Άγονη γραμμή

18 Μαρτίου 2008

Μελί

Filed under: Ντακάκης Νίκος — Άγονη Γραμμή @ 10:26 μμ

Δυο γιους είχε ο Δημητράκης, ο άρχοντας της Αγιά Φωτιάς. Δυο γιους, δυο παλικάρια μέχρι εκεί πάνω. Σ’ αυτούς είχε τα θάρρη του, για πάρτη τους θα τα ’βαζε και με τον κόσμο ολόκληρο αν χρειαζόταν. Και δεν είχε κι άδικο, εδώ που τα λέμε. Όλο το χωριό είχε να λέει για τους βλαστούς του Νίκου του Δημητράκη. Ο πρώτος, ο Αποστόλης, ήταν το καμάρι του.

Έπαιρνε τα γράμματα και στα ’35 που τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Θα γινόταν γιατρός. Ο άλλος ο μικρός, ο Μιχάλης, ήταν ο πιο ζόρικος. Αυτός δεν ήθελε τα γράμματα με τίποτα. Όταν τέλειωσε το δημοτικό, έπιασε τα χωράφια. «Δεν πάω εγώ στο γυμνάσιο», του έλεγε. «Δε μ’ αρέσει. Κρούβομαι στο σκολειό κι η Χώρα είναι αλάργο. Εμένα μ’ αρέσουνε τα χωράφια κι οι αγροτικές δουλειές. Επαέ θ’ απομείνω, να σε βοηθώ κιόλας».

Ό,τι κι αν του έκανε, δεν μπόρεσε τελικά να τ’ αλλάξει γνώμη. Τον έπιασε με το καλό, τον αγρίεψε, τον έδειρε με το βούρδουλα, τίποτα αυτός, εκεί. Να έχει πεισμώσει σαν το πουλάρι τ’ άστρωτο, και να μην κάνει βήμα παραπέρα. Σαν είδε κι απόειδε, τον έστειλε με τους εργάτες στα χωράφια. Παράγγειλε στον αρχιεργάτη του, τον Νικολή, να τον βάζει να κάνει τις πιο βαριές δουλειές, μπας κι απελπιστεί κι αλλάξει γνώμη στο τέλος. Κι αυτός ο μπάσταρδος το διασκέδαζε. Καμάρωνε κι από πάνω πως δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τους άλλους εργάτες. Ψημένοι τόσα χρόνια στις κακοκαιρίες και τις βαριές αγροτικές δουλειές κι όμως τους συναγωνιζόταν στα ίσια. Κρυφογελούσε από μέσα του με τις αντιδράσεις του πατέρα του, που νόμιζε πως βάζοντάς τον στα δύσκολα θα τα παρατούσε. Στο τέλος πέρασε το δικό του. Θέλοντας μη θέλοντας ο Δημητράκης, έκανε την ανάγκη του φιλότιμο και τον κράτησε κοντά του.

Μαράζι το είχε να μάθουν τα παιδιά του γράμματα. Αλλά αφού δεν τα ήθελε ο Μιχάλης, τι να τον έκανε; Να τον σκότωνε; Άρχισε να τον παίρνει μαζί του στα χωράφια, στο χωριό και τα Γιαλοπόταμα. Φρόντιζε να του μαθαίνει τα μυστικά της φύσης και της αγροτικής δουλειάς. Όμορφος και γεροδεμένος ο Μιχάλης, ψημένος στα χωράφια, γρήγορα του μύρισε γυναίκα. Άμα είδε και την Κατερίνα, την κόρη του έμπορα του Πολάκη, έκανε σαν το πρωτόβγαλτο κριάρι που δεν το σταματά καμιά μάντρα.

Σαν είδε πως δεν τον έκανε καλά ο Δημητράκης, έστειλε προξενιό με τον παπα-Κωστή και τη ζήτησε. Κι ο φαντασμένος ο Πολάκης έδιωξε κακήν κακώς τον παπά και του γύρισε πίσω την προξενιά. Μα αυτός δεν κώλωσε. Δεν τις σήκωνε τέτοιες προσβολές. Κουβέντιασε με τον Νικολή, τον αρχιεργάτη του, και πρωί πρωί την άλλη μέρα, έβαλε τον Μιχάλη του κι έκλεψε την πανέμορφη Κατερίνα. Την ώρα που έσκυβε στη βρύση να γεμίσει το σταμνί της νερό, πρόβαλε ο Μιχάλης καβάλα στο μουλάρι και την άρπαξε.

Στα Γιαλοπόταμα την πήγε. Να δεις μετά απ’ αυτό σε πόση ώρα τα γύρισε ο έμπορας ο Πολάκης και συμφώνησε να γίνει ο γάμος! Μόνο να τους έβλεπες στην εκκλησία! Στα δεκαεννιά ο Μιχάλης, δεν είχε κλείσει ακόμη η Κατερίνα τα δεκάξι, άστραφτε η εκκλησία από τα νιάτα και την ομορφιά τους. Τους βοήθησε κι έστησαν το σπιτικό τους. Αρχόντους θα τους έκανε. Φιλοτιμήθηκε κι ο Πολάκης και τους έκτισε το σπίτι. Μέχρι να πάρουν στρατιώτη τον Μιχάλη, το ’39, είχαν προλάβει κι είχαν φτιάξει μιαν ωραία οικογένεια. Είχαν και δυο παιδιά. Ζευγαράκι, αγόρι, κορίτσι.

Το καλοκαίρι του ’40 δεν κατέβηκε ο Αποστόλης στην Αγιά Φωτιά. Ύστερα κηρύχτηκε ο πόλεμος κι έχασε τα ίχνη του. Τον Μιχάλη τον πήγαν στην Αλβανία, τότε που έφυγε η Μεραρχία της Κρήτης. Με τον καημό τους ζούσε. Αγωνιούσε για τον Μιχάλη, που ήταν στο μέτωπο, λαχταρούσε να πάρει νέα κι από τον Αποστόλη που είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του.

Η γυναίκα του, η κερά Αντιγόνη, είχε πεθάνει κι είχε μείνει μόνος του. Με τους εργάτες την έβγαζε στα Γιαλοπόταμα όλη μέρα και κάθε βραδάκι ανηφόριζε στο χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Ήταν το μόνο που του ’χε απομείνει. Δεν το παρέδωσε στην επιτροπή που πήγε να το επιτάξει. Όλα τ’ άλλα τούς τα ’δωσε με την όρεξή του. Και ζώα και χρήματα.

Μαζί με την ψυχή του και τους δυο του γιους που πολεμούσαν για την πατρίδα. Γιατί κι ο Αποστόλης, δεν μπορεί, αφού δεν έδινε σημάδια ζωής, στο μέτωπο θα ήταν. Άλλωστε τους γιατρούς πρώτους τους πήραν. Αυτό τον συνέφερε κι αυτό ήθελε να πιστεύει.

Αλλά τούτο το μουλάρι, το μελί, το ’χε αναθρεμμένο ο ίδιος. Σαν παιδί του το ’ χε. Τους το εξήγησε, έκαναν κι αυτοί τα στραβά μάτια, και του τ’ άφησαν. Συντροφιά το ’χε κι αποκούμπι. Κι αυτό, δυνατό και άγριο, το καταλάβαινε κι υπάκουε μόνο αυτόν. Κανέναν άλλο δεν άφηνε να το πλησιάσει σε απόσταση μεγάλη. Του μιλούσε σαν να ’ταν άνθρωπος. «Άντες εδά, ν’ ανεβούμε στο χωριό και πού το κατέχεις, μπορεί να ’χουν έρθει πράμα χαμπέρια», του ’λεγε κάθε αργά.

Λεβεντόγερος, στητός, ξεπέζευε έξω από το σπίτι του γιου του. Αφού έβλεπε την Κατερίνα και χάιδευε λίγο τα παιδιά, τους άφηνε ό,τι φαγώσιμο είχε καταφέρει να μαζέψει από τα χωράφια κι ετοιμαζόταν να φύγει. Εκεί άρχιζε να χάνει το θάρρος του. Η αγωνία τον έτρωγε αλλά ντρεπόταν και δεν ρωτούσε κάθε μέρα την Κατερίνα αν έμαθε τίποτα νέο για τον άντρα της, μόνο την κοίταζε στα μάτια με την ελπίδα να τρεμοπαίζει μέσα του. Καταλάβαινε αυτή. «Δεν έχω νέα, πατέρα», του έλεγε πικραμένη, κοκκίνιζε κι έσκυβε το κεφάλι σαν να έφταιγε η ίδια.

Χαμήλωνε τότε το κεφάλι του κι αυτός, καβαλούσε πάλι το μουλάρι κι αμίλητος γυρνούσε πίσω στα Γιαλοπόταμα.
Εκείνη η μέρα, στο τέλος του Ιούνη του ’41, δεν ήταν σαν τις άλλες. Με το που μπήκε στο χωριό, το βρήκε ολάδειανο. Σφαλιχτές πόρτες και παραθύρια, ψυχή ζώσα στον δρόμο, κι από το σπίτι του γιου του άκουσε θρήνο. Το προαισθανόταν το κακό. Μέρες τώρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί κι αν έκλεινε λίγο τα μάτια του κάποιο βράδυ αποκαμωμένος, ερχόταν αμέσως στον ύπνο του η γυναίκα του και του ’γνεφε αναστατωμένη.

Το αντιλαμβανόταν πως δεν ήταν γι’ αυτόν. Κάτι άλλο, κακό, θα του συνέβαινε. Έκανε λειτουργία στο χωριό, πήγε με τον παπά και θυμιάτισαν τον τάφο της, μα το πράμα δεν έλεγε ν’ αλλάξει. Και το Σάββατο που ’σφαξε ένα αρνί, έβαλε τον Νικολή να μελετήσει τη σπάλα του. «Δες τηνε, μωρέ εσύ, γιατί εγώ έχω κακό προαίσθημα», του είχε πει. Είχε πιάσει ο Νικολής τη σπάλα, ξεχώρισε με το χέρι του το κρέας και, πριν προλάβει να την κοιτάξει καλά καλά, πέταξε το κόκαλο του σκύλου που τ’ άρπαξε στον αέρα κι έφυγε τρέχοντας. «Ίντα ’δες;» τον είχε ρωτήσει ανήσυχος. «Πράμα. Ούλα καλά, αφεντικό». Και τι άλλο να του ’λεγε δηλαδή, πως είχε δει ορθάνοικτο τάφο στο σπιτικό του;

Έκανε πως τον πίστεψε ο Δημητράκης, αλλά η ανησυχία δεν έλεγε να τον αφήσει. Και τώρα, μόλις μπήκε στο χωριό, άκουσε θρήνο από του γιου του, του Μιχάλη, το σπίτι. Πήδηξε κάτω από το μουλάρι κι έτρεξε. Παραμέρισε άνδρες και παιδιά στην αυλή και με την ψυχή στο στόμα ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο καθιστικό.

Είδε τις γυναίκες να μαδιούνται και πάνω στο τραπέζι παρατημένο ένα ανοικτό μαντήλι, λεκιασμένο από αίμα. Πρόλαβε και ξεχώρισε το ρολόι του γιου του, τον χρυσό του σταυρό και το φυλακτό του. Πήρε στην αγκαλιά του τα εγγονάκια του, που τρομαγμένα είχαν βάλει τα κλάματα, και προσπάθησε να τα παρηγορήσει. Ένιωσε να πνίγεται.

Κατέβηκε τις σκάλες και σταμάτησε στην αυλή ίσα ίσα για ν’ ανάψει ένα τσιγάρο. Τράβηξε μια ρουφηξιά, καβάλησε πάλι το μουλάρι και πήρε τον δρόμο για τα Γιαλοπόταμα. Τα μάτια του έτρεχαν και δεν ξεχώριζε καλά που πήγαινε. Μόλις βγήκε από το χωριό και πήρε το μονοπάτι που περνούσε πάνω από τους γκρεμούς, χάιδεψε με το χέρι του τον λαιμό του μουλαριού. «Κι εδά, μωρέ Μελί», του ’πε, «ίντα γίνεται; Εγώ ζωή δεν έχω μπλιο, του λόγου σου;»

Κοκάλωσε το μουλάρι απότομα λες και κατάλαβε τα λόγια και τον πόνο του. Ανατρίχιασε, ολόρθη ήρθε και στάθηκε η χαίτη στον λαιμό του, τίναξε το κεφάλι ψηλά, υπερήφανα ως είχε συνηθίσει, το ’φερε δεξά, το γύρισε ζερβά ανήσυχο, ανοιγόκλεισε με δύναμη τα ρουθούνια και χλιμίντρισε πονεμένα. Κραυγή απελπισίας, ίδιο ανθρώπινο κλάμα εισέπραξε το χλιμίντρισμα εκείνη την ώρα ο Δημητράκης. Ετούτο το σημάδι περίμενε και χωρίς να χάσει στιγμή, «εκατάλαβα, συμφωνείς κι εσύ», του ’πε. «Άντες εδά κι ο Θεός να μας -ε-συχωρέσει».

Κράτησε σφιχτά τα χαλινάρια, έβγαλε από το στόμα του το τσιγάρο, το ’πιασε προσεκτικά με τα δυο του δάχτυλα, τίναξε τη στάχτη μέχρι να φανεί ολοκόκκινη η καύτρα και σβέλτα το ’ριξε μέσα στ’ αυτί του ζωντανού. Σαν αλλοπαρμένο αυτό, τρελαμένο από τον αβάσταχτο πόνο που αισθάνθηκε στη βάση του μυαλού του, αφηνίασε και μ’ ένα σάλτο βούτηξε στον γκρεμό.

Εκεί τους βρήκε σκοτωμένους την άλλη μέρα ο Νικολής που είχε ανησυχήσει κι έψαχνε τ’ αφεντικό του όλη τη νύχτα.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: