορισμένη στο σπίτι. Σπάνια εμφανιζότανε, και πάντα με συνοδεία τις άλλες γυναίκες της φαμελιάς.
Τότε σαν αστραπή μαθευόταν το νέο στο χωριό. Οι άντρες παρατούσαν τις δουλειές τους, άφηναν τα κρεβάτια τους, τα τραπέζια τους, και συνάζουνταν τάχα τυχαία στα καφενεία ή γύρναγαν στα σοκάκια να ξεκλέψουν καμιά ματιά της. Λίγοι καυχιούνταν πως είχαν δει τα μάτια της, και όσοι τα ‘δαν δεν τα ξέχασαν ποτέ.
Δεν ήτανε πλάσμα ανθρωπινό, λέγανε. Όσο δεν τη βλέπανε, τόσο θεριεύε η φαντασία τους. Έμοιαζε να περπατάει σε σύννεφο, τα χέρια της ήταν φτερούγες του ανέμου, ήταν λιγνή κι αλαφριά σα βιτσάτο κυπαρίσσι κ’ η πρόωρη γυναίκεια της φύση ήταν αδύνατο να κρυφτεί όσες μαντήλες κι αν την τυλίγαν. «Νούρι του Παραδείσου» τη λέγανε οι Τούρκοι, κ’ οι Χριστιανοί «Αγγελοζωγραφιστή». Κι ένα μικρό Χριστιανάκι, που ζωγράφιζε Αγίους, την έλεγε…
– σσσ…
– ….Από μικρή την Εμινέ τη ζητούσανε νύφη απ’ όλα τα χωριά. Κι ο πατέρας της φούσκωνε σαν τον πετεινό από περηφάνια που ‘χε στο σπίτι του τέτοιο τζιβαέρι πολύτιμο. Όποιος έδινε τα περισσότερα, θα την έπαιρνε. Ήτανε πλούσια φαμελιά, μα ο πλούτος ζητάει κι αβγάτισμα. Δε χόρταινε ο Τούρκος τα λεφτά του κι όλα τα κανταροζύγιαζε ακριβά, να ‘χει κέρδος πάντα.
Ήτανε σαράφης, τοκογλύφος.
Μια μέρα τον επισκέπτεται από μακρινό χωριό ένα νεαρό Τουρκόπουλο, Χασανάκι τον φωνάζανε, και του λέει ότι το νάμι της κοπελιάς έχει φτάσει μέχρι την άκρη της Κρήτης και θέλει να τη δει. Έπαιζε στην αυλή με τ’ αδέρφια της η Εμινέ, δώδεκα χρονών θα ‘τανε-δε θα’τανε. Τη βλέπει το Χασανάκι, ζαλίζεται, κάνει να πέσει χάμω. «Αμάν, αμάν, Αλλάχ!» φωνάζει και γυρίζει στον πατερά της.
– Ξέρεις, ωρέ, τίνος είμαι γιος; Του Πασά της Μεσσαράς, του πλουσιότερου της Κρήτης!
Κιτρινίσανε τα μάτια του πατέρα της στην ιδέα του έχους του Χασάν. Τέτοιο συμπεθεριό ούτε ο Βεζόρης δεν το ονειρευότανε. Θα ‘φτανε το όνομα του στο μεγάλο κάμπο, ο Πασάς θα του ‘κανε τιμές και δόξες, θα του ‘δινε πεσκέσια που δεν τα ‘χε φανταστεί, θ’ ανοίγανε οι δουλειές του. Μωρέ, τι ευτυχία είναι να ‘χεις όμορφες κόρες! Καλύτερα από χρυσάφι στα μπαούλα!

Πιάνουν και σηκώνουν το κορίτσι από τα παιχνίδια του, το πλύνουνε, τ’ αρωματίζουνε, παράγγειλανε ακριβά ρούχα από τη Χώρα και σε δυο μέρες βάζουν το δρόμο μπροστά για την πεδιάδα της Μεσσαράς, να τη δώσουνε στο Χασανάκι.

Η μικρή Εμινέ δεν είχε καταλάβει τι γινότανε. Ρωτούσε τη μάνα της, τον πατέρα της, τα αδέρφια της, κανείς δεν της απαντούσε. Δε χρειαζόταν να ξέρει αυτή. Ακουγε μόνο που λέγανε μεταξύ τους για τον Πασά, το Σουλτάνο και τη Βαλιδέ χανούμ, για σεράγια, και της φαινόταν σαν το παραμύθι με το βεζυρόπουλο. Μα και πάλι, οι κούκλες της φαίνονταν καλύτερες, και τον τόπο της δεν ήθελε να τον αφήσει.

Το χωριό ολάκερο την έκλαιγε απ’ όταν μαθεύτηκε το προξενιό. Έφευγε το στολίδι του, που Χριστιανοί και Τούρκοι καμαρώνανε. Πολλά παλικάρια που την είχανε ζητήσει απ’ τον πατέρα της, πέσανε σε καημό που τη χάνανε για πάντα. Αντίζηλοι ταμένοι στα μάτια της, εχθροί ορκισμένοι μεταξύ τους, μονοιάσανε τότες και κλάψανε μαζί σαν τα μωρά παιδιά και μεθύσανε, και βγήκαν τα βράδια με λαγούτα κ’ είπανε τραγούδια του έρωτα και του θανάτου. Πένθος το λέγανε, και πένθος ήταν αλήθεια.

Τη μέρα που την ξεπροβοδίζανε, μόνο γυναίκες και νοικοκύρηδες είχαν μαζευτεί στην πλατεία του χαιριού. Τα παλικάρια όλα ήταν σφαλισμένα σε κάμαρες ανήλιαγες, κλειδαμπαρωμένες, να μην ακούνε τη χαρά του κόσμου. Κι έτσι, έφυγε το Εμινάκι απ’ το χωριό.

Περνοδιάβαιναν τα χρόνια, κι όλοι ρωτούσαν ακόμη τον πατέρα της τι κάνει και πώς περνάει το Εμινάκι στα σεράγια. Κι ο γέρος άλλο που δεν ήθελε ν’ ακούει και να δηγάται. Πετούσε από καυχησιά για το συμπεθεριό του. Του ‘χε δώσει κι ο Πασάς έναν τίτλο και κυκλοφορούσε ξέχωρα σε μαγαζιά και πλατείες. Είχανε φυσήξει για τα καλά τα μυαλά του γέρου και δε χόρταινε να παινεύεται για την τύχη του. Ε, και το Εμινάκι καλά θα περνούσε…

Ώσπου, μια μέρα βλέπουνε από μακριά οι χωριανοί δυο μουλάρια να φέρνουνε μια περίεργη κομπανία στο χωριό. Ακούγονταν κλάματα παιδιών. Σαστίσανε. Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε στην πλατεία να δει την περίεργη πομπή. Ο πατέρας της Εμινές καθότανε αμέριμνος στο χαγιάτι του και κάπνιζε το χρυσοπλούμιστο ναργιλέ που του ‘χε χαρίσει ο συμπέθερός του ο Πασάς. Ανυποψίαστοι όλοι.

Με το που φτάνει η πομπή στην πλατεία του χωριού, παγώσανε.

Μια γυναίκα καθότανε μισοπεθαμένη στο ‘να μουλάρι κ’ είχε αγκαλιά δυο μωρά που σπαράζανε στο κλάμα, και στ’ από πίσω μουλάρι αγκαλιασμένα τρία παιδάκια, βρώμικα και φοβισμένα, τρέμανε να συγκρατήσουν τα δάκρυα τους. Με το ζόρι γνωρίσανε οι χωριανοί τη γυναίκα.

Ήτανε η Εμινέ. Αξιολύπητη, κι όχι όπως παλιά ζηλευτή για την ομορφιά και την τύχη της. Δαρμένη αλύπητα, τυραννισμένη, με πρόσωπο πεθαμένης, δε θύμιζε οε τίποτα το ζωντανό κι ολόφρεσκο λουλούδι του χωριού.

Κερωμένοι οι χωριανοί την οδηγήσανε μ’ αυτά τα χάλια στο πατρικό της και τρέξανε να εξαφανιστούν. Ο γέρος τα ‘χασε με το που την είδε, κακόβαλε, και την πέρασε δεύτερο χέρι. Κουβαλούσε μαζί της ένα βουλωμένο γράμμα και του το ‘δωσε.

Το γράμμα ήταν από τον Πασά. Έλεγε πως η Εμινέ είναι μια πόρνη που πάτησε την αγάπη του γιου του και την τιμή της φαμελιάς του, μαγάρισε τα σεράγια κι όλες τις δόξες που της κάνανε κι ότι δεν τη σκοτώσανε με πετροβόλημα, όπως της έπρεπε, γιατί λυπηθήκανε τα πέντε παιδιά της πώς θα ζητιανεύουν στους δρόμους. Όμως, να μην την ξαναπετύχουν πουθενά, γιατί έχουν διαταγή οι τσοχαντζήδες του να τη σκοτώσουν, και ο πατέρας της να μην ξαναπατήσει στη Μεσσαρά, γιατί είναι ανατροφέας βρώμικης πόρνης και θα τιμωρηθεί αυστηρά γι’ αυτό…

Τέσσερις μέρες ανατρίχιαζε το χωριό από τις βουρδουλιές και το θρήνος, που τρυπούσανε τους τοίχους του σπιτιού και σκίζανε τον αέρα και τις πλαγιές. Τέσσερις μέρες πλάνταζε η γειτονιά απ’ τα κλάματα της Εμινές, και των παιδιών της τα φοβερά ουρλιαχτά. Παρακαλούσαν οι χωριανοί το Θεό να λυτρώσει την καημένη από τα βασανιστήρια της. Κανείς δεν είχε κλείσει μάτι τέσσερα μερόνυχτα να ακούει τους βασανισμούς της δυστυχισμένης Τουρκοπούλας.

Την πέμπτη μέρα έσκασε ο πατέρας της. Μόνο έτσι μπορούσε να τελειώσει η τυραννία. Βουβά τον σαβανώσανε, βουβά τον κλάψανε και βουβά τον εχώσανε στα Μεζάρια.

Την αλήθεια δεν την έμαθε ποτέ κανείς. Λέγανε μόνο πως το Χασανάκι είχε βγει παραλυμένο, μέθυσος και μισότρελος, πως την έδερνε ολημερίς και την ξεφτίλιζε μπροστά στους δικούς του και την κρατούσε από ζήλεια για την ομορφιά της περιορισμένη μες στο σαράι. Σπάνια τη βλέπανε να βγαίνει στις αυλές του σεραγιού και ποτέ δεν την είχαν δει σε δρόμους ή πλατείες. Τότε είπαν πως την ερωτεύτηκε ένας ράφτης του Πασά, ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να κυκλοφορεί στα διαμερίσματα της. Έπεσε στις λίμνες των ματιών της και πνίγηκε για την αγάπη της. Τον πιάσανε μια μέρα να της μιλάει κι έγινε ό,τι έγινε.

Κ’ η Εμινέ πια ορφανή και λυτρωμένη από τον τύραννο πατέρα της, διωγμένη από την οικογένεια της, πάμφτίοχη και με πέντε μωρά στην αγκαλιά, έμενε σ’ ένα παλιόσταβλο μισογκρεμισμένο, στην κάτω ρούγα του χωριού. Δυο-τρεις Χριστιανές της αφήνανε, πριν ακόμα φέξει, στα σκοτεινά, ένα πιατάκι φαΐ έξω από το στάβλο, αλλά κι αυτό ποιον να φτάσει, τα πέντε παιδιά ή αυτήν; Έβαζε μια μπουκιά οτο στόμα της, τη μασούσε λίγο να πάρει τη γεύση και την έφτυνε μασημένη στο στόμα των μωρών της.

Δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών η δυστυχισμένη Εμινέ μα η Μοίρα την είχε χτυπήσει αλύπητα. Από τον Παράδεισο των παιχνιδιών και των κοϋτσουνικών της την είχε ρίξει στην Κόλαση μιας ανεκπλήρωτης ζωής. Κι ούτε είχε προλάβει να καταλάβει γιατί γίνονταν όλα. Από μπουμπούκι της ροδαριάς είχε κακογεράσει και σαθρακιάσει. Δεν είχε προλάβει ούτε νιότη να ζήσει. Από παιδί, γριά. Κατάρα της Μοίρας…

Αλλά είχε δύναμη η παντέρμη. Της τη δίνανε τα μωρά της. Αν ήτανε μόνη της θα ‘χε πεθάνει. Δε φταίγανε αυτά σε τίποτα να τυραννιούνται. Έβγαινε με τη νύχτα για χόρτα, για χοχλιοός, για κάνα καρπό, να φέρει να ξεγελάσει την πείνα τους. Συγύρισε λιγάκι το στάβλο, έκανε μια μπάλα άχυρα κρεβατάκια και το δάκρυ της νερό. Δε ζητιάνευε, δε ζητούσε από κανένα το παραμικρό, αλλά δεχότανε μ’ ευγνωμοσύνη τη βοήθεια των συχωριανών της. Μόνο η οικογένεια της την είχε ξεγράψει εντελώς. Ακόμα και οι παλιοί επίδοξοι μνηστήρες της, τα Τουρκάκια, την είχανε ξεχασμένη. Πες η θρησκεία, πες η περηφάνια κι ο εγωισμός τους…

Μοναχά ένα Χριστιανάκι δε μπορούσε να ξεχάσει τα κατάμαυρα μάτια της, που με παράπονο κι απορία τον αποχαιρετούσαν κρυφά κάτω απ’ το φερετζέ χρόνια πριν, τη μέρα που τη στέλνανε στο Χασανάκι στη Μεσσαρά. Ήταν το μόνο παλικάρι του χωριού που είχε κάνει την καρδιά του πέτρα τότε και κατέβηκε στην πλατεία να δει τη νύφη. Μια ματιά του ‘χε καρφωθεί του Κανάκη στην καρδιά όσα χρόνια έλειπε η Εμινέ. Κι αυτή η ματιά ήταν το μόνο και το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να ‘χει από τη μικρή Τουρκάλα.

Ο Κανάκης ήτανε βοσκόπουλο, από πλούσια, αρχοντική οικογένεια του χωριού, μοναχοπαίδι και καμάρι των γονιών του, κι αγαπητός σε όλους για την ευγένεια και τη λεβεντιά του. Ήτανε προικισμένος με πολλές αρετές και χαρίσματα και τη λεβεντιά του τη χάριζε σε τιμημένες παρέες και σε καλούς μερακλήδες. Ήτανε πρώτος στο τραγούδι και το χορό και είχε αγάπη για τα γράμματα, τα λίγα που μπορούσε εκείνο τον καιρό να μάθει κανείς.

Από νωρίς είχε δείξει την κλίση του στην αγιογραφία. Οι παπάδες του χωριού τον είχανε για ευλογημένο από το Θεό, γιατί κανείς δεν τον είχε διδάξει ζωγραφική κι όμως τα χέρια του βγάζανε Αγίους έτοιμους να μιλήσουν. Μέχρι να κλείσει τα είκοσι, είχε αγιογραφήσει δυο εκκλησιές. Μπαίνανε οι χωρικοί και πιάνανε κουβέντα με τους Αγίους, και μετά καταλάβαιναν ότι ήτανε ζωγραφιές. Ήτανε ‘πιτήδειος μάστορας κι ότι ζωγράφιζε του ‘δινε πνοή ανθρώπου.

Παναγίες μονάχα δε ζωγράφιζε ο Κανάκης.

Είχε φτιάξει μερικές κ’ είχε τρομάξει κι ο ίδιος. Είχανε ανθρώπου βλέμμα, ματιά παραπονεμένη, γυναίκεια φύση, που δεν επιτρέπεται. Έδωσε κάποτε μια Παναγία για τέμπλο κι αναστατώθηκαν οι πιστοί από την ομορφιά του προσώπου της κι απ’ τα κατάμαυρα, θλιμμένα της μάτια. Μια Κυριακή μόνο τη λειτουργήσανε οι παπάδες και μετά τη βγάλανε, αϊτό το σκάνδαλο που είχε προκαλέσει. Το μαντάτο έφτασε ως τη Χώρα, κι ο Δεσπότης ζήτησε να του στείλουν να δει την εικόνα. Μετά από δυο μέρες του στείλαν και τον Κανάκη, να τον εξομολογήσει. Του μίλησε ο Δεσπότης για τη τέχνη της αγιογραφίας κι ο Κανάκης του είπε πως ότι μπορούν τα χέρια του βγάζουν. Και τότε ο Δεσπότης τον ευλόγησε για το χάρισμα του αλλά του απαγόρεψε να ξαναφτιάξει Θεοτόκους. Ούτε λόγος για το μυστικό που βάραινε την καρδιά του χρόνια, κ’ ήταν η αιτία που οι Παναγιές του βγαίνανε τόσο όμορφες και παραπονεμένες.

Και τώρα περισσότερο τον βάραινε και τον πλήγωνε, γιατί είχε την Εμινέ πάλι στο χωριό, κρυμμένη και περιορισμένη, όπως σ’ όλη της τη ζωή, αλλά πια μέσα στο στάβλο και στους μαύρους, πένθιμους φερετζέδες, πονεμένη κι ανίσχυρη, όπως τη μέρα που τον αποχαιρετούσε μυστικά. Βασανιζότανε από τον καημό ο Κανάκης και δεν το ‘λεγε σε κανένα. Σε κανένα, εκτός από τη μάνα του, αυτή που για χάρη του έβαζε στην πόρτα του στάβλου κάθε πρωί ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα ελιές.

Κι ένα βράδυ ο Κανάκης δεν άντεξε. Σαν τη σκιά ξετρύπωσε απ’ το πατρικό του κονάκι και χώθηκε σ’ ένα θάμνο έξω απ’ το στάβλο της Εμινές. Το ‘χε πάρει απόφαση. Θα την ξανάβλεπε και θα της μιλούσε, θα της θύμιζε το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς τους, τότε που μικρά παιδιά παίζανε στις αυλές, λίγο πριν την ξαποστείλουν οι γονείς της.

Είχε ακούσει από τους χωριανούς για την κατάντια της, για τ’ ασκημογέρασμά της, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν τον ένοιαζε ούτε η θλιβερή ιστορία της. Γι’ αυτόν ήταν ότι ήταν πάντα. Η γλυκιά παιδική ανάμνηση και τ’ αξημέρωτα όνειρα.

Περίμενε αρκετή ώρα, κι όταν πια ο τελευταίος λύχνος του χωριού είχε σβήσει, είδε την πόρτα του στάβλου ν’ ανοίγει και μια αδύνατη, μαύρη σκιά να γλιστρά στο σκοτάδι. Πετάχτηκε ευθύς από τους θάμνους και βρέθηκε μπροστά της. Τρόμος την έπιασε και σήκωσε τα μάτια κάτω αϊτό το φερετζέ.

Η λάμψη του φεγγαριού πλημμύρισε τις κόρες της και τ’ αστέρια βουτήξανε μέσα να κολυμπήσουν. Το ίδιο βλέμμα όπως και τότε, μόνο πιο φοβισμένο και βαθύ. Ανατριχίλα έκοψε τον Κανάκη. «Παναγιά μου!», του βγήκε βαθιά από τα στήθια και τράνταξε σύγκορμος. Με τρεμάμενα χέρια έκανε να της αγγίξει το φερετζέ, μα κλάμα μωρού ακούστηκε από μέσα και η Εμινέ ταράχτηκε, πισωπάτησε και χώθηκε πάλι στο στάβλο, ρίχνοντας του μια τελευταία ματιά απ’ την πόρτα.

Κάποιο μάτι τους είδε, την επομένη έγινε σούσουρο κι έφτασε στ’ αυτιά του πατέρα τους. Ο γέρος διαολίστηκε, τον αγρίεψε μην ξαναφανεί στην κάτω ρουγα, γιατί θα τον έδιωχνε απ’ το σπίτι, κι ούτε να ξαναβάλει στο στόμα του τ’ όνομα της. Μόνο η μάνα του η παντέρμη συνέχιζε κρυφά να της πηγαίνει μια μπουκιά φαΐ, μέχρι που το ‘μαθε κι αυτό ο γέρος κι έκοψε κι εκείνης το ψυχικό.

Ο Κανάκης έπεσε σε μεγάλο καημό και μαράζωνε. Ούτε έτρωγε, ούτε έπινε, ούτε παρέες έκανε κι όλοι υποψιάζονταν το γιατί. Αρρώστησε τελικά μια μέρα κι έπεσε κατάκοιτος. Ο πατέρας του έβραζε για τη βρωμερή την Εμινέ, κ’ η μάνα του έσκαγε για το γιο της. Αδυνάτισε κι έμεινε ο μισός, τα μάτια του βοσλιάξανε κι όμως παρακαλούσε τον πατέρα του να μη βλαστημά την Εμινέ κι ούτε να σκεφτεί να της κάνει κακό.

Μια μέρα, παραμονές τ’ Αι-Νικόλα, ανέβηκε η μάνα του στο ξωκλήσι εδώ από πάνω και περνώντας από τα λιόφυτα παρατήρησε ότι η χρονιά είχε καλή βεντέμα και θα ‘βγανε πολύ λάδι. Έκανε τότε τάμα στον Αγιο. Να γιατρέψει το γιο της και θα ‘δινε στα παιδιά της Εμινές το λάδι από δέκα ρίζες, για να βγάλουνε το χειμώνα, που είχε μπει βαρύς.

Κ’ η παράκληση της ακούστηκε. Ο Κανάκης σιγά-σιγά γέρευε, σηκωνότανε για τις δουλειές του πατέρα του, ξανάρχισε τις παρέες, μα στο νου του είχε μονάχα την Εμινέ. Του ‘χε πει η μάνα του το τάμα κ’ είχε ευχαριστηθεί η ψυχή του. Ένιωθε σα να την είχε στο σπίτι του την Εμινέ να ταίζει τα μωρά της από το λάδι τους.

Το τάμα, όμως, ακούστηκε κι αλλού. Το ‘χε εμπιστευτεί στη γειτονιά, κι αυτό μουρμούρισε και σε λίγο καιρό κατηφόρισε προς τη Μεσσαρά -ποιος ξέρει πώς. Έφτασε στ’ αυτιά του αλλοτινού πεθερού της, του Πασά, και μια μέρα στο χωριό είδανε ένα τσούρμο καβαλαραίους να καταφτάνουνε φουρκισμένοι. Ζητήσανε και βρήκανε τη φαμελιά του Κανάκη εδώ πάνω, στο λιομάζωμα. Φέρνανε διαταγή του Πασά πως αν αληθεύει αυτό που ακούστηκε για το δώρο στην Εμινέ θα βρίσκανε μεγάλο μπελά.

– Αλήθεια είναι, απάντησε ο γέρος του Κανάκη, πιο πολύ απ’ την περηφάνια του παρά απ’ αγάπη.
– Να το πάρετε πίσω, ωρέ! διάταξε ο αρχηγός της καβαλαρίας.
– Ο Άγιος της δίνει το λάδι, όχι εμείς! Κι ό,τι δίνει ο Άγιος δεν το παίρνει οπίσω!
– Τότε, γερο, να πεις τ’ Αγίου σου να της δώσει εκείνη την ελιά που ‘ναι στο φρύδι του γκρεμού, κι ό,τι μαζεύει να το μαζεύει μοναχή της, αλλιώς Θα βάλουμε φωτιά στο σπίτι του να το κάψουμε! Έτσι διατάζει ο Πασάς!

Πέρασε και του Πασά, πέρασε και το τάμα. Δώσανε εκείνη την ελιά στην Εμινέ, κ’ η κακομοίρα τη δέχτηκε για τη ζωή των παιδιών της. Την ώρα που οι άλλοι τελείωναν το μάζωμα κι άρχιζε να σουρουπώνει, εμφανιζόταν δειλά η Εμινέ από ερημιές και παράστρατα, μη συναντήσει κανένα, κι ανέβαινε στην Πάνω Βρύση. Έμαθε ν’ αναρριχιέται σαν τη γάτα στα κλαδιά, έδενε με τρόπο τα μαντήλια της στη ρίζα να μη φεύγουνε οι ελιες στο γκρεμό που έχασκε από κάτω της, κι έτσι σόδιαζε καλό καρπό και λάδι. Κ’ είπανε πως το δέντρο εκείνο ήταν ευλογημένο, γιατί κάρπιζε κάθε χρόνο και κρεμούσε στα κλαδιά φούντες τις ελιές κι έβγαζε λάδι σα δέκα ρίζες. Και τ’ αποδίδανε στον Άη-Νικόλα που δεν ήθελε, λέει, να περάσει των Τούρκων και να μη γίνει το τάμα της γριάς. Μυστήριο μεγάλο και θαύμα το λέγανε.

Τότε κ’ οι Χριστιανοί ξεθαρρέψανε και στέργανε περισσότερο την Εμινέ, και τη συντρέχανε και την αγαπούσανε που της έδειξε ο Αγιος το έλεος του και ευλόγησε τους κόπους της. Μα κ’ οι Τούρκοι, οι δικοί της, με τον καιρό μαλάκωσαν και κάνανε κάλμα στα βάσανα και τους κατατρεγμούς της.

Μόνο ο Κανάκης δε μπορούσε να τη νιώθει μοναχή της να παλεύει. Αναγάλλιαζε που την έβλεπε να καλοπορεύεται εξαιτίας τους και ν’ αναθρέφει σιγά-σιγά τα μικρά της, αλλά η ψυχή του ακόμη δεν έγιαινε κ’ η καρδιά του πονούσε.

Είχε προσπαθήσει μερικές φορές να της μιλήσει. Εκείνη απόφευγε για το καλό που της είχανε κάνει, κι εκείνος πάλι ντρεπότανε μη νομίσει πως ζητούσε αντάλλαγμα. Είχε μάθει τα παραδρόμια που ανέβαινε και καμιά φορά εμφανιζόταν μπροστά της, μόνο για να τη δει λίγο από κοντά. Μα κι αυτό το σταμάτησε, γιατί από φόβο εκείνη το ‘βαζε στα πόδια χωρίς να του μιλήσει. Πάνω από δέκα χρόνια, απ’ την ημέρα που έφυγε, θα είχε ν’ ακούσει μια λέξη απ’ το στόμα της.

Στα στερνά, του μπήκε μια ιδέα αλλόκοτη. Να την παντρευτεί και ν’ αλαργοζοριστούνε. Λεν το ‘πε σε κανένα. Ούτε στην Εμινέ. Έφευγε μέρες από το χωριό κι έλεγε πως τάχα του ‘χανε δώσει να ζωγραφίσει μιαν εκκλησία στη Χώρα. Αυτός ξοριζόταν σε αλαργεμένα χωριά, χτισμένα σε δύσβατες πλαγιές και δασωμένα λαγκάδια, χωριά χαϊνηδων, που δύσκολα τα ‘βρισκε κανείς, κι έψαχνε κατάλυμα για να μείνει οικογένεια. Όλα τα σχέδια τα έκανε μόνος του, κι όταν θα ήταν έτοιμος θα την έπαιρνε να φύγουν. Μα δεν πρόλαβε…

Ήρθαν οι μέρες της Ανταλλαγής, κ’ οι Τούρκοι αρχίσανε να μαζεύουν τα μπογαλάκια τους απ’ την Κρήτη. Ξεκίνησε και στο χωριό ο ξεριζωμός και συντάσσουνταν μέρες να φύγουνε. Οδυρμός μεγάλος γινόταν. Μέσα στο συρφετό και την αναστάτωση πήρε κ’ η Εμινέ τα παιδιά της και μπήκαν στο καραβάνι. Μοίρα στο χωριό έτσι κι αλλιώς δεν είχε.

Μάταια προσπαθούσε δρόμο-δρόμο να τη μεταπείσει ο Κανάκης. Μάταια έτρεχε ξοπίσω από το τσούρμο και την παρακαλούσε. Ο πατέρας του άφριζε κ’ η μάνα του πλάνταζε στο κλάμα. Στο κλάμα και το καραβάνι.
Τελευταία φορά της μιλούσε εκείνη τη μέρα ο Κανάκης και πρώτη του μίλησε εκείνη.

– Την ελιά να μου βλέπετε, Κανάκη! Την ελιά, αν είναι να ξανάρθω ποτέ! Ο Θεός μαζί σας…

Και χάθηκε για πάντα μαζί με το λαό της…

Βλέπεις, λοιπόν, παιδί μου, γιατί λέμε πως ούτε δική μου είναι η ελιά ούτε του γείτονα μου; Είναι της Εμινές η ελιά…

Ο ήλιος είχε γυρίσει στο πλάι κι ο ουρανός μπλάβο κοκκίνιζε στις άκρες του. Θαμπάδα ‘σπερινή είχε τυλίξει τ’ αττόσκια και τα λιόφυτα, θαμπάδα είχε καλύψει και τα μάτια της συντροφιάς. Τα γεροντάκια είχανε πέσει σε βαθύ λήθαργο αναμνήσεων, ο νεαρός μηχανικός είχε πετρώσει όρθιος κ’ οι σελίδες του φεύγανε μια-μια από τα χέρια. Πίσω από ‘να θάμνο είχε στυλώσει τ’ αυτιά του κι ο προϊστάμενος. Τα τζιτζίκια είχανε σωπάσει. Η ηρεμία είχε μαγέψει την παρέα και η μικρή ιστορία του γέρου τους είχε ταξιδέψει σ’ άλλους χρόνους και κόσμους. Ένα βουνίσιο αγέρι κατέβηκε ύπουλα και τους ξύπνησε απ’ τ’ όνειρο.

– Ώστε αυτή ήτανε, παππούλη, η ιστορία της ελιάς; ρώτησε ο νεαρός, σαν αθώο μυξιάρικο που κρέμεται απ’ τα χείλη του παραμυθά. Και μάθατε ποτέ τι απόγινε;
Ο γέρος χαμογέλασε σεμνά κι αναστέναξε.
– Η Εμινέ… τίποτα, πεθαμένη θα ‘ναι τόσα χρόνια που πέρασαν. Ο Κανάκης κράτησε την επιθυμία της και την ελιά δεν την έδωσε κανενός. Μόνο απ’ τον κορμό της έκοψε ένα κομμάτι κι απάνω ζωγράφισε τη μοναχή και τελευταία του Παναγιά, με θλιμμένα κατάμαυρα μάτια, και την έβαλε στο τέμπλο του Αη-Νικόλα. Ούτε άγγιξε ποτέ ξανά την ελιά, ούτε την έταξε κανενός. Το ίδιο μας ορμήνεψε να κάμουμε κι εμείς και τα παιδιά μας. Ο πατέρας μου ήταν, ο συχωρεμένος…

Ο νεαρός δαγκώθηκε. Ταραγμένος προσπάθησε να προκαλέσει σαματά να ξυπνήσουν όλοι. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά. Αμήχανος πετάχτηκε κι ο προϊστάμενος από τους θάμνους και έκανε -μάταια κι αυτός- να επαναφέρει τα πράγματα στα πρωτύτερα.

– Άντε, παππού, ωραία η ιστορία σου, αλλά καθυστερήσαμε και θα μας πιάσει το βράδυ!
Κάνανε να μαζέψουν τα χαρτιά και τα μηχανήματα τους. Τα γεροντάκια κινήσανε κατά τ’ αυτοκίνητα κ’ οι μηχανικοί μείνανε πίσω, σε μιαν αμήχανη σιωπή.
– Λοιπόν, κύριε διευθυντή, τι θα κάνουμε με την ελιά; ρώτησε κάποια στιγμή με νόημα ο νεαρός βοηθός.
– Έλα, μωρέ Τάκη, μια ελιά είναι κι αυτή. Άστη να πάει…

Οκτώβρης 2000
Advertisements

6 Σχόλια »

  1. Θα μου μείνει αξέχαστη αυτή η ιστορία, πραγματικά με συγκίνησε!
    Τα συγχαρητήριά μου…

    Σχόλιο από Τσουντάνης Γαβριήλ — 21 Μαρτίου 2008 @ 7:25 πμ | Απάντηση

  2. Οι σημερινοί άνθρωποι έχουμε πολλές φορές την πεποίθηση ότι η παράδοση καί το παρελθόν μας, είναι μόνο για ανούσιες διηγήσεις, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στο σήμερα. Το διήγημα αυτό μας δείχνει ότι η πιθανότητα να κάνουμε λάθος είναι μεγάλη…

    Σχόλιο από Μύρων Λαγουβάρδος — 23 Μαρτίου 2008 @ 5:30 μμ | Απάντηση

  3. Πολύ συγκινητική ιστορία…

    Δικαίως το διήγημα αυτό έχει λάβει την 1η τιμητική διάκριση στον Παγκρήτιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό το 2006!

    Σχόλιο από roula — 26 Μαρτίου 2008 @ 2:22 μμ | Απάντηση

  4. …Μπορεί να στηρίξει υπερπαραγωγή …
    Πολύ καλή προσπάθεια . Μπράβο Βασίλη …

    Σχόλιο από ΜS — 28 Μαρτίου 2008 @ 3:38 μμ | Απάντηση

  5. «…Μπορεί να στηρίξει υπερπαραγωγή …
    Πολύ καλή προσπάθεια . Μπράβο Βασίλη …»

    Και επιπέδου Πολίτικης Κουζίνας μάλιστα!

    Σχόλιο από Πετσαγγουράκης Γιώργος — 28 Μαρτίου 2008 @ 6:39 μμ | Απάντηση

  6. ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΥ, ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΟΥ ΜΕ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΣΕ ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΩ ΠΟΛΥ.. ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ..

    Σχόλιο από Πέπη — 17 Ιουλίου 2008 @ 8:19 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: