Άγονη γραμμή

3 Μαρτίου 2008

Ο μεσολαβητής

Filed under: Μαγαράκης Ρούσσος — Άγονη Γραμμή @ 12:18 πμ
Tags:

Με αρκετές κενές θέσεις ξεκίνησε το πρωινό λεωφορείο των οκτώ και μισή από το σταθμό του ΚΤΕΛ στο λιμάνι του Ηρακλείου για το Ρέθυμνο.

Οι πολλοί, υπάλληλοι και άλλοι, είχαν επιβιβαστεί ήδη στο προηγούμενο, ώστε να καταφέρουν να βρίσκονται εγκαίρως στις υπηρεσίες τους. Έτσι, δεν έμεινε μεγάλη πελατεία για τούτο το δρομολόγιο!

Χωρίς πολλές ενδιάμεσες στάσεις, δεν καθυστέρησε καθόλου και είχε πιάσει, κιόλας, το ίσιωμα στη διακλάδωση για το Μαδέ και τη Λυγαριά.

Εκεί περίμεναν αρκετοί καλοντυμένοι επιβάτες για το Ρέθυμνο και τα Χανιά.
Ανάμεσα τους και ο Ανδρέας, που, μόλις είδε το αυτοκίνητο της γραμμής να κοντοφτάνει, έσβησε το τσιγάρο που είχε ανάψει την τελευταία στιγμή, πατώντας το με το παπούτσι κάτω στην άσφαλτο.

– Καλημέρα, Κωστή! Πώς τα πας; Ρώτησε τον ξάδελφο του ο Ανδρέας, μόλις τακτοποιήθηκε στο διπλανό κάθισμα, που έτυχε να είναι άδειο.
– Πώς να τα πάω; Δεν τα ξέρεις; απάντησε ο Κωστής φανερά πικραμένος.
– Ξέρεις, ε; συνέχισε ο Ανδρέας, σμίξαμε με τον λεγάμενο και του τα ‘ψαλα. Βρε, του λέω, τα χρόνια σε πήρανε; Γιατί βιάστηκες; Τον πατέρα σου δεν τον
εσκέφτηκες; Και η αδελφή σου, που περιμένει; Δε λογάριασες κανένα τελικά;
– Σε όλα συμφώνησε! Έχεις δίκιο θείε, μου ‘λεγε συνέχεια.
– Τι να το κάνω εγώ πως συμφώνησε; Το κακό γίνηκε που γίνηκε και δεν ξεγίνεται πια, ανταπάντησε ο Κωστής. Μα θα του δείξω εγώ! Μεθαύριο, που θα ξεκουμπιστεί και θα ξεκόψει ολότελα από την οικογένεια, θα καταλάβει τη βλακεία του. Τότε θα δει πόσα απίδια βάνει ο σάκος!

Ο Μάρκος, ο γιος του Κωστή, ένα εικοσάχρονο παλικάρι, ένα και ενενήντα περίπου, ήταν πολύ καλός χαρακτήρας. Και φρόνιμος και υπάκουος και τον πατέρα του βοηθούσε σε όλα και την οικογένεια του υπολόγιζε και την Ανθούλα, τη μεγαλύτερη κατά δύο χρόνια αδελφή του, φρόντιζε και τη συνόδευε σε χαρές και πανηγύρια. Όλοι συμφωνούσαν για τη λεβεντιά του και την άριστη ανατροφή του. Ήταν το καμάρι του χωριού!

Μα όλα αυτά, μέχρι που παρουσιάστηκε στον στρατό. Αποφάσισε να πάει ως εθελοντής, ένα χρόνο πριν το κανονικό του, ώστε να γλιτώσει με το στρατό μια ώρα αρχύτερα. Απαλλαγμένος από την υποχρέωση αυτή, θα μπορούσε να σταθεί μετά, ώριμος πια, ως βοηθός και προστάτης της οικογένειας. Εξάλλου, η αγροτική περιουσία του πατέρα του δεν ήταν και λίγη! Και πολλή ήταν και καλή. Χρειαζόταν γερά χέρια για να συντηρηθεί και να κρατηθεί στο επίπεδο που την είχε φέρει ο Κωστής. Μέσα στα σχέδια του Μάρκου, μάλιστα, ήταν να γίνει «νέος αγρότης», ώστε να ωφεληθεί από όλα τα καλά που απορρέουν από τα καινούργια κυβερνητικά μέτρα γι’ αυτή την κατηγορία των αγροτών,

Όμως, ο στρατός τάραξε τα ήρεμα νερά και χάλασε όλους τους σχεδιασμούς και τα όνειρα. Εκεί, στην πόλη που ήταν η στρατιωτική μονάδα που μετά τη βασική εκπαίδευση μετατέθηκε, γνώρισε την Κατερίνα, μία μοναχοκόρη. Την ερωτεύτηκε παράφορα, και έπεσε «μούρη και γόνατα». «Αυτή ήταν και καμμιά άλλη», έλεγε και ξανάλεγε. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν. Ήταν και ο πρώτος του ερωτάς.

Όχι πως είχαν τίποτα εναντίον της κοπέλας οι δικοί του! Και ομορφούλα ήταν και από καλή οικογένεια και νέα. Αλλά, ο Μάρκος ήταν ακόμη πολύ μικρός για παντρειές. Είχε και μεγαλύτερη αδελφή, που έπρεπε πρώτα να αποκατασταθεί.

– Θέλει να ‘ρθει να σε βρει, να κουβεντιάσετε, είπε ο Ανδρέας.
– Και τι να πούμε τώρα πια; Την απόφαση του την έχει πάρει! Δεν αλλάζει με τίποτα. Αλλά και εγώ είμαι αγύριστο κεφάλι, να του πεις.
– Πάντως, αυτός θέλει να σμίξετε, επέμεινε ο Ανδρέας, Να τα βάλετε όλα κάτω! Να δείτε και τα καλά και τα κακά! Κάτι θα βγει στο τέλος, δεν μπορεί! Ντρέπεται, όμως, να έρθει στο σπίτι σας. Και σου μηνά, αν θέλεις βέβαια και εσύ, να συναντηθείτε στο δικό μου σπίτι!
– Μην το συζητάς καθόλου. Δε θέλω να τόνε ξαναδώ, τον έκοψε ο Κωστής.
– Μααα, γιατί δεν του δίνεις μια ευκαιρία; Δεν μπορεί! Πάντα μια συζήτηση καταλήγει σε κάτι καλό, συμπλήρωσε ο Ανδρέας. Εξάλλου, ξέχασες και τα δικά σου; Δε θυμάσαι; Τα ίδια έκανες κι εσύ, τότε που ‘κλεψες τη Μαρία! Και είδες που τελικά τα βρήκατε με τον μπαρμπα-Μάρκο!
– Ναι, μα εγώ τότε ήμουνα πιο μεγάλος και δεν είχα και υποχρεώσεις! είπε ο Κωστής.
– Σιγά την ηλικία!! Μόλις είχες απολυθεί και συ από τον στρατό! Άντε να ‘σουνε εικοσιτριώ, άντε εικοσιτεσσάρω χρονώ, τον αποστόμωσε ο Ανδρέας.
Για μερικά λεπτά δε μίλησε καθόλου ο Κωστής. Φαίνεται πως αυτά τα τελευταία λόγια του ξαδέλφου του πιάσανε τόπο, βάρυναν. Αναλογίστηκε, θυμήθηκε τα περασμένα, τα ‘βαλε από ‘δώ, τα ‘βαλε από ‘κεί και κάποια στιγμή, εντελώς μεταμορφωμένος, σιγοψιθύρισε ρωτώντας:
– Και λες, δηλαδή, να συναντηθούμε στο δικό σου το σπίτι;
– Και βέβαια! Ξένο σπίτι είναι; Και χωρίς γυναίκες! Να τα βρούνε οι άνδρες, πρώτα, κι ύστερα να ενημερωθούνε και οι υπόλοιποι, αναφώνησε ο Ανδρέας ενθουσιασμένος που κατάφερε να τόνε καλμάρει.

Είχε γίνει, κιόλας, το πρώτο δύσκολο βήμα. Το νερό μπήκε στο αυλάκι! Τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες. Το αξεπέραστο, πριν λίγο, πρόβλημα άρχισε να βρίσκει τη λύση του!
Με την κουβέντα, χωρίς να το καταλάβουν, το λεωφορείο είχε αφήσει την εθνική και είχε πιάσει την κατηφόρα για τον κεντρικό δρόμο του Ρεθύμνου. Σε λίγο, στη στάση του Δημαρχείου, θα εγκατέλειπαν κι αυτοί το αυτοκίνητο με εντελώς διαφορετική ψυχική διάθεση.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: