Άγονη γραμμή

4 Μαρτίου 2008

Η προύκα

Filed under: Κοντογιάννης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 8:58 μμ

Σε χρυσαφένιον αργαλειό με πέταλο ασημένιο,
μάλαμα η σαίτα ντου, μετάξι οι κλωστές του,
κάθεται γρε νοικοκερά κι ανυφαντού πιτήδεια,
περισσά κατεχάρισσα στση φαντικής την τέχνη
τάξε πως την εκάτεχεν από τα παιδικά τζη.

Μέρα και νύχτα-ν-έφαινε χωρίς στεμό να κάμει
για να τελειώσει ογλήγορα μιας ορφανής την προύκα,
που ‘χει πομείνει αμοναχή σ’ ετούτονε τον κόσμο
δίχως γονέους κι αδερφούς, δίχως προυκιά και γρόσα,
δίχως χωράφια και λεφτά κι άθρωπος δεν τη θέλει.

Μόνον η μοίρα τη θωρεί και την ψυχοπονάται
και μια νεράιδα τσή ‘πεψε να κάμει τα προυκιά τζη
να ράψει τα κεντίδια τζη, να πλέχει τα πλεχτά τζη
να ‘χουν τη χάρη τ’ ουρανού, του φεγγαριού τη λάμψη,
την αγριάδα του βουνού και του γιαλού τη γλύκα,
ούλου του κάμπου τσ’ ευωδιές κι ούλες τσι πρασινάδες,
να τα ζηλέψουν άρχοντες μαζί και βασιλιάδες.

Σαν ‘ξετελέψαν τα προυκιά, πλεχτά, φαντά, κεντίδια,
κάνει κασέλες αργυρές, καπάκια φιλντισένια
κι έχει τα παρακάσελα με μόσκο γεμισμένα.

Και στσι κασέλες έβαλε λουκέτα χρυσαφένια
που ‘χαν διαμαντικά κλειδιά και μαργαριταρένια.

Δίδει τση κόρης τα κλειδιά, τση διπλοπαραγγέρνει
ν’ ανοίξει τσι κασέλες τση μόνο σαν έρθει η γι-ώρα
κι όντε σιμώσει ο καιρός νύφη να τη γύρεψου.

Κι έγινε αέρας και καπνός κι εχάθηκε από μπρος τση.

Έφταξε η γι-ώρα κι ο καιρός για την παντρειά τση κόρης.

Άθρωπος δεν τη γύρεψε, κιανείς δε τζη σιμώνει,
μούδ’ άρχοντας, μουδέ φτωχός, μουδέ ζευγάς του κάμπου,
μουδέ βοσκός άπου ‘χενε κουράδια στσι Μαδάρες
τι να ζηλέψουν τσ’ ορφανής, τι να τωνε χαρίσει;

Ένας φαμέγιος μοναχά φτωχός και κακομοίρης,
άπου ‘χενε χρυσή καρδιά μα κι ομορφιά περίσσα,
συντραμε στην ορφάνια τζη και εις τη μοναξά τζη,
βοηθάνε στη φτώχια τζη κι ήταν παρηγοριά τζη.

Είχε κι αυτός κρυφό καημό, ένα κρυφό σαράκι,
κείνο που λέμεν έρωντα, τσ’ αγάπης το μεράκι,
κείνο που λέμενε σεβντά και τσι καρδιές τσιτώνει
κι ούλα τα μέλη καταλεί, το αίμα το μαργώνει.

Λίγην αγάπη εγύρευγε που του ‘χανε στερήσει
μα δε τζη το ‘πενε ποτές, μην την κακοκαρδίσει.

Μια ταχινήν ηλιόλουστη, μέρα τ’ Απριλομάη,
που βλαστοσέρνουν τα δέντρα κι αθούνε τα λουλούδια,
που ζευγαρώνουν τα πουλιά κι αρχίζουν τα τραγούδια
την κόρη η Μοίρα ονείρεψε να πάρει τα κλειδιά τζη
ν’ ανοίξει τσι κασέλες τση, να βγάλει τα προυκιά τζη,
να στρώσει τα κεντίδια τζη μαζί με τα πλεχτά τζη.

Ντράπηκε ο ήλιος να τα δει κι αέρας να τα πιάσει
σίμωσε κόσμος και λαός για να τ’ αποθαμάσει.

Ετότες εμαθεύτηκε γι’ αυτή την ώργια προύκα
που ‘χενε χρόνια η γι-ορφανή χωσμένη στσι κασέλες
κι εφτάξανε τα προξενιά από μακριά κι αλάργο
και προξενήτρες πέμπανε με δώρα και κανίσκια
ούλοι τση χώρας οι καλοί ρηγάδες κι οι γι-αρχόντοι
σα γ-κούσανε κι εμαθανε για τσ’ ορφανής την προύκα!

Μα κείνη δεν εζήλεψε παλάθια και ρηγάτα,
δε θε’λησενε βασιλιά μούδ’ άρχοντα κι αφέντη,
μόν’ άπλωσε τη χέρα τζη στη χέρα του φαμέγιου
που δίπλα τζη εστάθηκε στσι δυσκολές τση τσ’ ώρες.

Και την καρδιά τζη του δωκε μαζί με τα προυκιά τζη,
γιατί κι εκείνη ο έρωντας την είχε δοξεμένη

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Είμαστε περήφανοι για σένα!!Το λιγότερο που θα λέγαμε είναι:καταπληκτικό!

    Σχόλιο από Δωροθέα — 24 Ιουνίου 2008 @ 6:52 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: