Άγονη γραμμή

30 Μαΐου 2008

Διήγημα

Filed under: Ηλιάκη-Βόλακα Άσπα — Άγονη Γραμμή @ 6:59 μμ
Tags:

Η εικόνα που θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια η Άννα ήταν της μάνας της να κλαίει, της μάνας της να κεντάει, της μάνας της το φευγάτο βλέμμα . Αυτό το βλέμμα πολύ το φοβόταν γιατί ήταν γεμάτο καράβια με τα πανιά έτοιμα για σαλπάρισμα. Το σπίτι τους μύριζε πάντα γλυκά, φαγητά και χίλιες δυο νοστιμιές. Η Άννα πίστευε πως η μαμά της μαγείρευε για να καλύπτει με την μυρωδιά των φαγητών την μυρωδιά που έβγαζαν οι ψυχές τους. Μια μυρωδιά βαριά και πυκνή, όμοια με την μυρωδιά που βγάζουν… τα όνειρα όταν καίγονται. Έτσι λοιπόν μεγάλωνε η Άννα και η αδερφή της η Μελίνα, ανάμεσα σε μυρωδιές, καμένα όνειρα και φευγάτα καράβια. Υπάρχουν κάποια παιδιά που θαρρείς και γεννήθηκαν ενήλικες.

Υπάρχουν κάποια κορίτσια που μόλις γεννήθηκαν τους φόρεσαν τακούνιακαι σκουλαρίκια ,λέγοντας τους πως είναι μεγάλες. Αυτά τα κορίτσια όλο κλαίνε γιατί δεν μπορούν να περπατήσουν τα τακούνια και ζηλεύουν τα άλλα παιδιά που τρέχουν ξυπόλητα .Έχουν θυμό μέσα τους για την παιδικότητα που τους στέρησαν .Όταν θυμώνουν θαρρείς και το βλέμμα τους αποκεφαλίζει τη χαρά. Την αφήνει μισερή. Χωρίς σώμα..

Τα δυο κορίτσια είχαν γεννηθεί στο τέλος της δεκαετίας του 1960 με 3 χρόνια διαφορά η μία από την άλλη. Η Άννα! Η Άννα μεγαλύτερη από τις δύο ,μελαχρινή με σγουρά μαλλιά και γεροδεμένο σώμα. Μιλούσε πολύ λίγο και συνήθως την έβρισκες σκυμμένη πάνω από μια κόλα χαρτί να γράφει. Τις δύσκολες ώρες έχωνε τα χέρια στις τσέπες και έβγαζε το κατάλληλο χαρτάκι .Η Μελίνα πάντα αναρωτιόταν πως το κάνει αυτό το μαγικό. Η Μελίνα! Η Μελίνα , η μικρή όπως την αποκαλούν όλοι, είναι αδύνατη με ολόλευκο δέρμα και σγουρά μαλλιά. Όταν την κοιτάζεις σου δίνει την εντύπωση πως είναι σχεδόν διάφανη. Μοιάζει με κείνα τα λευκά κρινάκια του αγρού που στέκονται στη μέση του πουθενά και μυρίζουν τόσο δυνατά που είναι αδύνατον να μην τα προσέξεις.

Εκείνο το πρωινό ο Θεός είχε ξυπνήσει κακόκεφος. Κακόκεφος και λυπημένος για τους ανθρώπους που δεν μπορούν να ακούσουν τη χαρά να κουδουνίζει στην τσέπη τους. Καθώς λοιπόν έκανε την πρωινή του βόλτα, μια υπέροχη λεπτή μυρωδιά τον έκανε να σκύψει το κεφάλι προς την γη. Είδε το μικρό κρινάκι ,του έστειλε μια ζεστή ανάσα του και του είπε:-Ευλογημένο να ‘σαι. Μην σκιάζεσαι που είσαι τόσο μικρό. Η μυρωδιά σου, ευλογία που ταξιδεύει στον αέρα και λυτρώνει τον πόνο της ψυχής. Ευλογημένο να ‘σαι.

Η γειτονιά έλεγε πως οι τρεις αυτές γυναίκες είναι άτυχες με τον τύραννο που έχουν για αφέντη. Πάντα τόνιζαν πόσο νοικοκυρά είναι η μάνα ,πόσο καθαρά και ευγενικά είναι τα παιδιά ,μα πάντα φρόντιζαν να μην αφήνουν τα παιδιά τους να κάνουν παρέα μα την Άννα και την Μελίνα. Τι υπέροχος ψεύτικος κόσμος !Τα δυο κορίτσια που δεν καταλάβαιναν γιατί είναι διαφορετικά από τα άλλα παιδιά, για να αντέξουν τον αποκλεισμό από τους καθώς πρέπει ανθρώπους, έφτιαξαν ένα δικό τους κόσμο και κρύφτηκαν εκεί.

Την μάνα τους την έλεγαν Στέλλα. Μια μέρα η Άννα διάβασε σε ένα βιβλίο ότι αυτό το όνομα στα Ιταλικά θα πει αστέρι. Έψαξε τις τσέπες της, έψαξε το σπίτι, έψαξε την ζωή της ,μα αστέρι δεν βρήκε. Το μόνο που βρήκε να λάμπει ήταν τα χρυσόχαρτα από τις σοκολάτες που φύλαγε. Αυτά τα χαρτάκια έλεγε στην Μελίνα πως είναι μαγικά και πως μια μέρα θα γίνουν χρυσά ιπτάμενα χαλιά να τις πάρουν μακριά. Έλπιζε η Άννα πως όταν θα πετάξουν ψηλά ίσως βρουν επιτέλους το αστέρι που ψάχνουν τόσα χρόνια.

Λίγο παραδίπλα από το σπίτι τους ζούσε μια οικογένεια με τρεις κόρες. Την μάνα τους η Άννα την φοβόταν πολύ. Ο φόβος της Άννας άκουγε στο όνομα Ρούσα. Όποτε άνοιγε το στόμα της αυτή η γυναίκα, η Άννα έβλεπε τις λέξεις να πετάγονται σαν μαύρα κοράκια, που γραπώνονταν με τα νύχια τους πάνω στην ψυχή της. Απέναντι απ’ το σπίτι τους υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι με κήπο. Εκεί έμενε η Καλυψώ, μια γυναίκα περίπου στα τριάντα. Με την Άννα ήταν φίλες χωρίς να γνωρίζονται και χωρίς να έχουν ανταλλάξει ποτέ, ούτε μία κουβέντα. Το λευκό σπιτάκι είχε δυο παράθυρα βαμμένα πράσινα και μια πόρτα κατακόκκινη και πάντα ανοιχτή. Στην αυλή του υπήρχε ένα δέντρο που η Καλυψώ είχε κρεμάσει λογής – λογής ξωτικά από πηλό. Η Καλυψώ ήταν ψηλή, με κοντά μαλλιά στα χρώματα του Σεπτέμβρη. Τα μάτια της τόσο γαλάζια σαν να είχε ξεχάσει ο Θεός τα πινέλα του όταν έβαφε την θάλασσα. Το δέρμα της λευκό σχεδόν διάφανο. Τόσο διάφανο σαν παιδική ψυχή.

Τις νύχτες η Άννα έκλεινε τα φώτα του δωματίου της και παρακολουθούσε την Καλυψώ με τις ώρες. Δεν ήξερε για πιο λόγο όμως επικοινωνούσε μαζί της με ένα μυστικό κώδικα. Οι δυο γυναίκες ήταν πολύ δεμένες χωρίς να ανταλλάξουν ποτέ ούτε μια κουβέντα. Την έβλεπε τα βράδια που έκλαιγε. Έκλαιγε και γέμιζε ο τόπος γυαλιστερά διαμαντάκια. Γελούσε. Γελούσε και γέμιζε ο κόσμος μικρά άσπρα πουλιά .Αν είχες την τύχη να καθίσει κάποιο στον ώμο σου, ένοιωθες ευλογημένος. Κάθε βράδυ που την κοίταζε η Άννα είχε στον ώμο της τρία μικρά άσπρα πουλιά. Κάθε βράδυ τα ίδια .Από τον ένα ώμο τα λευκά πουλιά της Καλυψώς και από τον άλλο τα μαύρα κοράκια της Ρούσας. Ο πατέρας της Άννας, ψαράς στο επάγγελμα, ψηλός, μουντός, αμίλητος. Της Άννας της θύμιζε καταιγίδα. Απ’ αυτές που όλοι τις φοβούνται και κλίνονται στα σπίτια τους για να μην πέσουν στη δίνη της. Όταν έμπαινε στο σπίτι τα δυο κορίτσια κλειδώνονταν στο δωμάτιο τους και περίμεναν να ξεσπάσει η καταιγίδα. Η Άννα έσφιγγε στην αγκαλιά της την Μελίνα τόσο σφιχτά που το μικρό κοριτσάκι νόμιζε πως θα πεθάνει.

Σε μία απ’ αυτές τις καταιγίδες υποσχέθηκε η Άννα στην Μελίνα πως θα την προστατεύει πάντα και δεν θα την αφήσει ποτέ. Η καταιγίδα αργούσε να περάσει και η μοναξιά την κυρίευσε. Κοίταξε απέναντι στο σπίτι της Καλυψώς μα τα φώτα σβηστά. Τίποτα. Κανένας. Έτριζε η νύχτα από τη μοναξιά. Μάταια προσπαθούσε να βρει τα λευκά πουλάκια της Καλυψώς, για να καλύψουν με το τραγούδι τους το τρίξιμο. Θεέ μου πως τρίζει έτσι η ψυχή! Σαν βαριά χαλασμένη μαονένια πόρτα. Κάθε που σπρώχνεις να την ανοίξεις αυτό το τρίξιμο σε παραλύει. Περνάει από τις τρίχες των μαλλιών σου και φεύγει από τα νύχια των ποδιών σου. Αφήνει μέσα σου μια μπλε ηλεκτρική γραμμή για να το θυμάσαι…………………..ΣYNEXIZETAI

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Πάρα πολύ ωραίο. Καταπληκτικό γράψιμο.
    Λογοτεχνικό κείμενο. Περιμένω σύντομα την συνέχεια

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 2 Ιουνίου 2008 @ 11:04 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: