Άγονη γραμμή

6 Μαΐου 2008

Ο παράξενος πραματευτής – παραμύθι για μεγάλους

Filed under: Πετρακάκη Αθηνά — Άγονη Γραμμή @ 11:06 μμ

Κάποτε και πολύ πριν από το κάποτε, σε μια χώρα τόσο μακρινή, που κανείς πια δε θυμάται τ’ όνομα της, ήρθε ένας γέρος πραματευτής.

Λένε πώς τον είδαν από μακριά ν’ ανηφορίζει κατά την πολιτεία, κρατώντας στον ώμο του ένα μπόγο που έμοιαζε βαρύς, δυσκολεύοντας το περπάτημά του .

Άλλοι πάλι λένε, πως δεν ήρθε ποτέ σε τούτη τη πολιτεία και όσα παρακάτω θα σας διηγηθώ, είναι γεννήματα φαντασίας…

Στο μακρινό λοιπόν εκείνο κάποτε, ο γέρο πραματευτής μπήκε στην πόλη.

Μα ποιος λογικός άνθρωπος θα’ έδινε σημασία σ΄ ένα γέρο με ένα μπόγο, όταν τόσοι και τόσοι, πραματευτάδες περνούσανε και φέρνανε του κόσμου τα καλά με άμαξες που μια μέρα ολάκερη, δε σ’ έφτανε για να τα δεις και να τα θαυμάσεις.

Ήτανε ένας παράξενος πραματευτής, που γύριζε από σοκάκι σε σοκάκι αλλά την πραμάτεια του, δεν τη διαλαλούσε παντού, μα αφού πρώτα κοίταζε ψηλά, κατά τα μπαλκόνια των σπιτιών, αποφάσιζε αν θέλει να πουλήσει ή όχι.

Σε τούτο το στενό όμως, μπήκε διαλαλώντας την πραμάτεια, που είχε μέσα στον κρεμασμένο από τους ώμους του μπόγο.

«Δάκρυα πουλώ! – Δάκρυα πουλώ!»

Φώναξε ο γέρος όσο πιο δυνατά μπορούσε, και προχώραγε σκυφτός κάτω από το ψάθινο καπέλο του.

«Δάκρυα πουλώ! – Δάκρυα πουλώ!»

Φώναξε ακόμη δυνατότερα και συνέχισε να σέρνει τα πόδια του με πείσμα.

«Και ποιος περιμένεις να τ’ αγοράσει αυτά που πουλάς;

Ποιος γνωστικός άνθρωπος θα σε πληρώσει για να του δώσεις δάκρυα;»

Ακούστηκε μια φωνή πίσω από την εξώπορτα ενός σπιτιού.

Ο γέρος σταμάτησε σήκωσε το βλέμμα του και απάντησε

«Ο καθένας με τη σειρά του!»

Μια νεαρή σιλουέτα ξεπετάχτηκε πίσω από την πόρτα, και γελώντας ρώτησε το γέρο πραματευτή

«Και πότε θα έρθει η δική μου η σειρά;»

Ο γέρος σταμάτησε, άφησε κάτω το βαρύ μπόγο παίρνοντας μια ανάσα ανακούφισης, έβγαλε ένα παλιό ρολόι από την τσέπη του, το κοίταξε κι είπε:

«Μα… ήρθε η σειρά σου!»

Το κορίτσι φοβήθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω, μα δεν έφυγε…

Ο πραματευτής αφού φύλαξε το ρολόι του, άνοιξε το μπόγο και από μέσα έβγαλε ένα μικρό γυάλινο κουτί και της το έδωσε

«Γι’ αντάλλαγμα θα πάρω το γέλιο σου!».

Ύστερα ξανακοίταξε το ρολόι του και μουρμουρίζοντας πως άργησε, ξεκίνησε να φύγει…

Ο παράξενος πραματευτής , προτού στρίψει τη γωνία είχε κιόλας αλλάξει πραμάτεια.

«Γέλιο πουλώ!» φώναξε… Κι έφυγε, χωρίς να τον ξαναδεί κανένας πια.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Το κορίτσι;
    εγώ λέω ότι:
    το κορίτσι δεν έχασε το γέλιο του , αλλά απέκτησε μια θλίψη.
    Είχε γνώση πιά. Γνώση ότι το γέλιο και το δάκρυ ζυγιάζουν το ίδιο.

    Σχόλιο από Δόξα — 19 Ιουνίου 2009 @ 9:07 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: