Άγονη γραμμή

5 Απριλίου 2008

Δις εις θάνατο (Αφήγημα)

Filed under: Στυλιανουδάκη Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 7:05 πμ
Tags:

Ο Μάρκος ο Γάσπαρης ήταν ο παππούς της μητέρας μου. Γεννήθηκε γύρω στα 1835 στο Μαλλάκι, ένα μικρό χωριό του δυτικού Ρεθύμνου. Ήταν από μεγάλο σόι, καλός νοικοκύρης και καλός χριστιανός. Ούτε νερό δεν έπινε χωρίς να κάμει πρώτα το σταυρό του.
Παντρεύτηκε την Παγώνα του Ψαθογιάννη από τους Κούμους και γι αυτό το λόγο είχε περιουσία και στα δυο αυτά χωριά. Ήταν γενναίο παλικάρι και έδωσε το παρόν σε όλους  τους τοπικούς αγώνες. Στην επανάσταση του 1866, για λόγο που δεν γνωρίζω ακριβώς, ίσως για ν’ αποφύγει τους Τούρκους, πήρε τη γυναίκα του και τον τρίχρονο γιο τους, τον Αντρέα, που αργότερα τον έβρισκες μόνο με το όνομα Αναγνώστης, γιατί κατάφερε να μάθει γράμματα και βοηθούσε τον παπά στην εκκλησία ως ψάλτης, και κατέφυγε στα Σελλιά του Αï-Βασίλη.
Eκεί αγόρασαν ένα λιόφυτο κι ένα παλιό σπίτι με το περιβολάκι του. Έφτιαξαν το νοικοκυριό τους και ξεκίνησαν από την αρχή. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, η ζωή σκληρή και οι Τούρκοι μόνιμη απειλή. Ο Μάρκος δούλευε σκληρά να τα φέρει βόλτα, ώσπου κάποια μέρα αρρώστησε βαριά. Μέρες πάλευε με το χάρο. Πρακτικά γιατροσόφια, γηθειές και διαβαστικά δεν έφερναν αποτέλεσμα. Ο πυρετός τον έψηνε. Ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Παραμιλούσε διαρκώς και δεν γνώριζε ούτε τη γυναίκα του ούτε το παιδί του. Οι γειτόνισσες, που πήγαιναν τα βράδια να κρατούν συντροφιά στην Παγώνα, κατά που το συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια, όταν έφευγαν, κουνούσαν το κεφάλι τους με νόημα και πονούσε η ψυχή τους το νέο άνθρωπο που φαινόταν πως οι μέρες του ήταν μετρημένες.
Ένα βράδυ, τον έπιασε μια δυνατή κρίση. Σπάραζε σαν το ψάρι πάνω στο κρεβάτι και τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Η Παγώνα μάταια προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Φοβόταν πως δεν θα ξημερωθεί. Ντράπηκε όμως να φωνάξει τις γειτόνισσες, γιατί δεν ήταν πολλή ώρα που είχαν φύγει. Το παιδί έκλαιγε σιωπηλά σε μια γωνιά και παρακαλούσε την Παναγία να γιατρέψει τον πατέρα του, όπως έβλεπε να κάνει και η μάνα του.
Κατά τα ξημερώματα ο άρρωστος, αποκαμωμένος από την αγωνία, άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε με πόνο τη γυναίκα του και το παιδί του, γύρισε το κεφάλι του στο πλάι και ξεψύχησε. Η Παγώνα τού έκλεισε τα μάτια και, προσπαθώντας να μην κλάψει, είπε στο παιδί πως ο πατέρας του κοιμήθηκε και τον έστειλε κι αυτόν να κοιμηθεί. Ο Αντρέας, που δεν είχε καταλάβει τίποτα, υπάκουσε στη μητέρα του, πήγε στο κρεβάτι του, και, καθώς ήταν εξαντλημένος από την αγρύπνια και το κλάμα, τον πήρε αμέσως ο ύπνος.
Η δύστυχη Παγώνα, αφού βεβαιώθηκε πως το παιδί κοιμάται, άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν και με τρεμάμενα χέρια έβγαλε τα μουσκεμένα από την αγωνία ρούχα του νεκρού, τον έπλυνε με κρασί και του φόρεσε τα ρούχα που είχε ετοιμάσει για την περίσταση. Ύστερα συγύρισε το δωμάτιο και φόρεσε το μαύρο της φουστάνι.
Εν τω μεταξύ είχε ξημερώσει και το χωριό άρχισε να ξυπνά. Χτύπησε την πόρτα της γειτόνισσας, της είπε το μαντάτο και την παρακάλεσε να ειδοποιήσει τον παπά για να χτυπήσει την καμπάνα και να διαβάσει την ευχή στο νεκρό.
Οι χωριανοί ο ένας με τον άλλο πληροφορήθηκαν το θάνατο του χωριανού τους και έτρεξαν να ανάψουν ένα κερί στο λείψανο και να συνδράμουν τη χήρα να ετοιμάσει το ξόδι.
Οι χαροκαμένες γυναίκες έσυραν μοιρολόι, γιατί θυμήθηκαν κι αυτές τους δικούς τους νεκρούς, και τους έστελναν μαντάτα και χαιρετίσματα με τον καινούργιο αναχωρητή. Η δύστυχη Παγώνα παρασύρθηκε από το μοιρολόι τους και άρχισε κι αυτή να μοιρολογάται. Άφησε να ξεσπάσει ο πόνος της για το χαμό του άντρα της, αλλά πιο πολύ ο φόβος και η έγνοια της για το ορφανό.
Την ώρα που κατέβαζαν το νεκρό στον τάφο και ήταν έτοιμοι να τον σκεπάσουν με χώμα, εκείνος άνοιξε τα μάτια του και δοκίμασε να κάμει το σταυρό του, όπως το συνήθιζε. Όταν αντιλήφθηκε πως τα χέρια του ήταν δεμένα, κοίταξε γύρω του με απορία και είπε: «Μωρέ κοπέλια, ζωντανό θα με θάψετε;» Οι γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν πως εβρυκολάκιασε κι έκαναν το σταυρό τους. Οι πιο ψύχραιμοι κατάλαβαν πως ο Γάσπαρης δεν είχε πεθάνει. Είχε πάθει απλά νεκροφάνεια. Αυτό είχαν ακουστά πως συνέβαινε κι άλλες φορές, σε περιπτώσεις που έθαβαν τους νεκρούς βιαστικά, ειδικά όταν τους κυνηγούσαν οι Τούρκοι. Το καταλάβαιναν, γιατί κατά την εκταφή, έβρισκαν το νεκρό να έχει πάρει διαφορετική στάση από την κανονική, δείγμα ότι είχε ταφεί ζωντανός και, στην απεγνωσμένη πλην μάταιη προσπάθεια που του υπαγόρευε η αυτοσυντήρηση, είχε μετακινηθεί, όσο του επέτρεπε ο χώρος, ώσπου να επέλθει ο φρικτός θάνατος. Ο Μάρκος στάθηκε τυχερός, γιατί «αναστήθηκε», πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία της ταφής και προτού απομακρυνθεί ο κόσμος από το κοιμητήρι. Ένας απ’ όλους, λοιπόν, του είπε: « Δε σε θάψαμε, Μαρκάκη. Επειδή όμως ήσουνε άρρωστάρης και μας -ε-κυνηγούσανε οι Τούρκοι, είπαμε να σε χώσομε να μη σε σκοτώσουνε». Αυτό το είπε για να μην τρομάξει ο άνθρωπος και πεθάνει από συγκοπή, αυτή τη φορά στ’ αλήθεια. Τον βοήθησαν να βγει από το λάκκο και όταν συνήλθε του εξήγησαν πώς είχαν τα πράγματα. Αυτός έκαμε το σταυρό του και δόξασε το Θεό.
Άργησε να συνέλθει απ’ αυτήν την περιπέτεια, που του άφησε κουσούρι μια ολοκληρωτική κώφωση. Δεν άκουγε κανέναν ήχο, κανένα θόρυβο. Αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει ο Γάσπαρης. Παρακαλούσε μέρα νύχτα την Παναγία να τον γιατρέψει αλλά μάταια. Ένα Σαββάτο βράδυ σηκώνεται, παίρνει το τουφέκι του και πάει στην εκκλησία. Ανάβει τα καντήλια, γονατίζει μπροστά στο εικόνισμα και με δάκρυα στα μάτια αρχίζει να παρακαλεί: «Παναγία μου, α δε με θέλει η χάρη Σου επαδά, δώσε μου την υγειά μου και ’γώ θα σου χαρίσω την περιουσία μου και θα φύγω γιαμιάς. Αλλιώς, θωρείς το το ν- τουφέκι, θα τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Σου δίνω διορία ως το πρωί, κι ύστερα θα δεις πώς βαστά ο Γάσπαρης το λόγο-ν-του». Εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη τον πήρε ο ύπνος.
Το πρωί, ήρθε ο παπάς στην εκκλησία για τη Λειτουργία της Κυριακής. Πριν ανοίξει την πόρτα χτύπησε πρώτα την καμπάνα, όπως το συνήθιζε κάθε φορά. Δεν είχε αφήσει καλά καλά το σκοινί και βλέπει την πόρτα να ανοίγει και να πετάγεται έξω ο Γάσπαρης. Γεμάτος χαρά και με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιάζει τον παπά και του λέει: « Παπά μου, άκουσα την καμπάνα, η χάρη τση Παναγίας έκαμε-ν-το θαύμα τση. Ακούω σαν και πρώτα. Δόξα να ’χει η χάρη Τση». Ο παπάς έμεινε εμβρόντητος, όταν διαπίστωσε πως πραγματικά ο Γάσπαρης είχε ξαναβρεί την ακοή του. Δόξασε κι αυτός την Παναγία και άρχισε να χτυπά πάλι την καμπάνα για πολλή ώρα, γρήγορα και χαρμόσυνα, όπως στη Διπλανάσταση. Οι χωριανοί, καθώς άκουσαν την καμπάνα να χτυπά αλλιώτικα, δεύτερη φορά σε τόσο σύντομα διάστημα, κατάλαβαν πως συμβαίνει κάτι σοβαρό. Έτρεξαν στην εκκλησία και πληροφορήθηκαν το γεγονός. Όλοι μαζί λειτουργήθηκαν και δόξασαν την Παναγία για το θαύμα της.
Ο Γάσπαρης κράτησε το λόγο του. Χάρισε το σελλιανό λιόφυτο στην εκκλησία της Παναγίας, πήρε την οικογένειά του και ξαναγύρισαν στο Μαλλάκι. Από κει κι ύστερα απόκτησε άλλα πέντε παιδιά, τρεις γιους και δυο θυγατέρες, ανάμεσά τους και τη Μαριγώ, τη γιαγιά μου. Πάντρεψε τα παιδιά του και ευτύχησε να χορέψει στα γόνατά του πολλά εγγόνια, ακόμη και δισέγγονα από τον πρωτογιό του, τον Αναγνώστη.
Όλα αυτά τα χρόνια, όμως, το Γάσπαρη τον βασάνιζε μια έγνοια, που γινόταν πιο βασανιστική, όσο καταλάβαινε πως τα χρόνια περνούσαν και οι δυνάμεις του άρχιζαν σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν.
Ένα πρωί, λοιπόν, σηκώνεται κι ετοιμάζει τη φοράδα. Λέει στην Παγώνα να του φέρει το καλό χαλί και το στρώνει στο σομάρι. Από τη μια μεριά φορτώνει ένα κοφίνι και βάζει μέσα ένα ασκί με κρασί κι από την άλλη ένα σακκούλι μ’ ένα τουλουμοτύρι. Ύστερα καβαλικεύει και ξεκινά για τη Χώρα.
Ξεπεζεύει στο δεσποτικό και ζητά να δει το Δεσπότη. Ήταν άλλωστε παλιοί γνωστοί με το Διονύσιο,* γιατί τον είχε φιλοξενήσει αρκετές φορές, όταν πήγαινε στο Μαλλάκι στην εορτή του Σωτήρα Χριστού, στις έξι του Αυγούστου.
Ο διάκος παρέλαβε το κρασί και το τυρί που κρατούσε πεσκέσι ο επισκέπτης και τον έμπασε στο δεσποτικό. Ο Δεσπότης τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει τα νέα του χωριού και κουβέντιασαν αρκετή ώρα για διάφορα θέματα.
Κάποια στιγμή ο Γάσπαρης του λέει: «Θεοφιλέστατε, εγέρασα και δεν κατέχω πότε θα με καλέσει κοντά του ο Κύριος. Γι αυτό ήρθα να μου δώσεις τη συμβουλή σου, για ένα πράμα που με βασανίζει εδά και πολλά χρόνια. Εγώ, όπως κατέχεις, απόθανα μια φορά και μου διαβάσανε και τα γράμματα τση κηδείας. Θέλω να μου πεις, αν-ε- κάνει να μου τα ξαναδιαβάσουνε, όντε θα ποθάνω κανονικά».
Ο Δεσπότης τον διαβεβαίωσε πως κάνει, και αστεïζόμενος του είπε πως, όταν έρθει εκείνη η ώρα, θα του διαβάσει ο ίδιος τη νεκρώσιμη ακολουθία, αρκεί να τον ειδοποιήσουν. Ο Γάσπαρης του φίλησε το χέρι, τον αποχαιρέτησε, καβαλίκεψε τη φοράδα και γύρισε στο χωριό ανακουφισμένος.
Έζησε αρκετά χρόνια ακόμη, αλλά ήταν συνεχώς άρρωστος. Όταν μάλιστα πέθανε η συντρόφισσά του, ένιωθε πολύ δυστυχισμένος και μόνος και παρακαλούσε το Θεό να τον ξεκουράσει. Ο Θεός άκουσε τα παρακάλια του και τον πήρε κοντά Του γρήγορα.
Στην κηδεία του, ο Δεσπότης δεν ήρθε! Είχε πεθάνει πριν τρία χρόνια!
-.-

* Πρόκειται για το Διονύσιο Καστρινογιαννάκη, Επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, που κοιμήθηκε το 1915 σε ηλικία 54 ετών.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: