Άγονη γραμμή

16 Μαΐου 2008

Από την παιδική ηλικία της δεκαετίας του 1940

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 12:20 πμ
Tags:

1. Τις ρούγες μας (γειτονιές), πολύ τις αγαπούσαμε και τις υποστηρίζαμε. Πολλές φορές, πάνω στα παιγνίδια μας, ξεσπούσε ξαφνικά το σοβινιστικό μας κι αρχίζαμε διαμάχη ή και μάχη αληθινή για την υποστήριξή τους. Πάνω ρούγα, μέση ρούγα και κάτω ρούγα!

Προσπαθούσαμε, απαγγέλλοντας ρυθμικά, με τη μεγαλύτερη δύναμη της φωνής μας, τους πιο κάτω στίχους. Την ίδια στιγμή τα παιδιά από τις άλλες ρούγες φώναζαν κι αυτά τους ίδιους στίχους, αλλάζοντάς τους όμως υπέρ της ρούγας τους και εναντίον των άλλων. Οι φωνές δε σταματούσαν παρά όταν πια έκλειναν οι λαιμοί μας. Αν εν τω μεταξύ δεν πιανόμασταν στα χέρια, ή στον πετροπόλεμο:

«Ασφαράγγια κι αβρονές τρών’ οι Πανωρουγιανές

και τα Κατωρουγιανάκια τρώ’ ν-τα πρικοσταριδάκια».

«Κατωρουγιανές κοπέλες, που φορείτε τσι κορδέλες,

Μεσορουγιανές γαϊδάρες που φορείτε τσι σωμάρες».

«Η Πάνω Ρούγα να καεί κι η κάτω να βουλήσει,

κι η Μέση Ρούγα να γενεί βασιλικός ν’ αθίσει».

2. Όταν παίζαμε τον καλόγερο (κουτσό), για να χάσει ο συμπαίχτης μας του λέγαμε:

«Δε μου ‘πες καλημέρα,

κακή κι ανάποδή σου μέρα,

και στον αντιγιαερμό (στο γυρισμό) να χάσεις».

Κι αν δεν έπιανε αυτό, και ο άλλος συνέχιζε να μη χάνει, αλλάζαμε τροπάριο:

« Η Μαρία κατεβαίνει, απού του παπά τ’ αμπέλι,

και βαστά το χάσι-χάσι, Παναγία μου να χάσει,

Παναγία μου να χάσει, Παναγία μου να χάσει».

Υπήρχε και τρίτο:

« Μοσκολίβανο κρατώ, χάσε συ να παίζω ‘γω».

Και ξανά και ξανά ώσπου, φυσικά ,κάποια στιγμή έχανε.

3. Για ν’ ανάψει η φωτιά στην παραστιά, της λέγαμε:

« Άψε, άψε φουντανάκι (μικρή φλόγα),

να καεί το δοκαράκι

κι ο παπα-Μακρής το θέλει,

να βαφτίσει ‘να γ-κοπέλι,

να το βγάλει αη-Γιώργη,

να το προσκυνούνε όλοι ».

4. Για να μυγιαστεί το βόδι και να το κάνουμε γούστο, και συγχρόνως να νευριάζομε το φίλο μας που το έβοσκε (μήνα Μάιο), τραγουδούσαμε ρυθμικά:

« ‘Εβγα μύγι’ απού το βώλο,

κι έμπα στου βουγιού το γ-κώλο,

να το κάμεις να μανίσει

και να ροδοκοκκινίσει

και τα όρη να γυρίσει.

Έρα, έρα, κούκου,

έρα, έρα, κούκου ».

5. Όταν κόρνιαζε (μούδιαζε) το πόδι μας, του λέγαμε:

« Ξεκόρνια, κόρνια πόδα μου

κι άμε στση βαρεμένης,

κι α δε σε διακονίσει,

κουλούκια (σκυλάκια) να γεννήσει».

6. Όταν φυλάγαμε τα ζώα του σπιτιού μας και μας φαινόταν ατέλειωτη η μέρα (το Καλοκαίρι), παρακαλούσαμε τον ήλιο να βασιλέψει γρήγορα:

« Βούτηξε, ήλιε, βούτηξε

κι η μάνα σου ποθαίνει.

Ώστε να πας εις τη γ-κορφή

την έχου γ-και θαμμένη».

7. Στην ηλικία που αλλάζαμε τα δόντια, μόλις μας έπεφτε ένα, το βάζαμε σε μια τρύπα κάποιου τοίχου, και λέγαμε:

« Να μ-ποντικέ τ’ αδόντι μου

και δω’ μου σιντεράκι,

να κοκαλίζω τα κουκιά

και το παξιμαδάκι».

8. Το φίλο μας που του είχαν πέσει τα μπροστινά δόντια (για αλλαγή), πειράζαμε έτσι:

« Κουτσαδόντη μυλωνά,

το κουλούκι σου πεινά.

Δώσ’ του πίτα και λουμπίνους,

μα λυπάσαι σε τσοι και κείνους».

9. Το χαριτωμένο μικρό έντομο Παπαδίτσα, το κόκκινο με τις μαύρες βουλίτσες, ήξερε να μας πει από πού θα παντρευτούμε! Το βάζαμε πάνω στην ανοιχτή παλάμη μας και του λέγαμε:

« Μαμουνάκι γαζιανό,

από πού θα παντρευτώ;

Από πάνω γ’ από κάτω,

γ απού τση Καρές το λάκκο;

Εκείνο περπατούσε τριγύρω στην παλάμη μας για να βρει τόπο να φύγει, κι αφού δεν έβρισκε, αποφάσιζε τελικά να πετάξει προς κάποια κατεύθυνση. Προς την κατεύθυνση αυτή βρισκόταν το χωριό που θα παντρευόμασταν.

10. Στα μωρά λέγαμε, δείχνοντας κάθε φορά το ανάλογο μέρος στο κεφαλάκι τους, και κάνοντάς τα να γελάνε:

« Εκέ (εκεί) θα κάτσει το πουλί, (μαλλιά)

κι επά (εδώ) θα κελαηδήσει, (μέτωπο)

κι εκέ θα κάμει κουτσουλέ, (μύτη)

κι επά θα τηνε γλύψεις». (χείλη)

11. Για να κρυώσει γρήγορα η τηγανιτή πατάτα που μας σέρβιρε η μάνα μας μόλις τις κατέβασε από τη φωτιά, την τσιμπούσαμε στο πιρούνι, το σηκώναμε ψηλά, και λέγαμε:

« Πάρε αέρα την πατάτα μου,

και δωσ’ τση τη γ-κρυγιάδα σου».

12. Βάζαμε πάνω στο κεφάλι ενός από την παρέα μας, χωρίς να μας πάρει είδηση, ένα ελαφρύ πραγματάκι, ένα ξυλάκι ας πούμε, και τραγουδούσαμε ρυθμικά:

« Γάιδαρος φορεί σωμάρι,

δε ν-το νιώθει να το βγάλει».

Το λέγαμε πολλές φορές, μέχρι να υποπτευθεί πως γι αυτόν πρόκειται. Ψαχνόταν και το έβγαζε. Και τότε συνεχίζαμε:

« Ένιωσέ ν-το κι έβγαλέ ν-το,

κι εγαϊδουροφίλησέ ν-το».

13. Κάποιος από την παρέα αποφάσιζε ξαφνικά να μας κάμει να ησυχάσομε λίγο, κι άρχιζε:

« Όποιος μιλήσει, μιλήσει λαλήσει,

γάιδαρο να κοκαλίσει. (να φάει)

Να φάει…………………………………

Έλεγε και κάμποσα άλλα που προξενούσαν τέτοια αηδία, που πραγματικά σου έκοβε τη διάθεση να μιλήσεις. Κι αλίμονο σ’ αυτόν που πρωτομιλούσε. Όλοι τον κορόιδευαν πως τα ‘φαγε όλα αυτά.

14. Όταν έβρεχε, τραγουδούσαμε:

« Βρέχει, βρέχει και χιονίχει,

κι η γιαγιά μου κοσκινίζει,

κι ο παππούς χειρομυλίζει, (αλέθει σιτάρι στο χειρόμυλο)

να μου κάμει ένα γ-κουλούρι

σα του μ-ποντικού τη μούρη».

15. Αν κάτι έμπαινε στο μάτι μας και μας πονούσε, του λέγαμε:

« Αν είσαι ξύλο πέταξε, κι αν είσαι χώμα λίσε,(λιώσε)

κι αν είσαι πετραδάκι, έμπα στο πηγαδάκι».

16. Για να νευριάσομε φίλο μας που είχε βγάλει μαλάθρακα, του λέγαμε να του τονε «γητέψομε», να γειάνει:

« Μαλαθρακάκι κουφωτό,

γύρου τριγύρου δεκοχτώ.

Άη Γιάννη, γειάνε το,

σαν τ’ αλώνι κάμε το.

17. Οι μανάδες μαθαίνανε στα νήπια να μετρούν ως το δέκα με τους πιο κάτω στίχους.

Ένα, αγάπα με και μένα.

Δυο, αγάπα με να σ’ αγαπώ.

Τρία, δε σ’ έχω χρεία.

Τέσσερα, στο σεβντά μου σ’ έφερα.

Πέντε, Θε’ μου πέμπε.

Έξε, τα μαλλιά σου πλέξε.

Εφτά, τα μαλλιά σου τα ξαθά.

Οχτώ, το φουστάνι σου κοντό.

Εννιά, παίρνω σε δικολογιά.

Δέκα, παίρνω σε γυναίκα.

18. Και την αλφαβήτα την αρχίζαμε έτσι:

« Άλφα, βήτα, κόψε πίτα,

δωσ’ εμέ και του Νικήτα.

Κι α δε φτάξει, κόψε κι άλλη,

δώσ’ εμέ και του Μιχάλη».

19. Όταν χάναμε κάτι και δεν μπορούσαμε να το βρούμε, καρφώναμε ένα ξυλάκι στο χώμα και λέγαμε: «Καρφώνω σε δαίμονα κι α(ν) δε μου το φανερώσεις θα σ’ αφήσω να σαπιθείς».

20. Άλλες φορές δεν περιμέναμε από το δαίμονα να μας βρει αυτό που χάσαμε, αλλά από τον ΄Αγιο Φανούριο. Τον παρακαλούσαμε και του τάζαμε έτσι: « ΄Αγιε μου Φανούρη και φανέρωσέ μου το κι όντε θα ζυμώσει η μάνα μου θα σου κάμω ένα γ-κουλούρι». Δε θυμούμαι βέβαια αν, αφού βρίσκαμε το χαμένο πράγμα, πραγματοποιούσαμε το τάμα. Αλλά, κείνη την εποχή, το κουλούρι το ‘χαμε εμείς τόση ανάγκη, που αποκλείεται να το προσφέραμε στον Άγιο Φανούριο.

21. Το χειμώνα που θέλαμε τη ζεστασιά του ήλιου, αν ένα σύννεφο μας τον έκρυβε, τον παρακαλούσαμε:

«Έβγα, ήλιε, να λιαστώ

και κουλούρια σου βαστώ,

με το μέλι, με το γάλα,

με τη σιντεροκουτάλα».

22. Το ψωμί, στην κατοχή, ήταν πολύτιμο. Δεν έπρεπε να πεταχτεί ούτε μπουκιά, ακόμη κι αν ήταν ξερό ή μουχλιασμένο. Για να μας κάνουν οι μανάδες μας να τρώμε το τυχόν μουχλιασμένο ψωμί, λέγανε στα κορίτσια ότι όποια τρώει τέτοιο ψωμί, θα γίνουν μεγάλες και χοντρές οι πλεξούδες της. Σε μας τα αγόρια δε θυμάμαι τι λέγανε.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: