Άγονη γραμμή

19 Μαΐου 2008

Αυτό το σπίτι μοιάζει με καράβι

Filed under: Αντωνακάκη Μαίρη — Άγονη Γραμμή @ 7:42 μμ
Tags:

Ήταν αυτό που λέμε δίφυλλη ντουλάπα , όχι κοροϊδευτικά για χοντρή γυναίκα , όχι , μια ξύλινη δίφυλλη ντουλάπα ήταν και βρισκόταν στην ίδια θέση , απ’ όταν για πρώτη φορά μπήκα σ’ αυτό το σπίτι , με τις δυο πλευρές της ακουμπισμένες στη γωνιά του δωματίου .

-Την άφησαν πίσω τους οι καταραμένοι , μαζί με το σημάδι στο σερβίτσιο, συνήθιζε να λεει η πεθερά μου .

«Οι καταραμένοι » ήταν οι Γερμανοί , «το σημάδι στο σερβίτσιο» ήταν από βλήμα .

Το σπίτι , μακριά από την πόλη , στεκόταν μοναχό του πάνω στο ύψωμα , « καράβι» το ονόμαζαν στην πόλη και πράγματι , χτισμένο στην άκρη μιας πέτρινης κορυφής , καράβι μοιάζει ,έτοιμο ν’ αποπλεύσει στα γαλανά του ουρανού και το αλεξικέραυνο στη στέγη του ,ιστίο που ανέλπιδα περιμένει τ’ άρμενα .

Ιδανικό παρατηρητήριο για ρομαντικούς ,με τη στρογγυλή τζαμαρία « και η στρογγυλάδα », μου τόνιζε ένα ολόκληρο απόγευμα η πεθερά μου, τότε που η γεροντική άνοια ήταν ακόμα αδιευκρίνιστη , «να μοιάζει , όχι με τη στρογγυλάδα του κύκλου αλλά με τη στρογγυλάδα του αυγού ».

«Καράβι» το ονόμαζαν στην πόλη και πράγματι , κάτι ανοιξιάτικα πρωινά , που η πάχνη την πόλη , σύννεφο σκεπάζει κι απλώνεται μέχρι τα πρώτα υψώματα του Ακρωτηριού ,καράβι γινόταν και τα όνειρα όλων πραγματοποιούσε ,τα δικά του πρώτα απ’ όλα , που δε νοιώθει καράβι όπως το θέλουν , μα πουλί κι είναι έτοιμο από καιρό για να πετάξει κι ύστερα τα όνειρα των άλλων , «καράβι» το θελαν; καράβι ν’ αποπλεύσει για θάλασσες ανεξερεύνητες και κιβωτός που ελπίδες στην καρδιά του κουβαλούσε και γινόταν η πετροκορυφή , ένα κρητικό Αραράτ .

Όσο για τις νύχτες που η πολιτεία τα φώτα της ντύνεται , καράβι διαστημικό μεταλλάσσει , που στην κορυφή εξόκειλε κι αυτό βλέπει τ’ αστέρια της πιο κάτω και μπερδεύεται .

Το σπίτι μοναχικό πάνω στο ύψωμα , έξω ,μακριά από την πόλη τελείωσε το ’39, άνοιξη του ΄41 μπήκαν στην πόλη «οι καταραμένοι» , οι Γερμανοί .

Λιγόλογα έστειλαν το διερμηνέα στον ιδιοκτήτη .

-Επίταξη .

-Τι θα πει επίταξη ;

-Θα πει , πως το σπίτι , λόγω της θέσης του , είναι ιδανικό για κατοικία και αρχηγείο του διοικητή των αλεξιπτωτιστών .

-Όχι το δικό μου το σπίτι .

-Ναι , το δικό σου το σπίτι .

-Τα όνειρα , τα πράγματα ..

-Να μεταφέρεις ότι προλάβεις , και άκου , γρήγορα..

Έστειλε το «μικρό »της αποθήκης και ειδοποίησε τη γυναίκα του .

-Πάρε την Άννα για να σε βοηθήσει και μαζέψτε ότι μπορείτε ,μόνο δυο μέρες έχουμε καιρό .

Η κυρία Άννα , γυναίκα για όλες τις δουλειές ,φρύαξε , μπήκαν οι δυο γυναίκες μέσα στο σπίτι και τις πήραν τα δάκρυα , ούτε χρόνος δεν είχε περάσει , απ’ όταν στόλιζαν και τώρα έπρεπε , κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες , ν’ αρχίσουν να μαζεύουν .

Να μαζέψεις , τι να μαζέψεις απ’ ολόκληρο νοικοκυριό κι όλο μουρμούριζαν , πότε η μια , πότε η άλλη .

-Καταραμένοι , να είστε καταραμένοι .

Έπιπλα ,λευκά είδη , αντικείμενα , ένα-ένα , με φροντίδα κι όνειρο αγορασμένα.

Να ,οι ολοκαίνουριες εμαγιέ κατσαρόλες που τα μπακίρια της αντάλλαξε ,να, της αδελφής της ,της Άννας τα δαντελωτά π’ ανθρώπου χέρι θαρρείς και δεν άγγιξε, της θείας μαμής τα υφαντά , να της προμάμμης τα κοφτά ,να της μητέρας οι ατραντέδες .

Να μπαίνουν και να βγαίνουν στα δωμάτια και να μην ξέρουν από πού ν’ αρχίσουν , να ‘χουν και τα μικρά στα πόδια τους, ένα της κάθε μιας , σχεδόν συνομήλικα , μήνες η διαφορά τους και να μην έχουν ιδέα από πόλεμο , τίποτα από στεναχώρια και μόνο τις διαβολιές να ‘χουν στο νου τους .Να ‘χεις και την άνοιξη απ’ έξω από τα παράθυρα , τα στραβά μάτια να κάνει κι άλλα να σου ψιθυρίζει , τόσο πολύ , που λίγο -λίγο να σε κάνει να ξεχνιέσαι .

Άρχισαν να μαζεύουν , να διπλώνουν , να τυλίγουν , να φυλάγουν , ήρθαν και τα ξύλινα κιβώτια κι άρχισαν να τοποθετούν με προσοχή, έτσι όπως νεκρό , αγαπημένο σαβανώνεις .

Χριστουγεννιάτικο δέντρο έμοιαζε , που αφού πέρασαν οι χρονιάρες μέρες το ξεστολίζουν – ο προορισμός του εκπληρώθηκε – κι ετοιμάζονται να το πετάξουν στα σκουπίδια , μα τούτου του σπιτιού ο προορισμός δεν είχε εκπληρωθεί , γιατί , λοιπόν ;

Καθ’ ένα κιβώτιο που γέμιζε το έβγαζαν έξω από το σπίτι .

-Από ‘κει κι ύστερα , θα αναλάβει ο Κωστής , μουρμούριζε η Γιώτα και να γεμίζουν τα μάτια της δάκρυα , μα πεισματάρα και σκληρή όπως ήταν , δεν άφηνε να φανεί, κατάπινε δάκρυα και βρισιές μαζί με σάλιο .

Έτσι , να τον είχε μπροστά της τον υπεύθυνο ,να τον φτύσει για τούτη την πίκρα .

Στο πιο γερό κιβώτιο έβαλε το «καλό» της ολοκαίνουριο σερβίτσιο , ειδικό ταξίδι στην Αθήνα πήγε για να το βρει του γούστου της ,πανάκριβο, λευκή πορσελάνη Βαυαρίας , μ’ ένα λεπτό γαλάζιο λουλουδάκι στην άκρη και δυο χρυσές σειρές να το υπογραμμίζουν .

Έβαλαν τα μεγάλα πιάτα , τα ανάβαθα , πιο πάνω τα βαθιά ,ύστερα τα μικρά του φρούτου , πιατέλες ,σουπιέρα , ραβιέρες κι ανάμεσα μπόλικο χόρτο , για να τα προστατέψουν κι ύστερα το έβγαλαν κι αυτό μαζί με τ’ άλλα κιβώτια , μα κάπως παράμερα για να το ξεχωρίζουν .

Εκεί ,πάνω στων κουρτινών την αποκαθήλωση , άκουσαν στο χωματόδρομο το θόρυβο από το τζιπ , μέχρι να κοιταχτούν , να καταλάβουν , τις έπιασε η σκόνη ,δυο αγριεμένοι γερμανοί πετάχτηκαν από μέσα .

– «Ράους» ,φώναξαν .

Δεν κατάλαβαν , μα κατάλαβαν .

Με τις ψιλές φωνές τους ,άρχισαν να τους λενε αναστατωμένες ,πως έχουν δουλειά ακόμα , δε πρόφτασαν , τα πράγματα στο σπίτι , τα κιβώτια απ’ έξω….

-«Ράους» ξαναφώναξαν οι άνδρες που δεν κατάλαβαν μα κατάλαβαν, με μια φωνή και το τεντωμένο τους δάχτυλο δεν είχε ανάγκη μεταφραστή .

Στην άγρια φωνή τα δυο μικρά ,που είχαν πιαστεί από τα φουστάνια τους , έβαλαν τα κλάματα .

Πάλι τα δάκρυα του ανίσχυρου ,πάλι οι βρισιές του καταπιεσμένου μαζί με σάλιο , όμως δεν είχε τίποτα να κερδίσει , τα κατάπιε , έκανε νόημα στην Άννα- για όλες τις δουλειές- τους γύρισαν τις πλάτες ,έπιασαν η κάθε μια το γιο της από το χεράκι και με βιαστικό βήμα πήραν την κατηφόρα .Εκεί , πάνω στη στροφή ,σαν το ρυάκι που το μικρό του εμπόδιο ξεπερνά και το μαζεμένο νερό με φόρα ξεχύνεται ,ξέσπασαν κι οι δυο σε δάκρυα .

Πιο κάτω ηρέμησαν , περπατούσαν και μιλούσαν .Περίπατος έμοιαζε μιας άσημης μέρας ,όχι ξεχωριστής , περίπατος σαν προορισμένος να ξεχαστεί , σαν άλλους πολλούς που είχαν κάνει οι δυο τους .

Περασμένο μεσημέρι κι ήταν τότε που η άνοιξη φώναζε τα χρώματα .

-Πράσινο ,και το πράσινο πέφτει τ’ ανάσκελα.

Η άνοιξη δε χρειάζεται να κοιτάξει, το πράσινο ήταν από πριν εκεί .

-Κίτρινο ,φωνάζει .

-Παρόν , απαντά το κίτρινο .

-Μοβ ,φωνάζει πιο δυνατά ,γιατί καθώς το χρώμα είναι πνιγμένο ανάμεσα στα δυο του σύμφωνα , δυσκολεύεται να το ξεδιακρίνει .

-Κόκκινο , λεει χαμηλόφωνα , γιατί το κόκκινο-παπαρούνα από μόνο του ξελαρυγγιάζεται και διαλαλεί την παρουσία του .

Ναι , η άνοιξη τα γιορτινά της είχε φορέσει , μήπως και τα καταφέρει να κάμει τον κόσμο να ξεχαστεί .

Κάπου πιο κάτω άρχισαν πάλι να σκέφτονται , να λογαριάζουν , τι μάζεψαν , τι είχε μείνει αφύλακτο .

-Άννα, τα πιάτα έμειναν έξω .

-Γιώτα, το χαλί .

Το χαλί ..Το πολύτιμο μεταξωτό χαλί ,από τη Σμύρνη αγορασμένο , που με χίλιες δυσκολίες το κουβάλησε η μάνα της ,σ’ εκείνες τις πιο δύσκολες μέρες του ’22 , είχε ξεχαστεί , στρωμένο τα γιορτινά του , στο πάτωμα του σαλονιού .

Ο πόλεμος τελείωσε , οι Γερμανοί αποκαθήλωσαν την περηφάνια τους και υπέστειλαν τη σημαία , που στο στρογγυλό κάγκελο της βεράντας , -όχι το στρογγυλό του κύκλου , αλλά το στρογγυλό του αυγού – κυμάτιζε στα γερμανικά η κόκκινη του αγκυλωτού , απέναντι το άγαλμα της Ελευθερίας , τόσο καιρό με τα μάτια στραμμένα αρνιόταν να δει και ποιος ξέρει , ίσως και βουρκωμένα ,ατένιζε τη θάλασσα .

Οι δυο γυναίκες πάλι μαζί μπήκαν μέσα κι άνοιγαν τα μάτια για να δουν τις αλλαγές, να θυμηθούν τα ξεχασμένα και να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά να ξεβρομίσουν

Έξω από το σπίτι , όλα τα παλιά προσεγμένα είχαν πετάξει αγριάδες , τα αναιμικά μικρά, ανήλικα πευκάκια που είχαν αφήσει , δέντρα τα βρήκαν κι εκεί κάτω από το μεγαλύτερο ,το ξύλινο κιβώτιο με το σερβίτσιο στην ίδια θέση αφημένο .Έβγαλαν το σκέπασμα , τα πιατικά στη θέση τους, είχαν κάμει καλή δουλειά , χάρηκαν , μα όταν τράβηξαν το χόρτο ,είδαν πως στους βομβαρδισμούς , ένα βλήμα είχε χτυπήσει το κιβώτιο και είχε σημαδέψει τη στοίβα των πιάτων από πάνω μέχρι κάτω .

Έμπαιναν κι έβγαιναν στα δωμάτια και κάθε τόσο φώναζε η μια την άλλη ,για να δει κι αυτή τα παράξενα , όλα τους φαινόταν μιαρά και βρόμικα , αγγιγμένα από το χέρι του εχθρού .

Η μια πόρτα που έμπαινες από το χωλ στο σαλόνι ήταν τώρα χτισμένη κι από την πλευρά του «στρογγυλού »δωματίου υπήρχε ένα τζάκι κι επάνω , εκεί που η καμινάδα άρχιζε να σχηματίζεται ,ο γερμανικός αετός άνοιγε τα φτερά του τσουρουφλισμένα , όχι από την κάψα του τζακιού ,μα από την πανωλεθρία της ήττας.

Μίσησαν τα καινούρια , μα ήταν ψηλά για να φτάσει το σάλιο τους .

Βρήκαν το πάτωμα του σαλονιού σε μαύρο χάλι , έφερε η Άννα κουβάδες , βούρτσες και νερά , έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να τρίβει, να τρίβει και να καταριέται .Όλες οι γερμανικές μπότες είχαν αφήσει ίχνη από κοκκινόχωμα και μπόχα κατακτητή, έτριβε κι έτριβε κι άργησε να καταλάβει , πως το σμυρναίικο μεταξωτό χαλί ,εκείνο το πολύτιμο βάρος των πιο δύσκολων ημερών , ποτέ δεν είχε σηκωθεί από το πάτωμα κι είχε γίνει ένα μ’ αυτό !

Στη μια κρεβατοκάμαρα βρήκαν μια ξύλινη ντουλάπα ,από ξύλο ακριβό που ρόδιζε, με σκαλιστά τα δυο της φύλλα και αφημένα κάποια πράγματα στο εσωτερικό , ίσως από τη γρήγορη αναχώρηση , ένα πηλίκιο με το σήμα των ιπτάμενων , ένα περιβραχιόνιο με το ίδιο σήμα , μια δεσμίδα από αυτόματο όπλο , κάτι χαρτιά με σφραγίδες και υπογραφές ,μια φωτογραφία του Ταγματάρχη να φέρει τα διάσημα και να καμαρώνει μέσα στη στολή του ,δίπλα από τη σημαία της περηφάνιας του κι από κάτω ευκρινέστατα τα φινιστρίνια του καραβιού ,που για τα δικά τους ταξίδια ναυλωμένο, τελικά , δε σάλπαρε .

Όλα τα έβγαλαν έξω στον κήπο και τα έκαψαν κι έμεινε η ντουλάπα , γιατί αυτή ήταν χρήσιμη κι ας χωρούσε μέσα της όλα τα περασμένα δυσάρεστα .

Στην ντουλάπα μέσα κρεμούσε η πεθερά μου τα δικά της τα ρούχα ,σε κάθε αλλαγή σεζόν , έβαζε την Άννα , μα δε χρειαζόταν να της το πει , η Άννα -γυναίκα για όλες τις δουλειές-, ήξερε , άνθρωπος του σπιτιού πια ,φιλενάδες πιο πολύ , τόσα πολλά είχαν περάσει μαζί .

Με την αλλαγή του καιρού γινόταν ολόκληρη ιεροτελεστία ,άνοιγε διάπλατα τα φύλλα της ντουλάπας ,έβγαζε τα ρούχα ,τα κρεμούσε στο σκοινί της απλώστρας, ξεσκόνιζε, καθάριζε , έπλενε , έστελνε στο καθαριστήριο και φύλαγε ,άνοιγε τις καπελιέρες κι αέριζε τα παλιομοδίτικα καπέλα των χρόνων της κομψότητας .

Πετούσε τα χαρτιά που ήταν στρωμένα στο ράφι και στα συρτάρια της , αγόραζε καινούριο ρολό ,περνούσε μ’ ένα βρεγμένο πανί το εσωτερικό της ,που όλο ήταν «ντυμένο» μ’ ένα ξεθωριασμένο χαρτί ταπετσαρίας κι έστρωνε το καινούριο.

Άφηνε ανοιχτά τα φύλλα όλη μέρα ,για να φύγει κάθε ίχνος υγρασίας , περνούσε τα εξωτερικά της ντουλάπας μ’ ένα πανί βρεγμένο σε πετρέλαιο κι ύστερα τακτοποιούσε τα ρούχα της νέας σεζόν κι ανάμεσα σακουλάκια με λεβάντα και κομμάτια κέδρου.

Η Γιώτα καθισμένη σε μια καρέκλα απέναντι , με πλήρη ορατότητα ,έδινε οδηγίες που η Άννα δε χρειαζόταν , αφού τα ίδια πράγματα ήξεραν κι οι δυο, αφού τα ίδια χρόνια τα μάθαιναν .

Τα χρόνια περνούν ,οι ανείπωτες ιστορίες χάνονται , αν δε σ’ αφήσουν , αν δεν αφήσεις κι οι άνθρωποι χάνονται , σαν ποτέ να μην υπήρξαν , σαν ποτέ να μην πέρασαν ,ένα κουτί μένει σε κάποιο τάφο , ή σ’ ένα κενοτάφιο , οστά .

Η πεθερά μου θα πέθαινε «πλήρης ημερών » και η Άννα ,εκείνη η γυναίκα για όλες τις δουλειές ,δεν ήταν πια για τίποτα , μια λιγνή φιγούρα πίκρας που τις δύσκολες μέρες των νεανικών της χρόνων αναχάραζε κάνοντάς της παρέα ,δυο γυναίκες που είχαν περάσει τα πάντα μαζί , αλλά δεν είχαν πια τίποτα να πουν .

Η πεθερά μου πέθανε πρώτη και δεν ξέρω αν η Άννα το έμαθε ποτέ .

Το θέμα ήταν η ντουλάπα , το σπίτι θα ανακαινιζόταν , τοίχοι θα έπεφταν , πατώματα θα άλλαζαν , σύγχρονα είδη υγιεινής θα έπαιρναν τη θέση των παλιών , τη ντουλάπα τι θα την κάναμε ;

Η πρώτη σκέψη ήταν ο παλιατζής ,η εύκολη λύση , μα ποιος έχει καρδιά να χωρίσει το σπίτι από τη ντουλάπα ; σα να υπήρξε «μέσα του » από κατασκευής , θα ήταν σα να ξεχώριζε για δεύτερη φορά τις δύο φιλενάδες .

Την είχα αδειάσει ,την είχαμε μετακινήσει , τόσα χρόνια είχε μείνει στην ίδια θέση , που μετακινώντας την , ένα σκουρότερο κομμάτι τοίχου έμενε να μαρτυρά .

Είχα τραβήξει τα συρτάρια και τα φύλλα της μένοντας ανοιχτά , λίγο έγερναν προς τα εμπρός , εξήντα τόσο χρόνων κουρασμένος ενήλικας κι έτσι όπως έχασκε το παλιοκαιρίτικο έπιπλο έμοιαζε με κουφάρι .

Σε κάποια σημεία η παλιά ξεθωριασμένη ταπετσαρία που το εσωτερικό της κάλυπτε ,ήταν σκισμένη κι είχα αγοράσει αυτοκόλλητο για να κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια να τη φρεσκάρω , άλλωστε το είχαμε αποφασίσει , η ντουλάπα θα πήγαινε στην αποθήκη , δεν μπορείς εύκολα ν’ απαλλαγείς απ’ αυτά που τη ζωή σου συνθέτουν κι όσο μεγαλώνεις , τόσο πιο δύσκολο είναι ν’ αλλάξεις τα πράγματα .

Θα την κρατούσαμε την ντουλάπα , έτσι μεγάλη όπως ήταν θα χωρούσε όλα εκείνα τα άχρηστα-χρήσιμα , που υπάρχουν σε κάθε σπίτι κι όλο λες «θα πετάξω » κι όλο κρατάς .

Άρχισα να τραβώ το φθαρμένο χαρτί που εύκολα ξεκολλούσε πάνω από το ξύλο, ήταν εύκολη δουλειά , περισσότερο η συνήθεια το κρατούσε παρά η κόλλα .

Έβαλα λίγο πετρέλαιο και πέρασα την εξωτερική της επιφάνεια , το σπίτι μύρισε κι είχα την εντύπωση πως η κυρία Άννα ήταν στο διπλανό δωμάτιο και τη δουλειά της συνέχιζε .Το ξύλο φρεσκαρίστηκε ,την περιποίηση αναγνώρισε , το σκάλισμα φάνηκε περίτεχνο ,τα έκτυπα λουλούδια της μπουμπούκιασαν ανοιξιάτικα .Ξεσκόνισα την πλάτη και με το ίδιο πανί στη σωστή δόση πετρελαίου, πέρασα το κομμάτι που χρόνια πολλά , ακουμπούσε στον τοίχο .

Εκεί στ’ αριστερά είδα χαραγμένο στο ξύλο ένα όνομα και μια χρονολογία Franz Woltz, Wien ,1942 .

Στάθηκα και κοίταζα το όνομα, μόνο ένα γερμανικό όνομα ήταν , μα ποιος ;μα τι;

Ανθρώπινες ιστορίες , που είναι και ανθρώπινες και ιστορίες , που όταν περάσει η έξαψη του σύγχρονου , μοιάζουν παραμύθια .Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο Φραντς από τη Βιέννη ;

Από πού ξεκίνησε , που έφτασε ,τι συναισθήματα , τι σκέψεις ,πως κατέληξε ;

Μια ορντινάντσα ,ένας νεαρός στρατιώτης ήταν που « την έβγαλε καθαρή » ασφαλής στη θέση του, μακριά από τα μέτωπα ,που στων κενών ωρών τη νοσταλγία έπινε την μπύρα του ρεμβάζοντας και τραγουδώντας το «Λιλή Μαρλέν»; ή ένας αεροπόρος που το όνομά του χάραξε στο πρώτο ξύλο που βρέθηκε μπροστά του και λίγες μέρες αργότερα, τον κατέρριψαν τα συμμαχικά αεροπλάνα και σκοτώθηκε ;

Μπορούσα να σκέφτομαι και να κάνω και δουλειά , άλλωστε είχα μόνο ένα όνομα,

χωρίς κανένα άλλο στοιχείο για να συμπληρώσω την ιστορία μου .

Έβγαλα το χαρτί από το πρώτο συρτάρι , μέτρησα , έκοψα , κόλλησα, έβγαλα το χαρτί και από το δεύτερο και το τσαλάκωσα στα χέρια μου ,ένα διπλωμένο χαρτί ξέφυγε , κιτρινισμένο , με λευκό παρελθόν , ίσως κάτι συναισθηματικά πολύτιμο; ήξερα πως η πεθερά μου σ’ αυτά τα συρτάρια έβαζε τα εσώρουχά της , συνήθως ανάμεσά τους κρύβουμε πράγματα ,ένα μυστηριώδες γράμμα, ίσως από τον καιρό των ερώτων με τον άνδρα της ;

Το άνοιξα ,στην επάνω αριστερή γωνία τυπωμένο το σήμα των γερμανών ιπτάμενων κι από κάτω με μαύρο μελάνι , κάπου μουτζουρωμένο , κάπου μισοσβησμένο, με δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα ,ένα γράμμα ,με ημερομηνία 21-11-43 .

Μutter , διάβασα ,αυτό ήταν εύκολο .Πιο κάτω τα γράμματα μπερδευόταν μεταξύ τους , οι λέξεις ανάμεσά τους άφηναν ένα μικρό κενό που πάλι κι αυτό ενωνόταν με μια ουρά ξεχασμένη από την προηγούμενη λέξη , οι γνώσεις μου στη γερμανική γλώσσα λίγες κι αυτός που είχε γράψει το γράμμα ίσως από βιασύνη , ίσως από συναισθηματική φόρτιση ,δεν είχε φροντίσει για τα καλλιγραφικά του .

Παράτησα τα φύλλα της ντουλάπας ανοιχτά και τα συρτάρια τραβηγμένα και κρατώντας το γράμμα , βγήκα έξω και κάθισα , μήπως με περισσότερο φως , μήπως πιο ήρεμη, καταλάβω και ξεχωρίσω λέξεις από το σωρό των γερμανικών-ιερογλυφικών , γραμμάτων .

«Μητέρα » ξαναδιάβασα .

«Αυτός ο πόλεμος δε λεει να τελειώσει…..χρόνια που λείπω κι έχουν συμβεί άγνωστες λεπτομέρειες στις ζωές σας και στη δική μου κι όμως είμαστε μια οικογένεια και κάποτε συνηθίζαμε να τα συζητούμε όλα .Άραγε όταν και αν γυρίσω με τόσα κενά ανάμεσά μας ,θα νοιώθουμε ξένοι ; ή τις ζωές μας ……… από το σημείο που μας τις αποσύνδεσαν .»

Δυσκολευόμουν ,γράμμα-γράμμα , λέξη-λέξη συνέθετα μια εποχή , στην ψυχολογία ενός «εχθρού» εισερχόμουν ,τα ερωτηματικά του συμμεριζόμουν και συνέπασχα μαζί του , προβληματισμένη ετεροχρονισμένα .

«{ …..Σβησμένο…}όμως ποτέ δε μου είπες ,ποιος είναι ο εχθρός , αυτός που σε διατάζει κι όμως η συνείδηση σου , σου λεει πως κάνει λάθος ή ο άλλος που σιωπηλά προσπαθεί να καλύψει το μίσος ανάμεσα στα κρυμμένα φώτα της καρδιάς του ,όμως κάποια πράγματα λέγονται με λόγια κι άλλα με μια εύγλωττη σιωπή …..

»Τι γυρεύουμε τόσο μακριά από την πατρίδα …………………… αλλά τι είναι πατρίδα ,η γη που γεννηθήκαμε και εγκαταλείψαμε που τα χέρια και το μυαλό μας έχει ανάγκη , η γη που μας θέλει δολοφόνους ή τούτη η χώρα που στα πάτρια , θέλουμε να προσπορίσουμε ;

»………………………………τι κάνουμε μάνα μου , στην ξένη γη ; ο πόλεμος , έστω κι αν είμαστε από την πλευρά των δυνατών-και δυνατός μπορείς να είσαι με πολλούς τρόπους – αλλάζει τη ζωή προς το χειρότερο και ξέρεις κάτι………όσα δεν πρόλαβα να ζήσω ………σχολειό , μαθήματα, στρατός , όμως και κάτι άλλο πρέπει να είναι η ζωή ……. »

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Πάνω στην τσάκιση το διπλωμένο για εξήντα σχεδόν χρόνια χαρτί , αρνιόταν να μαρτυρήσει και αβίαστα ,στο χρόνο , μοναδικό βασανιστή είχε παραδώσει τα εφτασφράγιστα .Τα γράμματα μπερδεύονταν ,τα συναισθήματα αλληλοσυγκρούονταν και τα δικά του και τα δικά μου ,σίγουρα η μητέρα του , ξέροντας το γιο της , ξέροντας το χαρακτήρα που έχτισε , θα μετέφραζε ακόμα και τα συνδετικά των λέξεων , κάνοντας τους δικούς της συνειρμούς , όσο για μένα , με βοηθούσε πιο πολύ η θέληση στα δυσανάγνωστα .

Πιο κάτω , καθώς ο νεαρός στρατιώτης έβγαινε από τους προβληματισμούς του και αναφερόταν στην οικογένεια ,τα πράγματα γινόταν πιο απλά .

«…….Μου γράφεις πως η Άννα-Λώρε και το μικρό είναι καλά , άραγε , πως νοιώθει ένας πατέρας που δεν έχει γνωρίσει το παιδί του όπως κι εγώ ; όμως είμαι βέβαιος πως αν το δω ανάμεσα σε χίλια μικρά , θα το αναγνωρίσω , βλέπεις η καρδιά μιλάει

κι αν ποτέ τούτος ο πόλεμος τελειώσει , κι αν ποτέ …………….συναντηθούμε θα του πω , πως ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος απ’ ότι μας τον δείχνουν .

»Μητέρα , μου λείπετε , μου λείπει η ζωή , έτσι όπως την ήξερα , άραγε θα την ξαναβρώ ; Ο γιος σου ,Φραντς .»

Ναι , τούτο το σπίτι ,αλήθεια μοιάζει με καράβι κι αν τύχει την ώρα που θα καθίσεις στη βεράντα και η πάχνη έχει σκεπάσει την πόλη , η ακόμα κι όταν τα φώτα της ντύνεται κι αν η ψυχή σου είναι έτοιμη για ν’ αρμενίσει , σε πάει , όπου του πεις .

Υ.Γ. Στο Ναυτικό Μουσείο Χανίων υπάρχει η φωτογραφία, με τη σημείωση: Οχυρό του Ταγματάρχη Χάινριχ , ανατολικά των Χανίων .

Το σπίτι , οχυρό δεν υπήρξε ποτέ , εκτός ίσως από οχυρό καρδιάς .

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: