Άγονη γραμμή

28 Μαΐου 2008

Τα παράσημα

Filed under: Φρυγανάκης Γεώργιος — Άγονη Γραμμή @ 7:53 μμ
Tags:

Τον είδα να προχωρεί μόνος του με τη βοήθεια του «τρίτου ποδιού» που διαθέτουν συνήθως οι άνθρωποι της ηλικίας του. Σε λίγο έφτασε στο ύψος του καφενείου πού καθόμουν μ` ένα φίλο μου από τα φοιτητικά και στρατιωτικά μου χρόνια, που είχε κατεβεί από την Αθήνα για να πάρει μέρος στην πορεία για τον αδικοχαμένο φοιτητή και συμφοιτητή του γιου του. Σταμάτησε και ακούμπησε στον απέναντι κάδο για να ξαποστάσει. Μετά έσκυψε πάνω από το άνοιγμά του και με ανάποδο το μπαστούνι του επιχείρησε κάτι να ανασύρει, που αντιστεκόταν φαίνεται το «άτιμο» πεισματικά στην ανέλκυσή του…

Τέτοιες σκηνές είναι αναπόφευκτο να ανασύρουν συνειρμικά στη μνήμη μας σκηνές από την Κατοχή, που εμείς οι νεότεροι βιώσαμε ευτυχώς μόνο από τις ζωντανές αφηγήσεις των πατεράδων μας ή την ιστορία και τα ντοκιμαντέρ.

Η ακρίβεια! παρατήρησε ο φίλος μου, κουνώντας με απογοήτευση το κεφάλι. Η ακρίβεια μάς ξαναγυρνά στα…σκουπίδια! «Οι Γερμανοί ξανάρχονται»! Άκου που σου λέω. Γερμανικός ο Ο.Τ.Ε , Γερμανός και ο Όττο της Εθνικής μας…

Ναι αλλά με αυτόν πήραμε το Ευρωπαϊκό, τον πείραξα εγώ. Άσε που στη Γερμανία τα ελληνικά προϊόντα είναι φτηνότερα…

– Πολύ…Γερμανόφιλο σε ακούω σήμερα. Κι είναι και η γιορτή της Μάχης της Κρήτης!…

– Η Μάχη της Κρήτης …παίζεται εκεί απέναντι, του απάντησα σοβαρά.

Εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα ότι το βλέμμα του ηλικιωμένου ήταν καρφωμένο πάνω μου και ένιωσα ντροπή. Σηκώθηκα και τον πλησίασα διστακτικά.

– Τι κάνεις κυρ Θανάση; Έλα να σε κεράσομε, να μας πεις και για τους Γερμανούς…

-Ποιος είσαι; με ρώτησε σχεδόν εχθρικά.

Απόρησα με την απορία του, αλλά του απάντησα.

-Δεν ακούω, παιδί μου, μου είπε φωναχτά, κάνοντας την παλάμη του χωνί στο αυτί του.

– Δεν είμαι ο Γιώργης, ο γιος του φίλου σου του Δημήτρη από την Κατοχή; τον ρώτησα, πλησιάζοντας το στόμα μου στο «χωνί» του.

– Του Δημήτρη! αναφώνησε εκείνος, γουρλώνοντας τα μάτια. Σου `χει μιλήσει ο πατέρας σου για τις αγγαρείες μας στον Ευλιγιά; Σου `χει πει για την πείνα; Για τις σταφίδες που μας έστελνε κρυφά η κυρία Λέλα για τους Ρώσους αιχμαλώτους, που έτρωγαν μόνο ξυνήθρες; Για το ξύλο που φάγαμε εμείς από τους Γερμανούς όταν μας υποψιάστηκαν; Για το…αγγουρόλαδο;

Κάθε φορά που εγώ κουνούσα το κεφάλι καταφατικά, με…βομβάρδιζε και με άλλη ερώτηση. Και όταν πια βεβαιώθηκε ότι ήμουν καλά ενημερωμένος, μου άφησε επιτέλους το χέρι, αναστενάζοντας με έκδηλη ανακούφιση, υπερηφάνεια θα έλεγα.

Όμως ξαφνικά συνοφρυώθηκε και με ξαναρώτησε:

-Και τι κάνει ο πατέρας σου; Έγινε καλά το πόδι του;

Μα ο πατέρας μου πέθανε! του απάντησα με τον προηγούμενο τρόπο.

– Πέθανε; απόρησε εκείνος. Εγώ ήξερα ότι χάθηκε μόνο η ανιψιά του η Ιωάννα!…

Σκούπισε με την παλάμη του τον ιδρώτα του προσώπου του, χτύπησε με το μπαστούνι του δυο τρεις φορές τη γη και, αποφεύγοντας να με κοιτάξει, κίνησε να φύγει υψώνοντας το χέρι σε αποχαιρετισμό…

Καλά, τι λέγατε τόση ώρα με το ανθρωπάκι δίπλα στα σκουπίδια; Ή μήπως απολαμβάνατε τη μυρωδιά τους; με ρώτησε με προσποιητή αγανάκτηση ο φίλος μου όταν επέστρεψα.

– Το «ανθρωπάκι», του απάντησα απότομα, είναι ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους ήρωες του ελληνικού λαού! Και του εξήγησα τα σχετικά…

-Και η ιστορία με το «αγγουρόλαδο» τι ήταν; με ρώτησε με ύφος που έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον.

-Του είχε αναθέσει ένας λοχαγός στον Ευλιγιά να του βρει φρέσκο λάδι για να το στείλει στη μάνα του στη Γερμανία, απαλλάσσοντάς τον μερικές μέρες από την αγγαρεία. Έτσι και έγινε. Μετά από ένα μήνα, όμως, θεριό ανήμερο ο λοχαγός! Και δεν είχε άδικο, αφού ο αθεόφοβος ο Θανάσης είχε γεμίσει τον ντενεκέ με νερό ρίχνοντας στο πάνω μέρος ένα δάκτυλο λάδι, λες και επρόκειτο για καντήλι…«Πού Τανάση; Πού Τανάση; Καπούτ Τανάση», ούρλιαζε ο Γερμανός και η πούγκα σείονταν από τη δρακοφωνή του. Σε άλλη περίπτωση το ηχητικό παράγωγο της συμπροφοράς των λέξεων θα προκαλούσε το ηχηρό γέλιο των ακροατών. Τώρα όμως όλοι οι εργάτες είχαν μαρμαρώσει…Του ‘φεραν λοιπόν μπροστά του τον «Τανάση», που προσπάθησε να του εξηγήσει στα…αλαμπουρνέζικα ότι ήταν…αγγουρόλαδο και ότι θα…«έσαζε» σε πεντέξι μήνες! Σε τόσους, φαίνεται, υπολόγιζε ότι θα είχαν φύγει οι Γερμανοί!…Ο λοχαγός, ανασκουμπώνοντας τα μανίκια του, κάλεσε το Θανάση να λογαριαστούνε!.. Και τότε ο Θανάσης, με μια απότομη κίνηση, τραβάει μια γροθιά στο κούτελο του Γερμανού και πάρ’ το θεριό κάτω! Όλοι πιστέψανε ότι ήρθε το τέλος του Θανάση! Ότι θα τον εκτελούσε με το περίστροφό του! Όμως ο Γερμανός τίναξε μια δυο φορές το κεφάλι του, σηκώθηκε αργά αργά και…έδωσε το χέρι του στο Θανάση! Μετά ξέσπασε σ’ ένα ασταμάτητο βροντερό γέλιο…Αυτά μου τα αφηγήθηκε αρκετές φορές ο πατέρας μου ως αυτόπτης μάρτυρας. Αλλά τ’ άκουσα και από άλλους που ήταν τότε στην αγγαρεία. Απλώς ο πατέρας μου το υπερηφανευόταν, γιατί προπονούσε το Θανάση προπολεμικά στο γυμναστήριό του.

– Σκέψου στη θέση του Γερμανού λοχαγού να βρισκόταν ο παλικαράς ο συμπατριώτης σου που έσφαξε αναίτια προχθές στην παλιά πόλη τον άτυχο φοιτητή!…Μωρέ όλοι οι γονείς πρέπει να ζητήσουμε μεταγραφή των παιδιών μας σε άλλα πανεπιστήμια!…Κι ύστερα μου λες ότι παλιά κάνατε και συλλαλητήρια και προσφέρατε δωρεάν τα οικόπεδά σας για να γίνει το Πανεπιστήμιο στο Ρέθυμνο, τρομάρα σας! Τι κάνατε όμως για να το προστατέψετε; Άσε να μην πάμε και στα «μαγικά» χασισόδεντρα, που μεγάλωναν…αόρατα στον πανεπιστημιακό χώρο!…Αλλά έχω και τον κανακάρη μου που έχει, λέει,…ερωτευτεί το Ρέθυμνο και δεν το αφήνει με τίποτε!…Ποιος θα προστατέψει τους φoιτητές μας από τα κτήνη που αφήνονται να κυκλοφορούν ελεύθερα, ο μπαρμπα – Θανάσης με την μπαστούνα του; Γιατί τόση ώρα δεν είδα ούτε ένα αστυνομικό να κυκλοφορεί!…Εκτός κι αν εδώ ισχύει το σύστημα…αυτοπροστασίας, οπότε πρέπει να προμηθευτούμε κουμπούρια και μαχαίρια, που όπως και τα χασίσια δεν είναι φαίνεται και τόσο δυσεύρετα!…Ή θα περιμένουμε να αναλάβει και την αστυνόμευση η Γερμανία; Μωρέ ούτε ένα πλοίο της ανθρωπιάς δεν είσαστε άξιοι να κρατήσετε και βγάζουμε τα σκώτια μας για να ‘ρθουμε να δούμε τα παιδιά μας!…Η «Πόλη των Γραμμάτων», η πόλη του φωτός κατάντησε πόλη της νύχτας και της νύστας!…Και να σκεφτείς ότι καμάρωνα ο αφελής που ο γιος μου σπούδαζε στην πόλη του Χορτάτζη, του Μπουνιαλή και του Πρεβελάκη!…

– Ας διάβαζες, καημένε μου, και λίγο Δαλέντζα και Νενεδάκη…Σκέφτεσαι όμως, με τα όσα μου λες, στη θέση μου να ήταν ο μαχαιροβγάλτης που σκότωσε το φοιτητή; πέταξα στο φίλο μου χαμογελώντας για να διασκεδάσω την ατμόσφαιρα. Όσο μπορεί, βέβαια, να χαμογελάσει κάποιος που βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου! Γιατί έτσι ένιωθα, κι ας μη το ‘χε πρόθεσή του ο φίλος μου να με θίξει προσωπικά.

– Συγνώμη, αλλά δεν μπορώ να διώξω από τα μάτια μου την εικόνα του τραγικού πατέρα! Μπαίνω στη θέση του και τρελαίνομαι!…Δε μου λες, καλύτερα, και για το επεισόδιο με τις σταφίδες;

– Άσε τις σταφίδες και τσίμπησε κάτι, γιατί σε λίγο θα γίνεις εσύ «σταφίδα» με τη ρακή ξεροσφύρι και θα αρχίσεις τα γνωστά «συγνώμη» και «συγνώμη»…

-Τι να φάω! Πατάτες με ορυκτέλαιο; Πιπεριές με φυτοφάρμακο; Φιλέτο γαλοπούλας με βακτήρια; Μουστάρδα με βενζοϊκό οξύ; Σάλτσα με αφλατοξίνη; Σαρδελίτσα με κάδμιο; Άσε, φυλάω την όρεξή μου για το τραπέζι στο σπίτι σου…

– Δηλαδή δεν σου εμπνέουν εμπιστοσύνη οι άνθρωποι του Ε.Φ.Ε.Τ (:Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων); τον τσίγκλισα εγώ.

– Αυτοί είναι απλώς…ΕΦΕΤζήδες πορτιέρηδες του διατροφικού σκανδάλου.

– Σκέψου τι θα γινόσουν αν είμαστε στην Κατοχή! είπα, κοιτάζοντας ασυναίσθητα προς τον κάδο, που συνεχώς τραβούσε σα μαγνήτης το βλέμμα μου.

-Γιατί, τώρα δεν έχουμε Κατοχή; Άλλου είδους βέβαια, αλλά Κατοχή! Τα λεφτά έγιναν σαν τα χαρτονομίσματα του Τσολάκογλου, οι πολίτες άρχισαν να κλέβουν καύσιμα, η αισχροκέρδεια βασιλεύει παντού, οι νέοι μας εξαναγκάζονται στις «αγγαρείες» των 400 ευρώ, να κυκλοφορήσεις φοβάσαι, να φας φοβάσαι!…Τουλάχιστον τότε ο κόσμος είχε ιδανικά και… τα πατατόφυλλα από τα σκουπίδια ήταν λιγότερο επικίνδυνα από τα σκουπίδια που μας ταΐζουν!…Αλήθεια, τι γύρευε τόση ώρα στον κάδο ο μπαρμπα – Θανάσης;

– Πού θες να ξέρω; Ίσως έψαχνε το…χαμένο παράσημο του!…

– Μήπως έχει αλτσχάιμερ; Και, μέρα που ‘ναι, νόμισε πως ήταν ακόμη Κατοχή και βγήκε για τους κάδους; Ξέρεις, το ‘χει πάθει ένας θείος μου και ώρες ώρες νομίζει ότι βρισκόμαστε στον…Εμφύλιο! Δεν παλεύεται, σου λέω…

– Μπα, δε μου ‘δωσε τέτοια εντύπωση…Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, λέω πως ίσως έχεις δίκιο…Ίσως αναφερόταν στο θάνατο της ξαδέλφης μου της Ιωάννας και στον τραυματισμό του πατέρα μου στο πόδι από τους γκεσταπίτες με την ίδια ριπή! Όχι στην άλλη Ιωάννα, που γεννήθηκε μετά και πήρε το όνομά της! Ούτε στον τραυματισμό του πατέρα μου στο πόδι, πριν τρία χρόνια, από πέσιμο· που ήταν και η αρχή του τέλους του, λίγο μετά το τέλος της δεύτερης Ιωάννας. Πώς δεν το κατάλαβα αμέσως!…

-Ξέρεις, παλιοσειρά, καμιά φορά το μυαλό αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα. Αλλά τελικά αυτή σκαρφαλώνει μέχρι την αντίληψη…

– Ναι, ναι! Αυτό ακριβώς συμβαίνει.

– Αυτό ακριβώς είναι ένδειξη αρχόμενου…αλτσχάιμερ, διέγνωσε εκείνος μειδιώντας.

Η «διάγνωσή» του συνοδεύτηκε από τη μουσική υπόκρουση του κινητού του. Ήταν ο γιος του από το Συντονιστικό της απογευματινής πορείας για τον αδικοσκοτωμένο φοιτητή και ο φίλος μου του ‘δωσε ραντεβού παρακάτω.

– Πάμε, μου λέει επιτακτικά, μη με δει εδώ, γιατί θα με φάει που παραβίασα εξαιτίας σου το μποϊκοτάζ κατά των καταστημάτων της παλιάς πόλης!…

Σε λίγο έφτασε το παλικάρι, όμορφο σαν τον αδικοχαμένο συμφοιτητή του, με το πείσμα ζωγραφισμένο στο αγνό, αξύριστό του πρόσωπο. Λες και…πήρε μεταγραφή από το « Γαλλικό Μάη του ’68»!

– Σήμερα, είπε σε λίγο με τη βραχνή φωνή του, το Ρέθυμνο θα αποδείξει αν αξίζει το παράσημο της «Πόλης των Γραμμάτων»! Κι όταν λέω Ρέθυμνο, εννοώ όλους αυτούς που αγαπούν πραγματικά την πόλη και σέβονται την ιστορία της, ντόπιους και μη. Η απάντηση στη φασιστική συμπεριφορά πρέπει να είναι απo – φασιστική! Το αίμα του άτυχου Μανόλη πρέπει να είναι το τελευταίο! Μόνο έτσι δεν θα πάει χαμένο!…Μια κοινωνία, μικρή ή μεγάλη κρίνεται από το πώς φέρνεται στα παιδιά της!…Ο στυγερός δολοφόνος ήταν ένας, αλλά οι ηθικοί αυτουργοί πολλοί! Κι ανάμεσά τους κάποιοι που σήμερα «θρηνούν» μαζί μας!! Ας αναλάβουν, επιτέλους, τις ευθύνες τους οι υπέύθυνοι. Αλλιώς προβλέπω…Ρεθυμνιώτικο Μάη του 2008 αλλά και πολλούς άλλους «Μάηδες»!…

– Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι σήμερα το Ρέθυμνο θα τιμήσει το πρώτο παράσημο Το θέμα όμως είναι…για πόσο! απάντησε ο πατέρας.

-Τι εννοείς; τον ρώτησε ο νέος.

-Να, κάτι λέγαμε με τον πατέρα σου για το αλτσχάιμερ ενός γνωστού μου, του μπαρμπα-Θανάση, και…

– Και για το συλλογικό αλσχάιμερ της πόλης, που ξεχνά όχι μόνο τους «Θανάσηδες» αλλά και τα αθώα θύματα του εν ψυχρώ και του λευκού θανάτου, και κοιμάται τον «ύπνο του δικαίου» ή μάλλον του αδίκου! συμπλήρωσε ο πατέρας. Μέχρι να ξαναχτυπήσει πάλι το κακό και μετά άντε πάλι πορεία, άντε πάλι λήθη και ηλιθιότητα, άντε πάλι…παράσημο ανοιχτής παλάμης! Μήπως θα ‘πρεπε εδώ στην Πλατεία Δημαρχείου να στηθεί ένας ανδριάντας που θα απονέμει το παράσημο της ανοιχτής παλάμης ή, για οικονομία, να μετασχηματιστεί κατάλληλα το προτεταμένο χέρι του ανδριάντα του Βενιζέλου ή του Πρεβελάκη, ή ακόμη να προστεθούν τα «αναγκαία» χέρια σε κείνη την προτομή (:του Χατζηδάκη); Τι λες εσύ, δάσκαλε για μια τέτοια «διαρκή παιδεία»;

– Εγώ είμαι υπέρ της αυτοκριτικής και της…αυτοπαρασημοφόρησης μπροστά στον καθρέπτη μας. Αλλά λέω να βιαστούμε λίγο, γιατί το πιλάφι θα κρυώσει.

– Με ηλιέλαιο; αστειεύτηκε o φίλος μου, περνώντας τη χερούκλα του στο ώμο μου, όπως τότε που είμαστε φοιτητές ή φαντάροι, και μουρμουρίζοντάς μου: «Συγνώμη, αν σε στεναχώρησα με όσα είπα!»

– Μην τον ακούτε. Αυτός μόνο ένα πιλάφι φοβάται,…του γάμου μου με καμιά Ρεθυμνιώτισσα που θα με κρατούσε εδώ, μου λέει το παλικάρι σκουντώντας με ελαφρά, ίσως και τυχαία.

– Και μην ξεχάσεις φεύγοντας να μου δώσεις τη ρακή που μου υποσχέθηκες, μου είπε ο πατέρας, που…το ΄παιξε «Θανάσης» στα τελευταία λόγια του γιου του.

– Θα σου δώσω όση θέλεις, αν μου υποσχεθείς ότι, όταν την πίνεις και τα λες όπως τα λες, δε θα ζητάς μετά από λίγο «συγνώμη». Αυτή άλλοι πρέπει να τη ζητούν! Κι αν δεν τηρήσεις την υπόσχεση, θα είσαι και συ άξιος για το… παράσημο της ανοιχτής παλάμης!…

Εκείνη τη στιγμή βρισκόμαστε δίπλα σ’ ένα περίπτερο και σταματήσαμε για τσιγάρα.

– Κοίτα, μου λέει έκπληκτος, δείχνοντας μου μια αναρτημένη εφημερίδα που η ταυτότητά της ήταν καλυμμένη από άλλες.

Κοίταξα και διάβασα: «Σώστε το Ρέθυμνο, γιατί χανόμαστε»(Τίτλος) «Οι ίδιοι οι Ρεθεμνιώτες πρέπει να αναλάβουν την τύχη του τόπου»(Υπέρτιτλος) «Άσυλο των νταήδων και των ψευτοκαπετάνιων το Ιστορικό Κέντρο (Υπότιτλος)

– Αιχμηρό άρθρο, ε; Κτυπά κατευθείαν στην καρδιά! σχολίασα ευχαριστημένος.

– Βρε, αυτό είδες μόνο; Την έγχρωμη διαφήμιση αμέσως από κάτω δεν την είδες; Θεέ μου, τι ύβρις!

Την είδα και έφριξα: Διαφήμιζε ένα «ΤΡΟΧΕΙΟ – ΜΑΧΑΙΡΑΔΙΚΟ», με κάτι αστραφτερά μαχαίρια που σου έκοβαν το αίμα!

– Εσείς οι Ρεθυμνιώτες προσέχετε μόνο τα ωραία λόγια! Τα μαχαίρια τα βλέπετε μόνο όταν καρφώνονται στις καρδιές! μου είπε αγανακτισμένος.

Μετά, ύψωσε τη χερούκλα του και απένειμε στην εφημερίδα(;), σε μένα(;), ή και στους δυο(;) το «παράσημο της ανοιχτής παλάμης», με μια πόζα που εκφραστικότερή της δεν θα εύρισκε ο…ανδριαντοποιός της πρότασής του! Εγώ όμως, ο…πλεονέκτης, πήρα για δικό μου όλο το «παράσημο»! Έπειτα προσπάθησε να ανασηκώσει τις άλλες εφημερίδες για να δει την ταυτότητά της, αλλά εγώ τον εμπόδισα, λέγοντάς του:

– Άσ’ την, γιατί είσαι ικανός σε λίγο που θα σου περάσει να της ζητήσεις και «συγνώμη» για τη μούντζα. Πάμε,…μουντζαχεντίν μου, γιατί το πιλάφι θα ‘χει πήξει…

– Άκου «Μουντζαχεντίν»!, μονολόγησε ο νέος και πικροχαμογέλασε!…

Με τον καιρό, σκέφτηκα, το πικρό χαμόγελο θα γίνει χαμόγελο και το χαμόγελο γέλιο. Γιατί έτσι είναι, ευτυχώς, η ζωή. Μόνο το χαμόγελο του αδικοχαμένου φοιτητή δεν θα ανθίσει ποτέ, παρά μόνο στη αιμορραγούσα από τα αγκάθια του μνήμη εκείνων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν! Προπαντός όμως των τραγικών γονέων του, που, δυστυχώς, απέχουν πάρα πολύ από την ηλικία του Θανάση, που θα τους βοηθούσε ίσως να ζήσουν στη σωτήρια ψευδαίσθηση του παρελθόντος! Τότε που καμάρωναν για τα παράσημα των επιτυχιών του γιου τους!…

Advertisements

2 Σχόλια »

  1. Πολύ συγκινητικό!
    Τελικά τι αποδείξαμε; Ποιό παράσημο αξίζουμε; «Της πόλης των γραμμάτων» ή «της ανοικτής παλάμης»;
    Νομίζω ότι το παράσημο «της πόλης των γραμμάτων» απλώς το κληρονομήσαμε αλλά στην πορεία καταφέραμε και το χάσαμε, ίσως σε κάποιο κάδο…

    Σχόλιο από roula — 29 Μαΐου 2008 @ 8:59 πμ | Απάντηση

  2. Πάρα πολύ καλο και καυστικό. Η ιδέα με τα προτεταμένα χέρια και τις…παλάμες στα αγάλματα-μνημεία της πόλης μας είναι περίφημη…Ίσως οι αρμόδιοι-υπεύθυνοι, που έχουν λερωμένη τη φωλιά τους και αμαυρώνουν την ιστορία του τόπου με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, να ιδρώνουν όποτε περνάνε απο εκεί δίπλα…

    Σχόλιο από vasilis L — 30 Μαΐου 2008 @ 12:37 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: