Άγονη γραμμή

23 Μαρτίου 2008

Ποιός είναι ο βιαστής

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 2:25 πμ
Tags:

Η βροχή λες και έπεφτε σταγόνα – σταγόνα ακατάπαυστα, πάνω στην ψυχή του. Κοίταζε από το παράθυρο το υγρό παραπέτασμα, που ξεχυνόταν αδιάφορο από τον ουρανό και η υγρασία εισχωρούσε σε κάθε του κύτταρο. Ωστόσο μέσα στο γραφείο του ήταν ζεστά και το οικείο περιβάλλον του, δεν δικαιολογούσε την ερημιά που ένιωθε να τον περιβάλει με ύπουλο τρόπο. Το χτύπημα του τηλεφώνου διέκοψε απότομα την απαισιοδοξία, που είχε εισβάλει στον χώρο του, απρόσκλητη πρωί-πρωί. Στο διπλανό γραφείο, η γραμματέας του το σήκωσε και έδωσε τις πληροφορίες που της ζήτησαν, χωρίς να τον ενοχλήσει.

Το βλέμμα του στάθηκε πάνω στη κοπέλα, που εργαζόταν αδιάφορη για την
προσοχή του. Του θύμιζε αφόρητα την κόρη του. Το χαμόγελο της, το ανάστημα της, το χρώμα των μαλλιών της. Η κόρη του! Του έλειπε τόσο πολύ!

Ο Τάσος Παπασηφάκης, επιτυχημένος επιχειρηματίας, σκεφτόταν με νοσταλγία την ζωή του, όταν ακόμη αγωνιζόταν να επιτύχει. Αφοσιωμένος να κυνηγάει τις επιδιώξεις του, δεν είχε αντιληφθεί την ευτυχία που τον άγγιζε. Δεν αισθανόταν τα απλά πράγματα, που του χάριζε, όπως το γέλιο της κόρης του, τo χάδι της γυναίκας του, τις ήσυχες ώρες στην βεράντα του σπιτιού τους.

Τραβούσε την γραβάτα του νευρικά, άνοιγε το πουκάμισο του και αγωνιούσε ν’ αναπνεύσει. Πνιγόταν από την καθημερινότητα και κυνηγούσε τους στόχους του. Ούτε που το κατάλαβε πότε έμεινε μόνος του. Η γυναίκα του, μετά από τις αποτυχημένες προσπάθειες της, να διεκδικεί την παρουσία του, χάνοντας πια την υπομονή της, ζήτησε μετάθεση στην Αθήνα, κοντά στους δικούς της και πήρε μαζί της και την κόρη τους. Εκείνος είχε, όπως πάντα πολύ δουλειά, για ν’ ασχοληθεί με το τι συνέβαινε. Έτσι χωρίς να το καταλάβει ήρθε ο χωρισμός.

Ο Τάσος πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Η βροχή, του θύμιζε τον μουντό ορίζοντα του Λονδίνου, που αντίκριζε κάθε μέρα η κόρη του, αφού σπούδαζε εκεί. Όμως δεν ήταν το ίδιο εδώ. Ξαφνικά σταμάτησε να βρέχει και μια άτακτη ηλιαχτίδα ξετρύπωσε πίσω από το σύννεφο και έτρεξε να διαπεράσει την μοναξιά του και να ξεκουραστεί πάνω στα μαλλιά της κοπέλας, που εργαζόταν επιμελώς. Η εικόνα των φωτισμένων μαλλιών, γέμισε την ψυχή του νοσταλγία και στοργή. Χωρίς να το σκεφτεί, εντελώς αυθόρμητα, άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μαλλιά της γραμματέας του, νομίζοντας για μια ελάχιστη στιγμή, πως ήταν της κόρης του.

Μια ελάχιστη στιγμή, για μια ανεπαίσθητη κίνηση, πώς είναι δυνατόν να καταστραφούν όλα; Ήταν παρεξήγηση; Κανένας δεν θέλησε να το εξετάσει.

Κλεισμένος στο τμήμα, μέχρι να περάσει από αυτόφωρο, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει, τι συνέβη και τον αντιμετώπιζαν, σαν εγκληματία. Όλοι έπεσαν με μανία πάνω του. Η αστυνομία, ο εισαγγελέας, οι εφημερίδες, τα κανάλια, οι γείτονες, οι γνωστοί, οι φίλοι.
Πρωτοσέλιδο θέμα στις εφημερίδες:

«Γνωστός επιχειρηματίας αποπειράθηκε να παρενοχλήσει σεξουαλικά την γραμματέα του. Ανυποψίαστο εργαζόταν το θύμα, κατά την ώρα της απόπειρας…»

Με αυστηρό βαρυσήμαντο ύφος, η παρουσιάστρια των ειδήσεων, έκανε γνωστό στο πανελλήνιο το έγκλημα του.

«Η σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών, στον χώρο εργασίας τους, αποτελεί τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Ποιός θα υπερασπιστεί επιτέλους τα θύματα; Ο επιχειρηματίας Τάσος Παπαδοσηφάκης συνελήφθη έπ’ αυτοφώρω και οδηγήθηκε από τα όργανα της τάξης στο τμήμα, όπως του άξιζε. Η συνεργάτης μας Μαρία Γρηγορέα έτρεξε έξω από το Αστυνομικό τμήμα να του ζητήσει
δήλωση. Μαρία Γρηγορέα σε ακούμε».

Η εικόνα έδειχνε την οργισμένη δημοσιογράφο, και γύρω της μια ομάδα συναδέλφους της, να κυνηγά τον επιχειρηματία, καθώς διάβαινε τα σκαλιά της εισόδου, προτείνοντας το μικρόφωνο, σαν όπλο εναντίον του.

Μαρία Γρηγορέα: Σκεφτήκατε το κακό που κάνατε στην γραμματέα σας;
Επιχειρηματίας: Εγώ;…εγώ ξέρετε…..τι μου λέτε, το κορίτσι θα μπορούσε να είναι κόρη μου……
Μαρία Γρηγορέα: Πώς, βιάζατε και την κόρη σας; Δεν είναι δυνατόν. Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν αδίστακτο εγκληματία……

Ο Τάσος Παπαδοσηφάκης, αναγκασμένος να υπομένει τον ψυχαναγκαστικό βιασμό της νόμιμης κράτησης, ευτυχώς δεν παρακολουθούσε τηλεόραση. Έφερνε στο μυαλό του τις εικόνες, που είχε ζήσει και αισθανόταν πως βρισκόταν σε δραματική θέση, χωρίς να ξέρει τον λόγο. Πάντοτε στην ζωή του κυριαρχούσε η λογική και τώρα ζούσε ένα παραλογισμό. Στο κρατητήριο επικρατούσαν πολύ άσχημες συνθήκες. Ένας σύγχρονος άνθρωπος είναι αδύνατον ν’ αντέξει για πολύ ώρα εκεί μέσα. Απελπισμένος κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο. Ένιωθε την καταστροφή να τον πλησιάζει απειλητικά. Ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει με κάποιον. Προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με τους αστυνομικούς, αλλά του γύριζαν περιφρονητικά την πλάτη. Ανάμεσα από τις όρθιες σιδερένιες μπάρες του μικρού παράθυρου έβλεπε μια θλιβερή αυλή και άκουγε τις ομιλίες, σε μια άγνωστη γλώσσα, από τους κρατούμενους του απέναντι κελιού. Ήταν αλλοδαποί και έτσι ήταν αδύνατον να μιλήσει μαζί τους Ασφαλώς δεν θα είχαν άδεια παραμονής. Όμως τόσοι φίλοι και συγγενείς, κανένας δεν ενδιαφέρεται για την τύχη του; Παρακαλούσε τον Θεό, η κόρη του, να μη μάθει τίποτε απ’ όλα αυτά, γιατί θα πληγωνόταν πολύ, αν και ήταν σίγουρος, πως δεν θα πίστευε αυτή την παράλογη ιστορία. Είχε την αίσθηση, πως βρισκόταν μέσα στην έρημο και δεν υπήρχε πουθενά ούτε μια σταγόνα νερό να ξεδιψάσει. Γι’ αυτό είδε την επίσκεψη του φίλου του, σαν όαση και έπεσε στην αγκαλιά του, ζητώντας του απεγνωσμένα να τον σώσει.

«Έλα, ηρέμησε λοιπόν. Δεν είναι και τόσο τραγικά τα πράγματα! Γιατί δεν μου τηλεφώνησες αμέσως; Επιτρέπεται να το μάθω από την τηλεόραση;Δικηγόρος δεν είμαι; Ποιος θα σε βοηθούσε, μου λες;» τον μάλωσε.
«Πάρε με από δω μέσα σε παρακαλώ».
«Κάθισε να μιλήσουμε πρώτα, ηρέμησε, σε καταλαβαίνω, θα τακτοποιηθούν όλα».

Ο Τάσος ανάσανε με ανακούφιση και κάθισε στο άβολο παγκάκι. Άρχισε να διηγείται, τι ακριβώς είχε συμβεί, την νοσταλγία που είχε νιώσει και το πατρικό χάδι που αυθόρμητα έδωσε στην κοπέλα του γραφείου του, εξηγώντας, ότι την είχε προσλάβει ακριβώς επειδή του θύμιζε την κόρη του. Οι υστερικές φωνές της ξεσήκωσαν τους ανθρώπους των γειτονικών γραφείων, κάποιοι ειδοποίησαν την αστυνομία και βρέθηκε εδώ, χωρίς κανένας ν’ αναρωτηθεί, μήπως έγινε λάθος. Ο δικηγόρος ξερόβηξε, κοιτάζοντας το ρολόι του. Ο Τάσος για μια στιγμή αισθάνθηκε μια δυσπιστία στο βλέμμα του.

«Δεν με πιστεύεις;» τον ρώτησε με αγωνία.
«Σε πιστεύω ησύχασε, αλλά τώρα σημασία έχει να σε βγάλω από δω μέσα και δεν έχομε αποδείξεις γι’ αυτά που ισχυρίζεσαι».
«Δεν τα ισχυρίζομαι, έτσι είναι, δεν έκανα τίποτε κακό»
.
«Ναι, όμως το δικαστήριο λειτουργεί με στοιχεία. Είναι καλύτερα να επικαλεστούμε μια στιγμή αδυναμίας σου, πως σε προκάλεσε και η νεαρή και να δηλώσεις την ειλικρινή μεταμέλεια σου».

Ο Τάσος ένιωσε να βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε πύραυλο έτοιμο να εκτοξευτεί.

«Τρελάθηκες, τι μου ζητάς τώρα, να παραδεχτώ ότι είμαι κάθαρμα;»
«Όχι βρε αδελφέ, πώς το παίρνεις έτσι;»
«Κάθαρμα είναι αυτός, που εκμεταλλεύεται την ανάγκη ενός κοριτσιού για δουλειά και το παρενοχλεί στον χώρο ακριβώς που την προσφέρει, έχω και γω κορίτσι κατάλαβες; Θέλεις να παραδεχτώ, ότι επιχείρησα να την βιάσω; Ξέρεις τι θα πει αυτό για μένα;»

Είχε γίνει κατακόκκινος και έτρεμε. Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο πέρασε μπροστά του όλη του η ζωή. Ήταν μικρό παιδί, περίπου οχτώ χρονών και έπαιζε μ’ ένα ξεφουσκωμένο τόπι στην αυλή του σπιτιού τους. Οι γονείς του έλειπαν σε μια δουλειά και είχαν ζητήσει από φίλο τους να τον προσέχει. Έπαιζε μόνος του στην αυλή, έτρεχε, κλωτσούσε χαρούμενος ένα τόπι, ώσπου μια σκιά έπεσε πάνω του, μια μαύρη σκιά, τεράστια μέχρι τον ουρανό και έκρυψε τον ήλιο κι έκλεψε την ξεγνοιασιά του, την χαρά του, την αθωότητα, τα παιδικά του χρόνια για πάντα. Έκλεισε τα μάτια του για να μη δει την μορφή της, αλλά γνώρισε την φωνή της, ήταν ίδια η φωνή του φίλου του μπαμπά του, που του ζητούσε να μη μιλήσει ποτέ σε κανένα και γέμισε το χέρι του καραμέλες και σιγά – σιγά χάθηκε στον ουρανό αφήνοντας μαύρα σύννεφα στην ψυχή του, που πάλευε όλη του την ζωή να τα διαλύσει.

Ένιωθε ένοχος, χωρίς να γνωρίζει το σφάλμα του, νόμιζε πως ήταν κατώτερος από τους άλλους και διάβαζε πολύ για ν’ αποδείξει την αξία του, αν και οι δικοί του δίπλα του δεν το έμαθαν ποτέ, εκείνος αισθανόταν έτσι και δούλευε συνεχώς για να πιστέψει ο ίδιος στον εαυτό του και προσπαθούσε ποτέ, να μη κάνει κακό σε κανένα. Έτρεμε ολόκληρος και φώναζε, γιατί δεν δεχόταν ότι έβλαψε τώρα και ένιωθε ξανά την αδικία να τον απειλεί. Ο δικηγόρος τάχασε, δεν περίμενε αυτή την αντίδραση, δικαιολογήθηκε, πως παρεξήγησε τα λόγια του, ζήτησε αναβολή της δίκης και τον συνόδεψε σπίτι του, υποσχόμενος να μελετήσει την υπόθεση και να μιλήσει με την κοπέλα, να καταλάβει το λάθος της. Ο Τάσος επέστρεψε σπίτι του και προσπάθησε να μαζέψει τα διασκορπισμένα κομμάτια της ψυχής του και να ηρεμήσει μέσα στην ασφάλεια του δικού του χώρου, όπως το κυνηγημένο θηρίο στην φωλιά του. Έκανε μπάνιο τρίβοντας το κορμί του με δύναμη, για να βγάλει από πάνω του την αθλιότητα του κρατητηρίου και κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα να χαλαρώσει. Από συνήθεια άνοιξε την τηλεόραση και έμεινε άφωνος να κοιτάζει την οθόνη. Σπασμωδικά άλλαξε κανάλι και το ίδιο θέμα κυριαρχούσε στην μεσημεριανή κουτσομπολίστικη εκπομπή. Το άλλαξε ξανά και πάλι το ίδιο. Δημοσιογράφοι, ψυχολόγοι, παπάδες, μοντέλα, συζητούσαν όλοι μαζί, διαφωνούσαν και κατέκριναν, με θέμα τους το αυθόρμητο χάδι του, που είχε μεταλλαχθεί σε σεξουαλική παρενόχληση και είχε πάρει διαστάσεις βιασμού. Ποιός ήταν ο βιαστής και ποιός ο βιασμένος; Πώς θα μπορούσε να ζήσει μέσα σ’ αυτόν τον διασυρμό; Έκλεισε την
τηλεόραση, αλλά χτύπησε το τηλέφωνο.

«Ο κύριος Παπασηφάκης; Είμαστε από την τηλεοπτική εκπομπή «Κοινωνικό ενδιαφέρον», θα σας βγάλουμε στον αέρα να μιλήσετε για την υπόθεση σας. Ναι, παρακαλώ με ακούτε…ναι…δεν θέλει να μας μιλήσει ο…».

Κατέβασε με ορμή το ακουστικό. Έκανε ένα βήμα πίσω κι έπεσε πάνω στον τοίχο. Άπλωσε τα χέρια του και…οι τοίχοι του σπιτιού του είχαν πλησιάσει τόσο ο ένας τον άλλο, που δεν μπορούσε να κινηθεί, ούτε να πάρει αέρα. Η μοναξιά, δική του δημιουργία, εφιαλτική και αβάσταχτη, χωρίς λύπηση τον έριχνε σ’ έναν εφιάλτη, όπου με αγωνία έψαχνε ν’ ανακαλύψει ένα χέρι να κρατηθεί, μια αγαπημένη αγκαλιά να ξαποστάσει, ένα χαμόγελο να διαλύσει τις απειλές, ένα τραγούδι να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Γονάτισε κάτω και έκρυψε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του.

Δεν άκουσε το κλειδί στην πόρτα, ούτε τα βήματα στον διάδρομο, μόνο τον αέρα ένιωσε που έτρεξε να του δώσει ανάσα και τα χέρια που τον σήκωσαν από κάτω. Αισθάνθηκε να τον τυλίγει η ζεστασιά, από τα μάτια που τον κοίταζαν και ξαφνικά το δωμάτιο απέκτησε πάλι την ευρυχωρία του και γέμισε αέρα και φως. Απλωσε τα χέρια του κι έσφιξε στην αγκαλιά του την κόρη του.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: