Άγονη γραμμή

20 Απριλίου 2008

Ο γάμος στα Σελλιά τα πρώτα 70 χρόνια του 20ου αιώνα

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 7:17 μμ
Tags:

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ

α’ ορισμός ημερομηνίας του γάμου.

Στα Σελλιά δεν γίνονταν ποτέ γάμοι σαρακοστή, ούτε Μάη (για να μη τους πιάνουν τα μάγια). Απόφευγαν το δίσεκτο χρόνο, μα όχι απόλυτα. Μέρα του γάμου οριζόταν η Κυριακή, με σπανιότατες εξαιρέσεις.

Όσον αφορά την εποχή του χρόνου, οι περισσότεροι γάμοι ορίζονταν Φθινόπωρο. Οκτώβρη και Νοέμβρη, μέχρι τις Απόκριες του Σαρανταήμερου, αλλά και μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων. Η εξήγηση για την επιλογή της εποχής, είναι ότι αυτή την εποχή έβγαινε το λάδι. Έπρεπε να έχουν και οι δυο οικογένειες, που έκαναν το γάμο, γεμάτα τα πιθάρια τους, για να αντιμετωπίσουν τα έξοδα, αλλά και οι χωριανοί για το κανίσκι. Το λαδοπίθαρο ήταν τότε το μοναδικό πορτοφόλι όλων των χωριανών.

β’ τελευταία εβδομάδα πριν το γάμο.

Από την αρχή της εβδομάδας κινητοποιούνταν οι ξαδέρφες, θείες και στενές φίλες της νύφης. Όλο και κάποια μικροτελειώματα χρειάζονταν τα προικιά. Κάποιες κεντιές, κάποια δαντέλα ράψιμο κ.λ.π. Την Πέμπτη μαζεύονταν όλες, έχοντας μαζί και τα καρβουνοσίδερά τους, για να σιδερώσουν και διπλώσουν τα προικιά, να είναι έτοιμα το Σάββατο για να μεταφερθούν στο σπίτι του γαμπρού.

Έπρεπε να ζυμωθούν και να ψηθούν τα γαμοκούλουρα, τα παξιμαδάκια και το ψωμί που θα χρειαζόταν για τα τραπέζια του γάμου. Στο ζυμάρι των κουλουριών και των παξιμαδιών βάζανε ζάχαρη, κύμινο, πιπέρι, μαστίχα κι απ’ έξω σουσάμι. Ήταν πάρα πολύ νόστιμα. Τα ίδια κάνανε και στο σπίτι του γαμπρού, μόνο που εκεί κάνανε λιγότερα κουλούρια. Στης νύφης κάνανε πολλά, γιατί θα δίδανε σε όλες τις προυκολόισσες (γυναίκες συγγενείς του γαμπρού, που έπαιρναν τα προικιά (προυκιά, στα Σελλιά) από το σπίτι της νύφης και τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού), όπως θα πούμε παρακάτω.

γ’ το κάλεσμα

Η Παρασκευή ήταν η μέρα για το σφάξιμο των ζώων (συνήθως ένα μεγάλο χοίρο και μερικά πρόβατα), και του καλέσματος.

Πριν από το 1920-1930, δεν καλούσαν στο γάμο όλο το χωριό. Καλούσαν μόνο τους συγγενείς, γείτονες και φίλους. Αιτία ήταν η αδυναμία να εξυπηρετήσουν πολλούς καλεσμένους από έλλειψη χώρων. Επειδή όμως δημιουργούνταν παρεξηγήσεις από αυτούς που δεν προσκαλούνταν, άρχισαν σιγά-σιγά να καλούν όλους τους χωριανούς.

Ο πατέρας του γαμπρού, το ίδιο έκανε και ο πατέρας της νύφης, διάλεγε από τους ξαδέρφους του, τους δύο πιο κατάλληλους και τους όριζε καλεστές. Έτσι, την Παρασκευή το βράδυ, τέσσερις καλεστές -δύο από το γαμπρό και δύο από τη νύφη- γύριζαν από πόρτα και καλούσαν τους χωριανούς στο γάμο.

Η στερεότυπη φράση των καλεστάδων, σε κάθε σπίτι που πήγαιναν να καλέσουν, ήταν:

«Την Κυριακή θα παντρεύει ο ξάδερφός μου ο (τάδε) το γιο του (ή: την κόρη του) και σας έχει καλεσμένους να ‘ρθετε να πιούμενε το κρασάκι του»

«Ευχαριστούμε, και στω μ-παιδιώ σου, ή και στων εγγονακιώ σου, ή και στα δικά σου»,
ανάλογα ποια ευχή του ταίριαζε. «Κάτσε, μη φύγεις, να σε κεράσομε»

Τις γυναίκες που θα πήγαιναν στη μεταφορά των προικιών (προυκολόισσες), τις καλούσε ιδιαιτέρως ο γαμπρός. Καλούσε φυσικά τις πιο στενές συγγενείς του. Έπρεπε να είναι γνωστός ο αριθμός τους, για να ξέρει η νύφη πόσα κουλούρια θα χρειαστούν για δώρα.

Κάποια χρόνια, μετά την κατοχή, το κάλεσμα για το γάμο γινόταν με τον τελάλη. Ο εκάστοτε τελάλης, με τη βροντερή φωνή του, καλούσε το χωριό στο γάμο με τις ίδιες στερεότυπες φράσεις που χρησιμοποιούσαν και οι από πόρτα καλεστές.

δ’ συγκέντρωση σκευών

Από την Παρασκευή επίσης, και στα δυο σπίτια, έπρεπε να φροντίσουν οι γυναίκες να συγκεντρώσουν από συγγενικά και γειτονικά σπίτια σκεύη και σερβίτσια για το φαγητό. Τα καζάνια ήταν δυο-τρία στο χωριό και τα παίρνανε σε όλους τους γάμους. Χρειάζονταν όμως πιάτα και πιρούνια. Μάζευαν λοιπόν από τη γειτονιά.

Τραπέζια και καρέκλες δε χρειάζονταν πολλά. Τα αντικαθιστούσαν με μαδέρια (τάβλες).Από εκεί και τα «τραγούδια τση τάβλας». Ούτε ποτήρια χρειάζονταν πολλά. Στο τραπέζι περνούσε ο κεραστής με το δίσκο και την κανάτα με το κρασί και τους κερνούσε όλους στα ίδια ποτήρια.
ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΩΝ ΠΡΟΙΚΙΩΝ
Μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου, οι προετοιμασίες που περιγράψαμε πιο πάνω έπρεπε να έχουν τελειώσει. Ο γάμος κυρίως άρχιζε με το πάρσιμο των προικιών.

Το απόγευμα του Σαββάτου συγκεντρώνονταν οι ειδικά καλεσμένες γυναίκες και οι συγγενείς άνδρες (πιο ανοιχτή η συμμετοχή των ανδρών), στο σπίτι του γαμπρού. Σχηματιζόταν μια πομπή, με τους λυράρηδες μπροστά, και με ριζίτικα τραγούδια του δρόμου κατευθύνονταν, όλο δεξιά, προς το σπίτι της νύφης.

Οι συμπέθεροι στέκονταν έξω, για υποδοχή με τους δίσκους. Κρασί με μεζέ βραστό κρέας και ρακή με παξιμαδάκια. Κερνούσαν τους συμπεθέρους και αντάλλασαν ευχές.

«Καλώς σας ευρήκαμε, συμπεθέροι!»

«Καλώς ορίσετε, συμπεθέροι!»

«Εις υγεία, και στων παιδιώ σας, και στα δικά σας των ανύπαντρω»

Μετά άρχιζε η παράδοση των προικιών. Πρώτα το εικόνισμα. Το έπαιρνε ο παπάς, που συνήθως συνόδευε την πομπή ή, διαφορετικά, ο πατέρας του γαμπρού. Έπειτα τα υπόλοιπα. Στις γυναίκες δίδανε τα μικρά και ελαφριά. Στους άνδρες τα μεγάλα και βαριά. Τα έπιπλα, που, πριν την κατοχή, ήταν συνήθως: μια κασέλα, μια πιατοθήκη, ένα τραπέζι, τρεις-τέσσερις καρέκλες, μιά σκάφη για το ζύμωμα του ψωμιού και το κρεβάτι. Τα περισσότερα κρεβάτια ήταν δυο ξύλινα στρίποδα και πεντέξι σανίδες που έμπαιναν πάνω στα στρίποδα, και το στρώμα (δραπόντι το λέγανε) γεμισμένο με νευρίδες, ένα χόρτο με στενόμακρα φύλλα, σαν στενές κορδελίτσες, που δε σαπίζει εύκολα. Όποιος άνδρας εσήκωνε το στρώμα δεχότανε πολλά πειράγματα με υπονοούμενα: «Θα μπεις πρώτος στην αίτηση», και άλλα.

Οι άνδρες επίσης σήκωναν τις βαριές μάλλινες πατανίες, χιράμια, και τις σακούλες με τα μικρά ασπρόρουχα. Μερικοί άνδρες ξέφευγαν από τους πολλούς και έψαχναν σε άλλους χώρους του σπιτιού του συμπεθέρου και σήκωναν ό,τι εύρισκαν και το ‘παιρναν για προικιό. Συνηθιζόταν αυτό και μάλιστα ό,τι έπαιρναν δεν ξαναγύριζε. Γι αυτό είχαν στο δωμάτιο με τα προικιά, μόνο ό,τι προόριζαν να δώσουν στη νύφη.

Ξανασχημάτιζαν πομπή και κατευθύνονταν προς το σπίτι του γαμπρού με τραγούδια. Τα έβαζαν στοίβα σε ένα δωμάτιο, για να τα κρεμάσουν τη Δευτέρα, και έφευγαν. Πήγαιναν στα σπίτια τους να ετοιμάσουν τα κανίσκια.

ΤΑ ΚΑΝΙΣΚΙΑ
Όλοι οι καλεσμένοι έπρεπε να πάνε κάποιο δώρο στα σπίτια των οικογενειών που έκαναν το γάμο. Τα δώρα αυτά λέγονταν (και σήμερα έτσι λέγονται) κανίσκια. Κι αφού όλοι οι χωριανοί καλούνταν και από τη μεριά του γαμπρού και από της νύφης, όλοι πήγαιναν κανίσκι και στα δύο σπίτια.

Τα κανίσκια είχαν την έννοια να ενισχύσουν τις οικογένειες που έκαναν τους γάμους στα αυξημένα τους έξοδα. Γι αυτό το κανίσκι ανήκε στα πεθερικά κι όχι στο ζευγάρι. Η ενίσχυση του ζευγαριού ήταν το δώρο σε χρήματα που έβαζαν οι καλεσμένοι στο δίσκο, στην εκκλησία, όπως και σήμερα.

Όπως όλα τότε ήταν φτωχικά, ανάλογα ήταν και τα κανίσκια. Πριν το 1930 πήγαιναν για κανίσκι και πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί. Οι στενοί συγγενείς πήγαιναν και γαμοκούλουρα. Και φυσικά όλοι πήγαιναν λάδι.

Μετά το 1930, σιγά-σιγά κόπηκαν τα άλλα και έμεινε μόνο το λάδι και τα κουλούρια.

Όταν ένας στενός συγγενής της νύφης πήγαινε κανίσκι στο σπίτι του γαμπρού, και το αντίστροφο, όποιοι από τους συμπεθέρους είχαν το θάρρος, τον εκοσκίνιζαν. Τον έπιανε ένας από τα πόδια κι ένας άλλος από τις μασχάλες και τον αιωρούσαν μερικές φορές δεξιά, αριστερά. Αυτό γινόταν σε μια ατμόσφαιρα κεφιού, πολύ γέλιου και πειραγμάτων. Ουδείς φυσικά παρεξηγούσε.

ΤΟ ΓΛΕΝΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΠΕΖΙΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟΥ

Το Σάββατο βράδυ μαζεύονταν οι καλεσμένοι στους χώρους των γλεντιών. Τα γλέντια του γάμου ήταν δύο, ένα στο σπίτι του γαμπρού κι άλλο στο σπίτι της νύφης. Γι αυτό έγκαιρα έπρεπε να έχουν φροντίσει να εξασφαλίσουν λυράρηδες και τα δύο σπίτια.

Πριν την κατοχή, στους γάμους και στα άλλα γλέντια του χωριού, έπαιζαν χωριανοί λυράρηδες. Λαγούτο όμως δεν υπήρχε και τον πασαδόρο τον έκανε κάποιος χτυπώντας δυο κουτάλια ή τρίβοντας ένα κομπολόι σ’ ένα κρασοπότηρο.

Οι χώροι των γλεντιών ήταν τα σπίτια αυτών που έκαναν τους γάμους. Μικροί χώροι βέβαια, μα δεν υπήρχαν στο χωριό μεγαλύτεροι. Πολύ αργότερα, όταν έφτιασε ένας χωριανός καινούριο καφενείο, που ήταν σχετικά μεγάλο, άρχισαν να κάνουν τα γλέντια των γάμων εκεί.

Τα καζάνια και τα τραπέζια στήνονταν κυρίως στα πιο κοντινά συγγενικά ή φιλικά σπίτια. Δεν ήταν δυνατόν να χωρέσουν γλέντι και τραπέζια στο σπίτι των οικογενειών που έκαναν το γάμο. Αλλά οι φίλοι και οι συγγενείς φαίνονται σε τέτοιες ώρες. Διέθεταν τα σπίτια τους.

Άρχιζε λοιπόν η λύρα, άρχιζε ο χορός. Σε κοντινό σπίτι είχαν στηθεί οι τάβλες. Τα φαγητά στα καζάνια ήταν έτοιμα.

Τα φαγητά της εποχής που ερευνούμε (1900-1970), ιδίως μέχρι το 1950, ήταν: Κρέας με ρύζι ή με μακαρόνια ή με πατάτες, πάντα στο καζάνι. Πολύ παλιά, θυμούνται κάποιοι και μπακαλιάρο (βακαλάο) με ρεβίθια. Έβραζαν και κρέας (χοιρινό, άγδαρτο με 2-3 πόντους λίπος) που το χρησιμοποιούσαν για μεζέ στα κεράσματα κατά τη διάρκεια της νύχτας στο χορό.

Πήγαιναν οι σερβιτόροι και οι σπιτικοί από το χορό, έπαιρναν τους καλεσμένους και τους οδηγούσαν στις στρωμένες τάβλες. Όσους χωρούσαν στο μικρό χώρο ενός δωματίου. Αργότερα κι άλλους. Μέχρι να περάσουν όλοι από τις τάβλες.

Δεν άρχιζαν να τρώνε αν δεν έλεγαν κάποιο από τα τραγούδια της τάβλας.

«(Γ)ή πέτε το, (γ)ή να το πω στη τάβλας το τραγούδι,
γιατί κι η τάβλα θέλει το, κι οι άντρες χαίρουνταί το,
κι ο νοικοκύρης του σπιθιού, χρυσό καμάρι το ‘χει.»

Ή
«Μα ‘γω θωρώ τη ντάβλα μας κ’ είναι καλά στρωμένη.
Με γειες τ’ απού την έστρωνε, με γειες του με χαρές του,
και του καιρού να ‘ναι καλά, και του καιρού και πάντα,
να ‘ρθουν οι φίλοι να τον βρουν»

Σε όλη τη διάρκεια που τρώγανε οι καλεσμένοι, ο κεραστής τους κερνούσε κρασί. Τσουγκρίσματα τα ποτήρια, ευχές: «Να ζήσουν οι αίτιοι. Και στω παιδιώ μας να τ’ αξιωθούμενε. Κι εις τα δικά σας ανύπαντροι. Καλή ψυχή κι εμείς οι γερόντοι. Κι εις των εγγονακιώ σου μπάρμπα. Κι εις των επίλοιπώ σας παιδιώ», κ.λ.π., κ.λ.π. Με το κρασί ερχόταν κέφι για τραγούδι, ριζίτικα και μαντινάδες του γάμου. Ώσπου κάποιος σκεφτόταν να δώσει το σύνθημα: «Άντεστ’ εδά στο χορό, γιατί πρέπει να ‘ρθουν κι άλλοι να κάτσουνε στσι τάβλες».

Φεύγανε λοιπόν για το χώρο του γλεντιού με πολλές ευχαριστίες και πολλές ευχές ξανά στους σπιτικούς.

Συνήθως στα πιάτα πάντα μένανε κάποια αποφάγια. Σε άλλο λίγο, σε άλλο πολύ. Τα δύσκολα χρόνια της πείνας και των στερήσεων (1940 – 1950), τίποτα δεν πετούσαν. Τα παιδιά του χωριού έστεκαν απ’ έξω και περίμεναν το σύνθημα: «Ελάστε, κοπέλια». Με το που το ακούανε, ορμούσανε κυριολεκτικά.

«Μόλις εμπαίναμενε μέσα, έπαιζα μια αματέ γερά-γερά, να δω σε ποιο πιάτο είχανε αφητό πολύ φαητό οι μεγάλοι, κι εγλάκουνε και τ’ άρπουνε. Εκαταβροχθίζαμε γερά-γερά σα τζοι λούπηδες, γιατί θέλανε να ξαναστρώσουνε τσι τάβλες να ‘ρθουνε κι άλλοι μεγάλοι. Όποια κοπέλια δε εμπροκάνανε να βρούνε πιάτο, τωνε λέγανε να περιμένουνε στην άλλη καλάδα», μας διηγήθηκε ένας εβδομηντάρης.

Σε λίγη ώρα άλλοι καλεσμένοι συμπληρώνανε τις ξαναστρωμένες τάβλες. Και η ιστορία, με τους μεγάλους και τα παιδιά, επαναλαμβανόταν.

Την ίδια ώρα το γλέντι όλο και άναβε. Όσοι τα είχαν πιει στην τάβλα είχαν βγάλει κέφι για χορό και τραγούδι. Μα και στο χώρο του γλεντιού, σε όλη τη διάρκεια της νύχτας, ερχόταν κάθε τόσο οι κεραστές με το δίσκο το κρασί και βραστό κρέας, ή ρακή με παξιμαδάκια και αναζωπύρωναν τη φλόγα του κεφιού, αν τυχόν έδειχνε σημεία κάμψης.

Ο κόσμος πραγματικά γλεντούσε. Δεν έπαιζε ο λυρατζής μόνο συρτούς που χορεύουν λίγοι κι οι άλλοι κοιτάζουν. Έπαιζε και πολλούς χορούς που χορεύονται από πολλούς. Οι χοροί αυτοί (για πολλούς) ήταν κυρίως ο σιγανός πεντοζάλης, αλλά και σούστα, κατσιπαδιανός, μικράκι, μαλεβιζιώτης και πηδηχτός. Τραγουδούσαν και οι χορευτές κι όχι μόνο ο οργανοπαίχτης. Έτσι έβγαινε πολύ κέφι.

Οι συγγενείς του γαμπρού και της νύφης έμεναν όλο το βράδυ στου δικού τους το γλέντι. Οι λοιποί χωριανοί όμως, που όπως είπαμε είχαν προσκληθεί και από τις δυο μεριές, έμεναν κάποιες ώρες στο ένα γλέντι, μετά πήγαιναν και στο άλλο.

Έτσι γλεντούσαν όλη τη νύχτα του Σαββάτου. Η νύφη ξέκλεβε λίγες ώρες και πήγαινε σε κάποιο συγγενικό σπίτι για λίγο ύπνο. Να ‘ναι ξεκούραστη και φρέσκια την επόμενη μεγάλη μέρα.

ΚΥΡΙΑΚΗ, Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΩΣΗΣ

α’ η συνεπαρσιά

Από νωρίς το απόγευμα της Κυριακής άρχιζαν στα δυο σπίτια οι ετοιμασίες.

Τη νύφη χτένιζαν κάποιες χωριανές, όχι βέβαια ειδικές κομμώτριες, απλώς «πιτήδειες». Τα καλλυντικά ήταν μόνο η πούδρα. Το νυφικό ήταν ένα συνηθισμένο απλό φόρεμα που είχε ράψει Σελλιανή μοδίστρα. Ούτε πέπλο. Άσπρα νυφικά και πέπλα ήρθαν αργότερα. Ο γαμπρός ξυριζόταν κι ετοιμαζόταν μόνος του.

Σε λίγο άρχιζαν να μαζεύονται οι καλεσμένοι στα δύο σπίτια. Χτυπούσε η καμπάνα για να ειδοποιήσει τους χωριανούς πως όλα είναι έτοιμα για τη μεγάλη χαρά των μελλόνυμφων, των οικογενειών τους και γενικότερα των χωριανών, που πάντα συμμετείχαν (όπως και σήμερα) στις χαρές, μα και στις λύπες, των συγχωριανών.

Όταν όλοι ήταν έτοιμοι, ξεκινούσε η πομπή (συνεπαρσιά) από το σπίτι του γαμπρού για να πάνε να πάρουν τη νύφη. Τη συνεπαρσιά αποτελούσαν οι συγγενείς και οι καλεσμένοι του γαμπρού, εκτός από τον ίδιο και τους κουμπάρους. Οι συγγενείς της νύφης περίμεναν στο σπίτι της (το πατρικό). Μπροστά η σημαία με κρεμασμένο στην κορυφή του κονταριού της το πιο όμορφο γαμοκούλουρο με ένα μαντηλάκι. Σημαιοφόρος ένας νεαρός πρωτοξάδερφος του γαμπρού. Πίσω οι οργανοπαίχτες κι αμέσως μετά οι καλοί τραγουδιστές ριζίτικων τραγουδιών. Κι οξαποπίσω όλοι οι γαμηλιώτες. Αργά-αργά, στο ρυθμό του αργόσυρτου ριζίτικου, κι ακολουθώντας πάντα δεξιά πορεία, η συνεπαρσιά κατευθυνόταν προς το σπίτι της νύφης.

« Μα ‘δα στον ε-ξεκινισμό τρεις ποταμοί κινούνε.

Ο (γ)εις (ο ένας) πηγαίν’ ανατολή κι άλλος όθε ν-τη δύση……»

β’ τα παστικά

Όταν η πομπή του γάμου, η «συνεπαρσιά» όπως την είπαμε και πιο πάνω, έφτανε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της νύφης, διεξαγόταν μια όμορφη και συγκινητική διαδικασία.

Η πόρτα ήταν κλειστή. Απ’ έξω στεκόταν η πομπή κι από μέσα η νύφη με τους στενούς συγγενείς της. Ανταλλασσότανε λοιπόν (τραγουδιστά) ολόκληρη στιχομυθία με μαντινάδες, που λέγονταν παστικά. Μια μαντινάδα οι απέξω, μια οι από μέσα. Μερικές τέτοιες μαντινάδες ήταν και οι παρακάτω:

Του γαμπρού: Ανοίξετε την πόρτα σας τη σιντεροδεμένη,

να ‘δούμενε τη νύφη σας την πολιοπαινεμένη.

Της νύφης: Δε σας τηνε παινούμενε, μα η καλλίτερη ‘ναι.

Και στα νοικοκεράτα τση άλλη κιαμιά δεν είναι.

Του γαμπρού: Να ‘δούμενε τη νύφη σας, να δείτε το γαμπρό μας

κι αν έχετε παράπονο, να μας το πείτ’ ομπρός μας.

Της νύφης: Δεν έχομε παράπονο, ο Θιός που το κατέχει

κι η πολυπαινεμένη μας ούλες τσι χάρες τσ’ έχει.

Του γαμπρού: Ανοίξετε τσι πόρτες σας, ανατολή και δύση,

ν’ αποδεχτείτε το γαμπρό, τ’ όμορφο κυπαρίσσι.

Της νύφης: Χίλια καλώς ορίσετε καινούργιοι συμπεθέροι

κι η νύφη μας ειν’ έτοιμη και σας-ε-περιμένει.

Του γαμπρού: Ανοίξετε την πόρτα σας και στρώσετε τσοχάδες,

ν’ αποδεχτείτε το γαμπρό και τσοι προξενητάδες.

Της νύφης: Χίλια καλώς ορίσετε, χίλια και δυο χιλιάδες

κι ο κάμπος με τα λούλουδα και με τσι πρασινάδες.

Του γαμπρού: Ανοίξετε την πόρτα σας, να μπουν οι στιμαδόροι (εκτιμητές).

Να δουν και να στιμάρουνε, τα κάλλη που ‘χει η κόρη.

Της νύφης: Όσα κουκιά καρπό γεννά η γη κι η οικουμένη,

τόσω λογιώ είν’ τα κάλλη τση και ποιος τση τα στιμαίρνει.

Του γαμπρού: Ανοίξετε τα πόρτελα, τ’ απάνω και τα κάτω,

ν’ αποδεχτείτε το γαμπρό τον πολυπραματάτο (πλούσιο).

Της νύφης: Μ’ αν έχει πράματ’ ο γαμπρός, έχει κι νύφη χάρες,

νοικοκερά και φρόνιμη κι από γενιές μεγάλες.

Του γαμπρού: Ανοίξετε τ’ αρχοντικό, τ’ αρχοντομαθημένο.

Με ρόδα, δάφνες και μυρτές το ‘χετε στολισμένο.

Και συνέχιζαν οι απ’ έξω, απευθυνόμενοι προς την ίδια τη νύφη. Με στίχους επαινετικούς, κολακευτικούς, την παρακινούσαν ν’ ανοίξει και να τους ακολουθήσει:

Σηκώσου κερα-νύφη μας, σιγά-σιγά ν’ ανοίξεις.

Ήρθεν η γ-ώρα του Θεού να μας ακολουθήξεις.

Σηκώσου κερα-νύφη μας, ανθόνερο να ραίνεις.

Τα ρούχα του γαμπρού φορείς, κι ώρα ‘ναι μπλιο να πιαίνεις.

Σηκώσου κερα-νύφη μου και πλύσου με το μόσκο

κι η νέα σου δικολογιά (συγγενείς) σε περιμέν’ απόξω.

Επιτέλους «πείθονταν» οι της νύφης και υποχωρούσαν. Ήταν έτοιμοι ν’ ανοίξουν την πόρτα, όμως πάλι έθεταν κάποιους όρους. Ήθελαν να αποσπάσουν υποσχέσεις για καλομεταχείριση της νύφης από μέρους του γαμπρού και των συγγενών του και τραγουδούσαν πάλι:

Της νύφης: Τη νύφη μας την είχαμε σα βιόλα στο πανιέρι.

Μη μας τηνε μαλώνετε, καινούριοι συμπεθέροι.

Του γαμπρού: Δε σας τηνε μαλώνομε, δε σας τηνε χολιούμε,

σαν το σγουρό βασιλικό θα την παρακρατούμε.

Της νύφης: Μη μας τηνε μαλώνετε, μη μας τηνε χολιάτε,

γιατί ‘ναι παραπονιαρέ και θα παραπονάται.

Του γαμπρού: Δε θα τηνε μαλώνομε, δε θα τηνε χολιούμε,

για το χατίρι του γαμπρού, θα σας την αγαπούμε.

Της νύφης: Θωρείς πως σας τη δίνομε με τα περίσσια κάλλη;

Μη μας τηνε μαλώνετε, γιατί δεν έχομ’ άλλη.

Του γαμπρού: Δε σας τηνε μαλώνομε, δε σας τηνε χολιούμε,

αν ειν’ οι χάρες τση πολλές, θα σας την αγαπούμε.

Της νύφης: Θωρείς πως σας τη δίνομε με το ψηλό ντακούνι;

Μην τηνε δούμενε ταχιά με το παλιοφελλούδι (ξύλινα τσόκαρα).

Του γαμπρού: (πειραχτικά)

Και θα τσι βάλει τσι φελλούς και χάμε θα πατήσει

και σα δεν τηνε σύφερνε, μην είχεν απαντήσει.

Της νύφης: Να μη μας τη μαλώνετε τη μ-πενταπλουμισμένη,

γιατί ‘ναι από ψηλή γενιά και καλαναθρεμένη.

Θωρείς πως σας τη δίνομε, ρόδο να ξεφουντώσει.

Να μη μας τη μαλώνετε, για θα κακαποδώσει

Αν η νύφη ήταν ορφανή από μάνα ή από πατέρα, τότε έλεγαν μια από τις δυο παρακάτω μαντινάδες:

Της νύφης: Όμορφη είν’ η νύφη μας ωσάν τη ματζουράνα,

μα μη μας τη μαλώνετε γιατί δεν έχει μάνα.

ή Όμορφη είν’ η νύφη μας ωσάν το καρεφύλλι,

μα μη μας τη μαλώνετε, γιατί δεν έχει κύρη.

Της νύφης: Μην τη μαλώνεις πεθερά και συ κερά κουνιάδα,

γιατ’ είναι παραπονιαρέ κι αλάργ’ απού τη μάνα.

Του γαμπρού: Δεν τη μαλών’ η πεθερά, μουδ’ η κερά κουνιάδα

κι η βαγιοκλαδεμένη σας ας βγει στην εβγοράδα.

Της νύφης: Εδά θα σας τη δώσομε τη βιόλα την καρνάδα,

που βγαίν’ απού το στόμα τση μέλι και νοστιμάδα.

Κλαίτε γονέοι, κλαίτε τη τη ροδαρέ τσ’ αυλής σας.

Εδά σας τηνε παίρνουνε, δεν είναι μπλιο δική σας.

Του γαμπρού: Φωνιάξετε τση μάνας τση, νάρθει να τη φιλήσει

και να τση δώσει την ευκή χρόνους πολλούς να ζήσει.

Φωνιάξετε του κύρη τση για να την καμαρώσει,

να τση χαρίσει την ευκή και να την παραδώσει.

Στο σημείο αυτό άνοιγαν την πόρτα οι από μέσα και υποδέχονταν τους γαμηλιώτες.

γ’ αποχαιρετισμός

Έτσι έφτανε η πιο συγκινητική στιγμή του γάμου, ο αποχαιρετισμός της νύφης από τους δικούς της.

Οι στενοί συγγενείς του γαμπρού που μπαίνανε στο σπίτι, γιατί δε χωρούσε βέβαια όλη η πομπή, χαιρετούσαν τους συμπεθέρους και αντάλλασσαν ευχές.

Ο πατέρας και η μάνα της νύφης την αποχαιρετούσαν με φιλιά και με κάποιες συμβουλές: «Να πας παιδί μου στο καλό, με την ευκή μας». «Ν’ αγαπάς και να σέβεσαι τον άντρα σου». «Ν’ αγαπάς τσοι καινούριους σου συγγενείς ετσά που μας αγαπάς και μας». Και άλλα παρόμοια.

Η νύφη φιλούσε τα χέρια των γονιών της, τ’ αδέρφια της, και παππουδογιαγιάδες, αν είχε. Την έπαιρναν αγκαζέ δυο αδελφές του γαμπρού, αν είχε, ή άλλες στενές συγγενείς του κι έβγαιναν για το δρόμο προς την εκκλησιά. Πριν από κάμποσα χρόνια άλλαξε το έθιμο και την κρατάνε δικοί της συγγενείς.

Σχημάτιζαν ξανά την πομπή. Η σημαία μπροστά, που εν τω μεταξύ στο σπίτι της νύφης της είχαν δέσει δεύτερο γαμοκούλουρο. Ξοπίσω οι λυρατζήδες που παίζαν τραγούδια του δρόμου. Πιο πίσω η νύφη με τους παρακρατηστάδες. Ακολουθούσαν οι καλοί τραγουδιστές, άνδρες πάντα, που τραγουδούσαν με τις δυνατές φωνές τους τα τραγούδια του δρόμου, που παίζανε οι λυρατζήδες. Κι οξαποπίσω οι υπόλοιποι γαμηλιώτες.

Παρένθεση: Όταν η νύφη ήταν από ξένο χωριό, η συνεπαρσιά γινόταν με άλογα, μουλάρια, και γαϊδουράκια. Η πομπή με τους γαμηλιώτες, όπως ήταν καβαλάρηδες στα ομορφοστολισμένα, με όμορφες πατανίες, σαμάρια, ήταν πολύ γραφική. Μόλις τέλειωνε η στεφάνωση, στο ξένο χωριό, και ο χορός της νύφης έξω από την εκκλησιά, συγκεντρώνονταν οι γαμηλιώτες να φύγουν με τη νύφη. Όσοι είχαν καλά άλογα έμπαιναν μπροστά και ξεκινούσαν με καλπασμό ποιος θα φτάξει πρώτος στο χωριό να πάει την είδηση: «έρχεται τ’ αντρόυνο!» Αυτοί ήταν οι «τζεβρεδολόγοι» ή «τζεβρετζήδες». Ο πρώτος έπαιρνε το «τζεβρέ», δηλαδή ένα μαντηλάκι που έδενε η μάνα του γαμπρού (που έμενε στο σπίτι για να υποδεχτεί τη νύφη) στο αυτί του αλόγου του. Έπαιρνε ακόμη και ένα γαμοκούλουρο.

Πήγαινε λοιπόν η νύφη στην εκκλησιά, με όλους τους γαμηλιώτες εκτός από το γαμπρό και τους κουμπάρους, στεκότανε στη θέση της (μέσα στην εκκλησιά) και περίμενε. Ο γαμπρός με τους κουμπάρους καθυστερούσαν σκόπιμα να ξεκινήσουν, ήταν έθιμο. Πολλές φορές καθυστερούσαν αρκετά. Και δεν έφτανε τη νύφη η ενοχλητική αυτή αναμονή, είχε και τα πειράγματα των καλεσμένων πως τάχα ο γαμπρός μετάνιωσε και δε θα ‘ρθει, και να φύγει κι αυτή ή να της στεφανώσουν κάποιον άλλο.

Μετά από τη σχετική καθυστέρηση, έφτανε και ο γαμπρός με τον κουμπάρο και την παρέα του (παρακουμπάρους). Μπροστά ο κουμπάρος, πίσω ο γαμπρός. Πήγαιναν προς το τέμπλο, προσκυνούσαν τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας και στη συνέχεια οδηγούσε ο κουμπάρος το γαμπρό στη θέση του, δίπλα στη νύφη, κι άρχιζε το μυστήριο.

Η εκλογή του κουμπάρου ήταν αποκλειστικό προνόμοιο του γαμπρού. Συνήθως διάλεγε έναν καλό του φίλο. Πολλές φορές δύο φίλοι δίνανε τα χέρια από πολύ νέοι. «Εδώκαμενε χέρα» λέγανε, όποιος πρωτοπαντρευτεί να τον στεφανώσει ο άλλος. Άλλες φορές βάζανε κουμπάρο το σάντουλο (νουνό) τους, ή κάποιο παιδί του.

δ’ η τελετή της στεφάνωσης

Το μυστήριο του γάμου γινόταν και τότε όπως και τώρα. Είχαν βέβαια και κάποια έθιμα που ήταν λίγο διαφορετικά από τα σημερινά, όπως τα πιο κάτω:

Από το σπίτι της νύφης έπρεπε να φροντίσουν να πάνε στην εκκλησιά δυο γαμοκούλουρα για τον παπά και μια κανάτα καλό κρασί για το «ποτήριον σωτηρίου λήψομαι».

Αφού ο παπάς έδιδε στους νεονύμφους και στον κουμπάρο από το κρασί αυτό, έπαιρναν οι ανύπαντροι νέοι το ποτήρι και συνερίζονταν ποιος να πιει από το υπόλοιπο του ποτηριού, για να παντρευτούν κι αυτοί γρήγορα. Λίγοι κατάφερναν να πιουν, έστω και λίγο, γιατί με τα τραβήγματα του ποτηριού το έχυναν. Περιορίζονταν τότε να βάλουν άλλο από την κανάτα να πιουν, «μα το ίδιο κάνει», τους παρηγορούσαν.

Όλο το μυστήριο γινόταν κάτω από την επίδραση της χαράς αυτού καθαυτού του γεγονότος του γάμου, αλλά και της εύθυμης διάθεσης που δημιουργούσε η οινοποσία που είχε αρχίσει από το προηγούμενο βράδυ. Τα αστεία, τα πειράγματα προς γαμπρό, νύφη, κουμπάρο, αλλά και μεταξύ των καλεσμένων δε σταματούσαν.

Την ώρα που έβαζε ο παπάς στο ζευγάρι τα δαχτυλίδια, κι αργότερα τα στέφανα, όλο το εκκλησίασμα φώναζε δυνατά κι αντιλαλούσε η εκκλησιά: «καλορίζικααα». Την ίδια στιγμή χαλούσε ο κόσμος από τις μπαλωτιές έξω στην αυλή της εκκλησιάς.

Όταν τέλειωνε ο χορός του Ησαϊα (δεν πετούσαν τότε ρύζι), άρχιζε η διαδικασία «της ευκής», να περάσουν δηλαδή να ευχηθούν στους νιόπαντρους.

Ένας-ένας περνούσε, προσκυνούσε πρώτα το ευαγγέλιο που ήταν στο τραπέζι της τελετής, έπειτα φιλούσε το στεφάνι του γαμπρού και της νύφης (όχι τα μάγουλα), και ευχόταν: «να ζήσετε», «καλορίζικοι» κ.λ.π., άφηνε στο δίσκο της νύφης ό,τι χρήματα είχε διάθεση, αναλόγως τη συγγένεια ή την υποχρέωση (πάντα βέβαια λιγοστά, τα χρόνια εκείνα), έπαιρνε από τα κουφέτα του κουμπάρου και έβγαινε στην αυλή της εκκλησιάς για να πιάσει καλή θέση να βλέπει το χορό που θα ακολουθούσε μετά από λίγο.

Μερικοί, εκτός από τις ευχές τους, έδιναν στο γαμπρό κι ένα χαστούκι. Άλλοι μικρό χαστουκάκι συμβολικό κι άλλοι γερό χαστούκι που κοκκίνιζε το μάγουλο του γαμπρού.

Διάφορες εκδοχές υπάρχουν για τις ρίζες και τη σημασία αυτού του εθίμου. Άλλοι λένε πως οι συνομήλικοί του ανύπαντροι τον χαστούκιζαν γιατί τους άφησε (στη ζωή των εργένηδων) και πήγε με την τάξη των παντρεμένων, από ζήλεια δηλαδή. Άλλοι για τον αντίθετο λόγο, για τη βλακεία (κατ’ αυτούς) που έκαμε να πάει να παντρευτεί. Άλλοι πως τον χαστούκιζαν όσοι είχαν κρυφές βλέψεις για τη νύφη, αλλά πρόλαβε αυτός κι έτσι του είχαν άχτι.

Όταν περνούσε από την ευχή καμιά χήρα ή καμιά γριά με μαύρο τσεμπέρι, έριχνε πρώτα στο κεφάλι της ένα άσπρο μαντηλάκι.

Τα παιδιά βέβαια δεν περνούσαν να ευχηθούν και να χαρίσουν. Ένα κουφέτο όμως γι αυτά τότε ήταν πολύτιμο. Το πίσω μέρος λοιπόν της εκκλησιάς, εκεί προς τη δυτική πόρτα, ήταν γεμάτο παιδιά και περίμεναν. Όταν τέλειωναν από την ευχή οι μεγάλοι, αυτός που μοίραζε τα κουφέτα γύριζε και πετούσε κάνα-δυο φουχτιές προς τα πίσω. Το τι γινότανε με τον παιδόκοσμο είναι απερίγραπτο. Μερικά προσπαθούσαν ν’ αρπάξουν κανένα στον αέρα, όλα κάνανε βουτιές στις πλάκες της εκκλησιάς, γίνονταν σωρός, σπρώχνονταν, πατιόνταν, κουτουλιόνταν, φωνάζανε, για…ένα κουφέτο! Όποια, παρά τις επίπονες προσπάθειες δεν κατάφερναν να εξασφαλίσουν κανένα, φώναζαν: «Πέταξε κι άλλα». Αν είχε, πέταγε. Αν είχαν τελειώσει,…υπομονή για τον επόμενο γάμο

Όταν τέλειωνε και το αντρόγυνο με τη διαδικασία των υπογραφών στα χαρτιά της εκκλησιάς, έβγαιναν κι αυτοί έξω στην αυλή για το χορό της νύφης.

ε’ ο χορός της νύφης

Τα χρόνια πριν την κατοχή, ο χορός της νύφης ήταν μόνο ένα σιγανό πεντοζάλη το οποίο χόρευαν πάρα πολλοί. Σχηματιζόταν ένας πολύ μεγάλος κύκλος και πολλές φορές δύο και τρεις ομόκεντροι και, κάτω από τις κοντυλιές του χωριανού ερασιτέχνη λυρατζή, χόρευαν τραγουδώντας μαντινάδες.

Στον ελεύθερο χώρο της αυλής της εκκλησίας, χωρίς μεγάφωνα και με το σχετικό θόρυβο από το κουβεντολόι και τα σχόλια των θεατών, η μουσική από τα όργανα δεν ακουόταν μακριά. Έτσι το ρυθμό για το χορό κρατούσε το τραγούδι. Οι καλοί μαντιναδολόγοι ήταν στις δόξες τους. Οι μαντινάδες έτρεχαν κυριολεκτικά σαν το νερό. Μόλις τελείωνε η τελευταία συλλαβή της μιας, άρχιζε άλλος την επόμενη. Να μη δημιουργηθεί κανένα κενό μια που, όπως είπαμε, και τα όργανα δεν ακούγονταν καλά.

Δεν τραγουδούσαν μόνο μαντινάδες σχετικές με το γάμο και τους νιόπαντρους. Τραγουδούσαν και ερωτικές (κυρίως), επαινετικές για τον πρώτο χορευτή, αλλά και πειραχτικές και διάφορες άλλες:

Τραγουδούσε ένας στο ρυθμό του πεντοζάλη τον πρώτο στίχο της μαντινάδας και επαναλάμβανε όλος ο κύκλος των χορευτών τις επτά του τελευταίες συλλαβές. Και ξανά το ίδιο για το δεύτερο στίχο της μαντινάδας:

Ένας: Έπιασ’ η νύφη στο χορό και κάμετέ τση τόπο.

Όλοι: έλα, έλα και κάμετέ τση τόπο

ή και κάμετέ τση τόπο, και κάμετέ τση τόπο

Ένας: Κι έλαμψε σαν τον ήλιο στη μέση των αθρώπω.

έλα πουλί , πουλί μου, στη μέση των αθρώπω

Και συνεχίζανε με τον ίδιο τρόπο:

Τ’ αντρόυνο που γίνηκεν είναι δικολογιά μου,

Χριστέ μου να παιρνούν καλά, να χαίρετ’ η καρδιά μου

Μια μαντινάδα θε να πω απάνω στο κεράσι,

τ’ αντρόυνο που γίνηκε να ζήσει να γεράσει.

Εις την ομπρός μεριά κρατεί πλάτανος με στοι κλώνους,

Θε μου ξεμίστευέ τονε και γράφε του και χρόνους.

Κι οξαποπίσω ακλουθού(ν) τση Χιος το κυπαρίσσι,

και του Ρεθέμνου ο καντιφές και τω Χανιώ η βρύση.

Νύφη μου, κερά νύφη μου, παγώνα και τρυγόνα,

και πως θα βγάλ’ η μάνα σου οφέτος το Χειμώνα.

Μια μαντινάδα θα σου πω και να με συμπαθήσεις,

αγάλι-γάλι χόρευε, μη με τσαλοπατήσεις.

στ΄ η συνέχιση του γλεντιού στο σπίτι

Όταν τελείωνε ο χορός στην αυλή της εκκλησίας, σχηματιζόταν ξανά η πομπή με τη σημαία, τα όργανα και τους γαμηλιώτες, για να πάνε τη νύφη στο καινούριο της σπίτι. Όλοι, εκτός από το γαμπρό και τους κουμπάρους. Αυτοί κατευθύνονταν προς το σπίτι των γονέων της νύφης, όπου τους υποδέχονταν οι στενοί της συγγενείς και τους παράθεταν τραπέζι. Μετά το τραπέζι αυτό, αφού κάθιζαν εκεί κάποιες ώρες τρώγοντας πίνοντας και τραγουδώντας, αποχαιρετούσαν τους συγγενείς της νύφης και έφευγαν για το σπίτι του γαμπρού.

Ας γυρίσουμε όμως λίγο πιο πίσω, στην πομπή της νύφης που την αφήσαμε να φεύγει από την εκκλησιά, για ν’ ανοίξουμε κι εδώ άλλη μια παρένθεση:

Γράψαμε πιο πάνω πως τη νύφη τη συνόδευαν, από την εκκλησιά προς το σπίτι, συγγενείς του γαμπρού. Αυτό,. λίγο πριν ή μετά την κατοχή άλλαξε. Την «έσερναν» λοιπόν μετά δικοί της στενοί συγγενείς, τους οποίους η ίδια από πριν όριζε, συνήθως 4-5 άτομα. Πάντα νέοι άνδρες, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια, πρώτοι θείοι. Αυτοί λέγονταν σέρτες. Την πήγαιναν στο καινούριο της σπίτι, ακόμη κι αν ήταν σε ξένο χωριό, τους έκαναν εκεί τραπέζι, χόρευαν τη νύφη, τους δώριζε αυτή κουλούρια και πετσέτες, που τους τις κρεμούσε στον ώμο, αποχαιρετούσαν κι έφευγαν. Κλείνει και η δεύτερη παρένθεση

Στο δρόμο προς το σπίτι, οι τραγουδιστές των ριζίτικων τραγουδούσαν πάλι άλλα τραγούδια του δρόμου κι όταν πλησίαζαν στο σπίτι, αν φυσικά ο γαμπρός είχε μάνα, το:

«Πρόβαλε μάνα του γαμπρού και πεθερά τση νύφης,
…να δεις τον ακριβό σου γιο, μια νύφη σου τη φέρνει»

Έφτανε η πομπή με τη νύφη στο σπίτι, και η μάνα του γαμπρού έστεκε στην πόρτα με το πιατάκι το μέλι. Στο κατώφλι της πόρτας είχε θέσει ένα κομμάτι προβιά (δέρμα αρνιού με το τρίχωμα) και πάνω του τα γυνόλουρα (υνί και λούρα: εξαρτήματα του αρότρου).

Τάιζε η πεθερά τη νύφη μερικές κουταλιές μέλι (σκέτο μέλι, όχι με καρύδια) για να ‘ναι γλυκιά σαν το μέλι η καινούρια της ζωή. Πολύ παλιά την τάιζε με το δάχτυλό της, αργότερα με το κουταλάκι. Έδιδε και σε μερικούς που ήταν κοντά στη νύφη. Άλειφε και η νύφη στο μέλι το δάχτυλό της κι έκανε ένα σταυρό στο ανώφυλλο της πόρτας πριν μπει μέσα.

Έπαιρνε η νύφη ένα ρόδι από την πεθερά της και το πετούσε με δύναμη στον απέναντι τοίχο. Το ρόδι έπρεπε να σπάσει και να σκορπίσουν οι σπόροι του στο πάτωμα για να γεννήσει πολλά παιδιά. Πατούσε στα γινόλουρα και την προβιά κι έμπαινε μέσα. Μόλις κάθιζε στην πεζούλα, ή στην καρέκλα, της βάζανε στην ποδιά ένα μικρό αγοράκι για να είναι το πρώτο της παιδί αγόρι, κι αυτή του δώριζε κάποιο κέρμα κι ένα γαμοκούλουρο, ή μόνο το δεύτερο.

Πολύ παλιά (δεν το θυμούνται με λεπτομέρειες οι σημερινοί ογδονταπεντάρηδες), ίσως μέχρι το 1910, μόλις έμπαινε μέσα η νύφη, κάθιζε στο «μπαστό». Ήταν μια ειδικά ετοιμασμένη θέση, περιποιημένη, με μαξιλάρια κ.λ.π. Υπήρχε μια βέργα βάτου με τα αγκάθια, στερεωμένη σαν στεφάνι στον τοίχο σε ύψος λίγο πιο πάνω από το κεφάλι, όπως καθόταν η νύφη. Ο βάτος, λέει, έμπαινε για να «ριζοσκελώσει» το ανδρόγυνο σαν το βάτο που καταβολεύεται και απλώνει μόνος του. Κι ακόμη, να προστατέψει το ανδρόγυνο με τα αγκάθια του από κάθε κακό (μάτι, δέσιμο κ.λ.π.).

Μια φράση είχε μείνει για πολλά χρόνια και θύμιζε το μπαστό: Όταν κάποια κοπελιά καθότανε χωρίς να ασχολείται με κάτι, ενώ οι άλλες κάνανε διάφορες δουλειές του σπιτιού, λέγανε: « Για τηνε πώς κάθεται! Σαν τη νύφη στο μπαστό».

Σε λίγο ξαναστρώνονταν οι τάβλες, ξανάρχιζε ο χορός. Το δεύτερο αυτό βράδυ τα γλέντια στα δυο σπίτια ήταν αντιστρόφως άνισα από το προηγούμενο. Ο πολύς κόσμος πήγαινε εκεί που πήγαινε η νύφη. Το γλέντι στο πατρικό σπίτι της νύφης ήταν αποδυναμωμένο. «Έφυγε η νύφη, σχόλασε ο χορός» , λέει και η παροιμία. Χόρευαν βέβαια, έτρωγαν κι έπιναν οι δικοί της, αλλά το μεγάλο γλέντι γινόταν στο σπίτι του γαμπρού, στο καινούριο δηλαδή σπίτι των νεονύμφων, με πολύ κέφι, χορό τραγούδια, φαγητά, κεράσματα όλη τη νύχτα, κ.λ.π. όπως το Σαββατόβραδο, κι ακόμη καλύτερα.

Όσο προχωρούσε η νύχτα, σιγά-σιγά αραίωνε ο συνωστισμός στο γλέντι. Οι μεγάλοι στην ηλικία κουράζονταν κι έφευγαν. Τα ξημερώματα στο γλέντι ήταν όλο νέοι. Τότε περνούσαν ακόμη πιο καλά. Ομαδικούς χορούς, μαντινάδες από όλους. Κι όταν κάποιοι ετοιμόλογοι μαντιναδολόγοι πιάνονταν σε κόντρα στις μαντινάδες, ήταν απόλαυση. Και δεν παρεξηγούσαν ποτέ, όσο αιχμηρές κι αν ήταν.

Σταματούσε κάποια διαστήματα η λύρα κι έπαιζαν παιγνίδια, έλεγαν αστείες ιστορίες, πείραζαν το γαμπρό και τη νύφη: «να μην κάνουνε πως νυστάζουνε μα δεν έχουνε να πάνε ποθές» και πολλά άλλα παρόμοια, μέχρι που τους εύρισκε ο ήλιος. Για κανένα λόγο δεν έπρεπε ν’ αφήσουν μόνο το ζευγάρι.

ΔΕΥΤΕΡΑ, Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

α’ το κρέμασμα των προικιών

Τη Δευτέρα, αν και είχαν φύγει από το ξημέρωμα και οι τελευταίοι καλεσμένοι, ούτε λόγος να κλείσουν την πόρτα τους οι νεόνυμφοι και να μείνουν μόνοι. Απασχολούνταν με διάφορες τακτοποιήσεις κάποιων πραγμάτων στο καινούριο σπιτικό, μέχρι το απόγευμα που θα μαζεύονταν πάλι οι καλεσμένοι να κρεμάσουν τα προικιά.

Ό,τι είχε ετοιμάσει για το σπιτικό της η κάθε κοπελιά του χωριού (υφαντά, πλεχτά, κεντητά),, ό,τι της είχε δώσει η μάνα της από τη δική της προίκα, ό,τι της είχαν αγοράσει έτοιμο, όλα έπρεπε να εκτεθούν σε κοινή θέα. Να τα καμαρώσουν οι χωριανοί, να την επαινέσουν, να τους τραγουδήσουν, να τους ευχηθούν να είναι καλορίζικα. Αυτή η έκθεση των προικιών λεγόταν κρέμασμα.

Τοποθετούσαν λοιπόν οριζόντια (κρεμασμένο από το ταβάνι, σε ικανό ύψος) ένα γερό, μακρύ, κυλινδρικό ξύλο, τρία-τέσσερα μέτρα, που το λέγανε ντέμπλα. Ήταν κορμός πολύ νέου, λεπτού, κυπαρισσιού. Αν η νύφη ήταν πλούσια και είχε μεγάλη προίκα (ασήκωτη προύκα, λέγανε), είχαν δυο ντέμπλες.

Όταν μαζεύονταν και γέμιζε πάλι το σπίτι, άρχιζε η διαδικασία του κρεμάσματος, αφού βέβαια είχαν προηγηθεί πάλι τα ανάλογα κεράσματα, ώστε να βγάλουν όρεξη οι καλεσμένοι και να τραγουδήσουν των προικιών.

Γυναίκες συγγενείς της νύφης τα έφερναν ένα-ένα από το διπλανό χώρο που τα είχαν στιβιάσει το Σάββατο απόγευμα. Άρχιζαν από τα μεγάλα υφαντά, και προχωρούσαν στα μικρά λινά, ασπρόρουχα κ.λ.π. Πατανίες, χιράμια, κιλίμια, σακούλες, βούριες, βουριάλια, σεντόνια, πετσέτες, μαξιλάρια, πάντες, γυροκρέβατοι, όλα στην έκθεση.

Κάθε ένα που έφερναν για κρέμασμα έπρεπε οπωσδήποτε να του πουν και κάποια μαντινάδα σαν αυτές που θα γράψουμε σαν δείγμα παρακάτω, τραγουδιστά σε έναν ξεχωριστό σκοπό, ίδιο με αυτόν των παστικών. Τραγουδούσε ένας, ή μια, κατά στίχο την κάθε μαντινάδα και επαναλάμβαναν όλοι μαζί. Με τη συνοδεία φυσικά της λύρας.

Δεν έλειπαν ποτέ οι μαντινάδες με υπονοούμενα κι ίσως κυριαρχούσαν καμιά φορά, ιδίως για προικιά του κρεβατιού. Έτσι δημιουργούσαν μια πολύ χαρούμενη ατμόσφαιρα. Ανάμεσα στις πολλές μαντινάδες που λέγανε, ήταν και οι παρακάτω.

Εφύγασί μου τα οζά και πιάσανε τσοι δέτες,

ας είναι καλορίζικες τση νύφης οι πετσέτες.

Έβρεξεν και ψιχάλισε κάτω στα γυρογιάλια,

ας είναι καλορίζικα τση νύφης τα βουριάλια.

Τα ξώφυλλα τση λεμονιάς σκεπάζουν τα λεμόνια,

ας είναι καλορίζικα τση νύφης τα σεντόνια

Λέγανε και μαντινάδες που δεν είχαν άμεση σχέση με τα προικιά, αλλά απλώς για να πειράζουν το ανδρόγυνο.

Όταν τέλειωνε το κρέμασμα όλων των προικιών, αφού τραγουδούσαν κι έπιναν ακόμη κάμποση ώρα, σιγά-σιγά άρχιζαν να διαλύουν, με ευχές και ξανά ευχές.

Κάπου εδώ τελείωνε ο γάμος για τον πολύ κόσμο. Γιατί, για τους πολύ στενούς συγγενείς και των δύο νεονύμφων, δεν είχε τελειώσει ακόμη. Ακολουθούσε ο αντίγαμος, για τον οποίο θα πούμε λίγο πιο κάτω.

Δεκαπέντε μέρες μετά το γάμο, τη δεύτερη Κυριακή δηλαδή, πήγαινε για πρώτη φορά το νέο ζευγάρι στην εκκλησία. Η εκκλησία τους τιμούσε με ξεχωριστό τρόπο. Ο παπάς έκοβε ειδικές μερίδες αντίδωρο από τη σφραγίδα του πρόσφορου, τις τύλιγε σε δυο άσπρα χαρτάκια και τις πρόσφερε, με ένα παιδί, στο συνοραντρό(γ)υνο. Εκείνοι έπαιρναν το αντίδωρο, έβαζαν για τον παπά στο δίσκο κάποιο νόμισμα, κι αφού έδιναν στους ανύπαντρους νέους και νέες που ήταν γύρω τους από λίγο αντίδωρο, για να παντρευτούν κι αυτοί, έτρωγαν το υπόλοιπο.

β’ ο αντίγαμος

Το βράδυ της ίδιας μέρας (Δευτέρα), στα δύο σπίτια των συμπεθέρων ξαναστήνονταν τραπέζια.

Το νιόπαντρο ζευγάρι μαζί με τους στενούς συγγενείς της νύφης πήγαιναν στο σπίτι των συμπεθέρων (γονέων του γαμπρού), όπου και τους έκαναν το τραπέζι. Εκεί βέβαια παραβρίσκονταν και οι στενοί συγγενείς του γαμπρού. Αφού έπιναν εκεί κάποιες ώρες έφευγαν για το σπίτι των γονέων της νύφης. Εκεί είχαν ετοιμάσει τα σχετικά, για την ανταπόδοση του τραπεζώματος στους συγγενείς του γαμπρού.

Σε λίγο έρχονταν οι συμπεθέροι και πάλι από την αρχή τα «καλώς σας ευρήκαμε, συμπεθέροι» και «καλωσορίσετε, συμπεθέροι». Φαγητά, κρασιά, μαντινάδες και ριζίτικα, όλη τη νύχτα. Ούτε σκέψη για «ύπνο» των νεονύμφων.

Έτσι τέλειωνε ο αντίγαμος την Τρίτη τα ξημερώματα.

Όλη τη μέρα της Τρίτης το ζευγάρι, βοηθούμενο κι από πρωτοξαδέρφες, ξεκρεμούσαν τα προικιά και τα τακτοποιούσε η νύφη στη θέση τους. Μοίραζαν και στο χωριό τα σκεύη που είχαν δανειστεί για το γάμο (πιάτα, πιρούνια κ.λ.π.)

Την Τρίτη το βράδυ απαγορευόταν να μείνει μόνο το ανδρόγυνο γιατί ήταν Τρίτη (γρουσούζικη μέρα). Η νύφη πήγαινε και κοιμόταν στης πεθεράς της.

Την Τετάρτη το βράδυ τους τετραδιάζανε, δηλ τους κάνανε το τραπέζι της Τετάρτης. Μετά ήταν ελεύθεροι να βρεθούν μόνοι τους στην κρεβατοκάμαρά τους. Μόνοι τους; Θα δούμε παρακάτω!

Αυτός ήταν ο κανόνας, σχετικά με τον «ύπνο» των νεονύμφων. Ωστόσο, όπως πάντα, υπήρχαν και εξαιρέσεις. Πολλά ζευγάρια κατάφερναν να αποσυρθούν τη νύχτα της Δευτέρας, αν στον αντίγαμο δεν άντεχαν τα συμπεθεριά όλη τη νύχτα φαγοπότι και ποτό, δεδομένης και της κόπωσης και ξαγρύπνιας των δυο προηγούμενων νυχτών.

Άλλα πάλι ζευγάρια, που δεν ήταν προληπτικοί οι ίδιοι και οι γονείς τους, αποσύρονταν την Τρίτη το βράδυ.

γ’ το παρακάτσεμα

Πιο πάνω διερωτηθήκαμε σκόπιμα αν έμεναν μόνοι τους οι νιόπαντροι όταν αποσύρονταν στην κρεβατοκάμαρά τους. Ε! λοιπόν, πολλές φορές όχι.

Υπήρχε μια συνήθεια στα Σελλιά, να παρακατσεύουν δηλαδή να παρακολουθούν κρυφά τους νιόπαντρους στις ιδιαίτερές τους στιγμές. Έστηναν αυτί έξω από την πόρτα ή το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Αν έπιανε το αυτί τους κάποια κουβέντα του γαμπρού ή της νύφης, την κυκλοφορούσαν την επόμενη στο χωριό και γελούσαν πονηρά πίσω από την πλάτη τους.

Είχαν μείνει για πολλά χρόνια, και μερικοί παλιοί τις θυμούνται ακόμη και μας τις διηγήθηκαν, κάποιες τέτοιες φράσεις που άκουσαν οι «παρακατσευτάδες».

δ’ το δέσιμο

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και το «δέσιμο». Ακούγεται, αλλά κανείς δε δίδει συγκεκριμένα στοιχεία, ότι κάποιες φορές κάποια κοπελιά που ήθελε το γαμπρό, αλλά αυτός παντρεύτηκε άλλη, του έκανε μάγια. Τα μάγια αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να μη μπορεί ο γαμπρός να εκτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα. Αυτό λεγόταν δέσιμο. Όταν διαπιστωνόταν, μετά από παράπονα της νύφης στη μάνα της, πήγαιναν στον Αλίκαμπο, χωριό του Αποκόρωνα, που ήταν μια γυναίκα και τους έλεγε πώς να λύσουν τα μάγια.

Αναφέρεται μια χωριανή μας μάνα, που παντρεύτηκε η κόρη της πολύ μικρή και την έδεσε, λένε, η ίδια, για να μην αρχίσει τόσο νέα να γεννοβολά.

Ένας 86χρονος χωριανός μας μου είπε κατά λέξη: «Ναι, τσοι δένανε, άκουσά το κι αυτό. Μα πολλοί άντρες, από κείνουσας ήμουν κι εγώ, δεν ηξέρανε πώς ήσαν οι γυναίκες, εκτός αν είδανε κιανένα μωρό σε κιαμιά βάφτιση. Εγώ λέω πως είχανε άλλο πράμα». Από τα λεγόμενα του καταλάβαμε πως απέδιδε την προσωρινή ανικανότητα στην άγνοια, την οποία, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναγνωρίζει και στον εαυτό του.

Μια άλλη πάλι 88χρονη χωριανή μας είπε: «Μερκούς τσοι δένανε μόνο για να τσοι κάνουνε χάζι. Σε μερκές μέρες τσοι λυούσανε. Μερκούς όμως τσοι δένανε αμπό κακία, αμπό ζήλια γιατί δεν επήρενε αυτές ο γαμπρός».

«Για να μη μ-πιάσου ν-τα μαϊκά», μας είπε μια άλλη ηλικιωμένη χωριανή, «την ώρα που έμπαινε ο γαμπρός στη μ-πόρτα τσ’ εκκλησιάς για τη στεφάνωση, του έβανε στη τζέπη ένας δικός του άθρωπος ένα γ-κομμάτι δίχτυ τω μ-ψαράδω ».

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΑΜΟ

Απού ταϊτεροφάει,(όποιος φάει το πρωί) κι απού μικροπαντρευτεί, δεν το μετανοιώθει.

(Γ)ή μικρός-μικρός παντρέψου, (γ)ή μικρός καλογερέψου.

Δανεικά είναι τα κούρταλα (χειροκροτήματα) στο γάμο.

Η γραι δεν ήλπιζε να παντρευτεί, κι απανοπρούκια εγύρευε.

Κάλεσέ τονε στο γάμο σου, να σου πει: «και του χρόνου».

Νάχε μην εταιριάζανε, δεν εσυμπεθεριάζανε.

Ξάνοιγε ούγια, παίρνε πανί. Ξάνοιγε μάνα παίρνε παιδί.

Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γαστρωμένη.

Όποιος δεν έχτισε σπίτι και δεν επάντρεψε κοπέλι, δε γατέχει ίντα ‘ναι ζόρες.

Όσες πράσινες φοράδες, τόσες καλοπεθεράδες.

Κι όσες κουρούνες γαλανές, τόσες μητριγιές καλές.

Συμπεθέροι και συντέκνοι ό,τι φάν’ τον πρώτο χρόνο.

Μούδε και κρίμα το γαμπρό, μουδέ χαράς τη νύφη.

Έφυγε η νύφη, σκόλασε ο χορός.

Σα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ‘χει ο πεθερός.

Ακάλεστος στο γάμο, ίντα γυρεύει;

ΠΗΓΕΣ: Προσωπικές μνήμες και μαρτυρίες πολλών ηλικιωμένων Σελλιανών

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παραπάνω λαογραφική έρευνα για το γάμο στα Σελλιά, έγινε το 1995-96 και δεν έχει δημοσιευθεί.

Ρέθυμνο Απρίλης 2008

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Το λαογραφικό υλικό για το γάμο, που μας παραδίνει ο φίλος-συνταξιούχος δάσκαλος Κώστας Ανδρεδάκης είναι ανεκτίμητο. Εύχομαι σύντομα να δούμε κι άλλα τέτοια λαογραφικά κείμενα τόσο από τον ίδιο, όσο και από άλλους. Μόνο έτσι θα μάθουμε την αξία που έχουν τα ήθη και έθιμα του απλού λαού μας και θα αγαπήσουμε περισσότερο όλοι μας τον τόπο καταγωγή μας.
    Παπαδάκης Μιχάλης (Δάνδολος)

    Σχόλιο από Άγονη Γραμμή — 21 Απριλίου 2008 @ 10:16 μμ | Απάντηση

  2. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα κάποιοι σαν τον κ. Ανδρεδάκη και μας μεταφέρουν τα λαογραφικά στοιχεία που ξεχνάμε σιγά σιγά. Συγχαρητήρια κ. Κώστα, συνέχισε δυναμικά!
    (Το ίδιο μπράβο και στην Άγονη Γραμμή, να μην ξεχνιόμαστε!)

    Σχόλιο από Τσουντάνης Γαβριήλ — 24 Απριλίου 2008 @ 9:39 πμ | Απάντηση

  3. Kωστη εμεινα αναυδος.Πρωτογνωρα καιγια τις δικες μας ηλικιες.Ανατριχιασα εκει στο βραδυ του σαββατου που τα κοπελια περιμεναν ν αδιασουν τα τραπεζια ν αρπαξουν οτι αποφαγια βρουν και να περιμενουν οξω μεχρι την επομενη καλαδα.Αντε δα σημερο τα κοπελια να πιστεψουν οτι γραφεις αληθειες.Νομιζω ομως οτι επρεπε να γραψεις τα ονοματα των γεροντων που αναφερεις.Θα ηταν τιμη γι αυτους που ειναι αιτια και σωζονται αυτοι οι θησαυροι.Κωστη μας κανεις περιφανους ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

    Σχόλιο από Βενιζελος Δριδακης — 15 Μαρτίου 2009 @ 11:41 πμ | Απάντηση

  4. ΚΩΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΝΟΙΩΣΑ ΠΟΛΥ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΥΧΑΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΟΥ.ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΣΟΥ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΤΑ ΕΧΩ ΖΗΣΕΙ ΚΑΙ ΓΩ ,ΑΛΛΑ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΤΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙΣ ΕΙΑΝΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟΣ.
    ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙΣ ΑΚΟΜΑ ΠΟΛΛΑ ΤΕΤΟΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ.

    Σχόλιο από ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΔΡΕΔΑΚΗ — 17 Νοεμβρίου 2010 @ 5:08 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: