Άγονη γραμμή

9 Ιουνίου 2008

Μαντινάδα και Χαϊκού (Χάι – Κάι) μια συγκριτική μελέτη.

Filed under: Κούνουπας Μανόλης — Άγονη Γραμμή @ 11:38 μμ

Μαντινάδα και Χαϊκού (Χάι – Κάι) μια συγκριτική μελέτη.

Αναζήτηση αναλογίας και σχέσης

«Τόσο το Χαϊκού όσο και η μαντινάδα απλώνουν τις ρίζες τους αντίστοιχα στον αρχαίο γιαπωνέζικο και στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Είναι μοναδικοί επιγραμματικοί στίχοι, με τον ίδιο λυρισμό, την ίδια χάρη, που αποπνέουν το ίδιο άρωμα των φρέσκων μυρωδάτων αγριολούλουδων. Το περιεχόμενό τους συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τη φύση. Ο ρυθμός τους, πάντοτε ζωντανός, μας χαρίζει εκτός από τη δροσιά τους, ενθάρρυνση, ευφορία, παρηγοριά.».

«Ηγούμαι εγώ υμάς συγγενείς τε και οικείους και πολίτας άπαντας είναι φύσει,

ου νόμω· το γαρ ομοίον τω ομοίω φύσει συγγενές εστίν, ο δε νόμος τύραννος ων

των ανθρώπων, πολλά παρά την φύσιν βιάζεται» . (Πλάτων, Πρωταγόρας 337 C)

Κατά την αρχαιότητα, μετά από τα συμπόσια και την οινοποσία ακολουθούσε πορεία, κατά την οποία προπορεύονταν μουσικοί και λαμπαδηφόροι, ακολουθούσαν οι συμπότες και όλοι μαζί τραγουδούσαν και χόρευαν περιφερόμενοι στους δρόμους στεφανωμένοι και με προσωπίδες. Αυτό το ξεφάντωμα ήταν ο αρχαίος κώμος, αναβίωση του οποίου συναντάμε κατά την ενετοκρατία, όταν μετά από ολονύχτια διασκέδαση ακολουθούσαν έξω από τα σπίτια εύθυμα τραγούδια, που συνεχίζονταν τα ξημερώματα κάτω από τα παράθυρα της αγαπημένης. Αυτά τα τραγούδια ήταν ομοιοκατάληκτα δίστιχα, τα «mattinata», και από αυτή τη λέξη προέρχεται η μαντινάδα, που σημαίνει πρωινό τραγούδι (mattinata, ιταλ. = πρωί ).

Τη μαντινάδα – σαν είδος ποιητικού λόγου δίστιχου δεκαπεντασύλλαβου – δεν την συναντάμε μόνο στην παράδοση της Κρήτης. Η ίδια λαϊκή ποίηση με το ίδιο μέτρο και ομοιοκαταληξία ευδοκιμεί και στα νησιά. Ιδιαίτερα στα Επτάνησα, αλλά και στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, στα Δωδεκάνησα, στην Κύπρο, καθώς και στην Ήπειρο. Απεναντίας δε θα τη συναντήσουμε στη Ρούμελη και στο Μοριά.

Η μαντινάδα και γενικότερα η κρητική λαϊκή ποίηση (μαντινάδα, ριζίτικο)καθρεφτίζει πιστά, τέλεια, τον τρόπο ζωής του κρητικού λαού, τα συναισθήματα, το στοχασμό του και σ’ αυτήν αποτυπώνεται ολοκάθαρα ο εθνικός του χαρακτήρας. Περισσότερο όμως από μια χαρακτηριστική όσο και ενδιαφέρουσα τεχνοτροπία ενός έμμετρου ποιητικού λόγου, είναι και μια πάλλουσα έκφραση ζωής. Γεννήθηκε αυθόρμητα από το λαό, για να συνοδεύει τις χαρές και τους έρωτες· είναι μια δονούμενη εκδήλωση μύχιων αισθημάτων κι’ ακόμα κάτι σαν αλαφροσάλεμα της ψυχής.

Οι μαντινάδες, τα ομοιοκατάληχτα αυτά δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα, αποτελούν πολλές φορές τα διαμάντια της λυρικής μας ποίησης. Είναι επιγραμματικές και το νόημα τους σπανιότερα το αποδίδουν έμμεσα με αλληγορική και μεταφορική σημασία, ενώ συνήθως το εκφράζουν με σαφήνεια και κατά κυριολεξία. Το περιεχόμενο τους αυτό τονίζεται εις το έπακρον και κορυφώνεται, όταν τραγουδιούνται με τη συνοδεία λύρας και κατά τη διάρκεια του κρητικού χορού.

Οι περισσότερες κρητικές μαντινάδες, οι οποίες είναι αφιερωμένες στον έρωτα, διακρίνονται για την εκπληκτική τέχνη του λόγου και της ρίμας, από το πλούσιο σε λυρισμό περιεχόμενο τους, από το τρυφερό ποιητικό τους αίσθημα. Έχουν διασωθεί πολλές μαντινάδες, που σε κάθε μια τους περικλείεται ένας ολόκληρος ύμνος εξαίσιος και απαράμιλλος για τη χάρη της κορμοστασιάς και της ψυχής του αγαπημένου προσώπου.

Απορεί και εξίσταται ο καθείς πώς βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι του λαού, μικροί και αγράμματοι, άγνωστοι και άσημοι, γυναίκες και άντρες, νέοι και γέροι, να ασχοληθούν και να συνθέσουν αυτά τα μικρά αριστουργήματα και το σπουδαιότερο, χωρίς να ‘χουν καμιά φιλοδοξία, για να μας γνωρίσουν τα ονόματα τους.

Η μαντινάδα υποδηλώνει την αίσθηση ενός κόσμου πανέμορφου και εξωτικού, παράφορης αγάπης και πάθους, αποδίδει εύστοχα το ερωτικό αίσθημα του ανικανοποίητου, το οποίο ταλανίζεται και δοκιμάζεται μέσα σε μια αυταρχική, τυραννική, χωριάτικη κοινωνία με ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις και φραγμούς. Αυτός ο κοινωνικός περίγυρος αρνείται ακόμα και την πιο φιλική συνάντηση, στην οποία πολλά θα’ θελαν να ειπωθούν.

Μια συνάντηση στο δρόμο είτε τυχαία είτε κατόπιν συνεννοήσεως, μια στιγμιαία στάση, παρέχει συνήθως την ευκαιρία της μεταβίβασης του κρυφού μαντάτου. Με τον ίδιο τρόπο και στον κρητικό χορό, ιδιαίτερα στον αργό πεντοζάλη, μεταφέρεται το μυστικό μήνυμα για το «δέσιμο» της αγάπης.

Πολλές φορές παλιότερα, όπως και σήμερα, οι πιεστικές καταστάσεις μέσα σ’ ένα περιβάλλον καχύποπτο και υποκριτικό, κάτω από τα βλοσυρά βλέμματα, απαιτούσαν και απαιτούν αυτόν τον «κώδικα», που μόνο οι δύο «μυημένοι» μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν.

Περισσότερο από κάθε άλλο δημοτικό τραγούδι η μαντινάδα τονίζει και εξυμνεί τον ιπποτικό έρωτα, όπως είναι ο θαυμασμός του κάλλους, ο πόθος της ευτυχίας της λατρευόμενης γυναίκας, η εύνοια της και ο σεβασμός των αρετών της.

– Δάκρυ ‘σαι συ στα μάθια μου

κι αίμα ‘σαι στη καρδιά μου

κρυγιό νερό στη δίψα μου

κι άστρο στη σκοτεινιά μου

– Ερέχτηκα τα κάλλη σου

λουλούδι μ’ αθισμένο

κι άνοιξα πόρτα στη γ-καρδιά

και να ‘ρθεις ανημένω

– Ζηλεύγω του βασιλικού

απού ‘χεις στο μπαλκόνι

γιατ’ έχει την μ-παρέα σου

βραδυάζει ξημερώνει

– Γεύγομαι πόνους, δε μιλώ

δειπνώ καημούς, δε γ-κλαίω

κρυφό βαστώ το στεναγμό

κι αθρώπου δε ντο λέω

Η μαντινάδα «εκπέμπει» σε κάθε συχνότητα μια άφραστη γοητεία, μια μεθυστική μαγεία, είναι το ερωτικό κάλεσμα που θα φέρει σαν αποτέλεσμα την προσέγγιση των δύο φύλων.

Τον τοξότη και φλογοβόλο έρωτα περιγράφει παραστατικά και ολοζώντανα η ηρωίδα του έπους:

– Ο έρωτας στέκει ανάδια μου

κι άδικα τυραννά με

μ’ άρματα φοβερίζει με

και με φωθιά κεντά με

– Με το ξιφάρι μου μιλεί

με τη σαΐτα λέγει

το δίκΙο του μ’ αναλαμπή

και φλόγα το γυρεύγει

Οι μαντινάδες είναι μια σύνθεση, ένας αριστουργηματικός συνδυασμός μυριάδων συναισθημάτων των απλών ανθρώπων και συνάμα απηχούν έναν αντίλαλο της ζωής και της φύσης. Συναισθήματα που κατασταλάζουν και ριζώνουν βαθιά στην ψυχή και ίσως να καταπιέζονται – από τις καθημερινές συνθήκες της ζωής, ωστόσο δεν ξεριζώνονται, γιατί είναι η ίδια η ζωή και θα χαθούν μόνο αν χαθεί κι’ εκείνη μαζί τους.

Tο περιεχόμενό τους αποπνέει πάντοτε το λεπτό άρωμα της αγάπης της ανθρώπινης και δι’ αυτής αναδύεται και η λαχτάρα για τη ζωή και η στοργή και ο σεβασμός για τη φύση. Τα μοναδικά αυτά ομοιοκατάληχτα δίστιχα έχουν το χάρισμα να μεταφέρουν ένα μήνυμα δυνατό και ολοζώντανο ανάλογο με το ακαταμάχητο γλυκόλαλο κάλεσμα τ’ αηδονιού, στο οποίο κανένα παραδείσιο πουλί δε μπορεί ν’ αντισταθεί.

Όποιος αισθάνεται και συγκλονίζεται από αυτό το μήνυμα αγαπά όλα τα όντα, όλο τον κόσμο, όλο το σύμπαν. Την αγάπη, την ακριβή πολυαγαπημένη δεν τη διαχωρίζει από εκείνη προς τον άνθρωπο, επομένως τη νιώθει αξεχώριστη και από τη φύση, σαν μέρος της.

Στην εποχή μας, αυτή τη φύση ο θνητός με την υπεροψία του και τις κατακτήσεις του βάλθηκε να εξοντώσει με τη λογική του παραλόγου.

Η λέξη φύση ωστόσο έχει δύο έννοιες (τουλάχιστο) στη γλώσσα μας. Από τη μια σημαίνει ό,τι ωραίο και επιβλητικό είναι μέσα στη μεγάλη φύση και δεν έχει κατασκευαστεί από τα χέρια του ανθρώπου. Από την άλλη το σύμπαν, τη μεγάλη παγγενέτειρα (omniparens), τη δημιουργό δύναμη ή όπως αλλιώς θέλετε να την αποκαλέσετε. Αυτή η ίδια η φύση σαν αρχή που κυβερνά και διέπει όλα τα όνταπάνω στη γη, σαν ζωτική καθαρή ενέργεια (actus purus) του έμψυχου κόσμου, σαν αέναη ροή κίνησης και δράσης της ύπαρξης μιλά με τη δική της γλώσσα μέσα στη μαντινάδα.

Ο άνθρωπος ό,τι και να κάνει υπόκειται στη φύση, την omniparens στους νόμους της οποίας και όταν ακόμα νομίζει πως τους αντικρούει υπακούει πάντοτε. Δέχεται πειθήνια την επίδραση της φύσης επάνω του και επιζητεί να συμβιβάσει τη ζωή του σύμφωνα με τους νόμους της.

Το ίδιο άρωμα και την ίδια αγάπη για τη ζωή και για τη φύση αποπνέει στην παραδοσιακή γιαπωνέζικη ποίηση το Χαϊκού ή Χάι – Και μια μορφή λυρικής ποίησης, που εκφράζει τις εντυπώσεις ανάμεσα στα ανθρώπινα συναισθήματα και στη φύση.

Ο παραδοσιακός σεβασμός και η αγάπη για τη ζωή και για τη φύση παρά την αλματώδη βιομηχανική ανάπτυξη στην Ιαπωνία δεν έχουν χαθεί. Παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχτηκε και δέχεται το περιβάλλον από αυτή την τεχνολογική έκρηξη, ο γιαπωνέζικος πνευματικός πολιτισμός εξελίσσεται και αναπτύσσεται πάντοτε και σήμερα τον εκφράζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ένα ποίημα πολύ σύντομο και περιεκτικό, που αντλεί μηνύματα και βαθιά συναισθήματα από το φυσικό κόσμο, μέσα στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος σύμφωνα, με την παραδοσιακή γιαπωνέζικη δοξασία, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της φύσης, όπως επίσης είναι τα φυτά και τα ζώα και γι’ αυτό πρέπει να συνυπάρχει αρμονικά με αυτά. Το τόσο μικρό αυτό ποίημα περιέχει πολύ μεγάλη φαντασία και για να γίνει σαφέστερο το νόημα του πρέπει να απογυμνώ-σουμε τις λέξεις από το συμβολικό τους περιεχόμενο, για να εννοήσουμε την υποβλητικότητα και τα διαφορετικά συναισθήματα αυτής της υψηλής τέχνης του λόγου. Κατ’ αρχήν διαφαίνεται στον αρχάριο κάποια αίσθηση αοριστίας, επειδή είναι σύντομο και επιγραμματικό, ωστόσο αφήνει τον αναγνώστη να φανταστεί την ομορφιά του. Π.χ. όταν ο αναγνώστης διαβάζει μια φράση όπως «το πέσιμο των κίτρινων φύλλων» θα φέρει στο νου του την παγωνιά του χειμώνα και την ατμόσφαιρα της μοναξιάς. Υπάρχει ακόμα μια αντίθεση ανάμεσα στα κίτρινα πεσμένα φύλλα και στα προηγούμενα ζωηρά χρώματα τους την άνοιξη.

Σαν ένα είδος έμμετρου ποιητικού λόγου που είναι το Χαϊκού, οι λέξεις σ’ αυτό έχουν ένα ρυθμό. Στη συνηθισμένη του μορφή είναι ένας δεκαπεντασύλλαβος στίχος, που αποτελείται από τρία μέρη ασύμμετρα των πέντε, επτά και πέντε συλλαβών, όπως φαίνεται από τα ακόλουθα παραδείγματα:

Πράσινα πεύκα

Γεύση μαύρων αχινών

αλμυρά ρίγη

Η σκηνή που κάποιος τρώει αχινούς είναι ασυνήθιστη και εντυπωσιακή, διαφορετική από αυτήν που κάποιος τρώει κρέας ή ψάρι και θυμίζει πρωτόγονη ζωή κάτω από τα πεύκα. Η λέξη «ρίγη» εκφράζει το αίσθημα αυτό και η αντίθεση των χρωμάτων πράσινο – μαύρο δεν είναι χωρίς σημασία.

Στο Χαϊκού αυτό αποτυπώνεται έντονα κάτι το μυστηριώδες, όχι με αφηρημένα επίθετα αλλά με μια εικόνα:

Σειρά οι λεύκες

Τρεμοπαίζουν τα φύλλα

μέσα στο βοριά

Οι λεύκες είναι ψηλές και στητές. Οι κορυφές των δένδρων αυτών πάντοτε κινούνται λίγο, όταν έχει αέρα και η κίνηση αυτή καθώς και η όψη του δένδρου είναι εντυπωσιακή και θλιμμένη. Ο βοριάς μας μεταφέρει στην εικόνα του χειμώνα.

Το Χαϊκού εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση, που την παρουσιάζει με αποσπασματικές και υποβλητικές λέξεις καθώς και με φράσεις – συχνά συμβολικές -παρμένες από το λεξιλόγιο των τεσσάρων εποχών. Όλα τα θέματα αποδίδονται λακωνικά, όχι σαν αφηρημένες έννοιες, αλλά σαν ζωγραφικά ή φωτογραφικά στιγμιότυπα, που αποθανατίζουν κάποια εφήμερη στιγμή σε νοητή συνέχεια.

Σαν ένα λυρικό ποίημα το Χαϊκού είναι μια έκφραση ποιητικού συναισθήματος και συγκίνησης. Για να «μεταλάβουμε» τη μοναδική του ομορφιά, πρέπει να προϋπάρχουν κάποιες εσωτερικές ευαισθησίες, πρέπει ακόμα να έχουμε δοκιμάσει κάποια αισθήματα θαυμασμού και δέους μέσα από τη φύση. Αν π.χ. παρατηρήσουμε τη φύση ώρες ατέλειωτες με ένα αίσθημα συνύπαρξης με αυτήν, τότε, ίσως ανακαλύψουμε την ομορφιά της και πιθανώς να μυηθούμε στο μυστήριο της.

Οι δημιουργοί του Χαϊκού θέλουν να δώσουν και να εκφράσουν μέσα από αυτά τα ποιήματα όχι μόνο την ομορφιά της φύσης, αλλά και το «δέσιμο» του ανθρώπου μαζί της. Το μικροσκοπικό επιγραμματικό ποιηματάκι, εξαιρετικά δύσκολο σε σύλληψη, αποπνέει υποβλητική μουσικότητα, ονειροπόλα αισθαντικότητα για τις καλλονές της φύσης, ποιητικές εξάρσεις, τολμηρούς συμβολισμούς, πολύπλοκες σκέψεις, φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Ο Πωλ – Βαλερύ είπε για το Χαϊκού: «Είναι το σχήμα ενός στοχασμού τόσο απόλυτα απλού και χαριτωμένου, που το μετατρέπει σε ρίγος, ψίθυρο και σε άρωμα πνοής ζέφυρου». Ο Αφ, πάλι, λέει: «Έχει μια τόσο απλή ομορφιά του πνεύματος και του αισθήματος, που έχει αφαιρεθεί οτιδήποτε δεν είναι αναγκαίο».

Την ίδια μορφή έντεχνου λόγου λακωνικού, επιγραμματικού και περιεκτικού έχουμε και σε άλλες εποχές και χώρες. Είναι πολύ γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα παρόμοιοι στοχασμοί λειτουργούσαν με την ίδια έννοια και μας έδωσαν τη γεύση έξοχων καρπών σοφίας και πείρας σε μια συνοπτική εικόνα. Τα «μνημεία» αυτά, απαύγασμα ενός μοναδικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια σε όλες τις εκφάνσεις της επιστήμης και της τέχνης, είναι ο ακριβής οδηγός μέχρι σήμερα σε όσους έχουν τη θέληση και τη μπόρεση να ενωτισθούν την ουσία και όχι μόνο τη φράση. Παράδειγμα ο στοχασμός του Ηράκλειτου τον 5ο π.Χ.αιώνα: «Αρμονία αφανής φανερής κρείττων». Η κρυμμένη αρμονία είναι καλύτερη από τη φανερή.

Όπως με την αρχαία ελληνική σοφία, παρόλον ότι χρησιμοποιούνται περιοριστικά λεκτικά μέσα, ανεβαίνει ο αναγνώστης στο στοχασμό, στην έκσταση, στη συγκίνηση, το ίδιο συμβαίνει με τη γιαπωνέζικη:

-Τώρα ξέρω πώς

γεννιέται στη σιωπή

ένα λουλούδι

-Κίτρινα φύλλα

κοίτα στο πρωτοβρόχι

πώς λαμποκοπούν

-Μπορείς ν’ ακούσεις

το σπέρμα της σιωπής

μέσα στην πέτρα;

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψουμε την ομορφιά και τη συγκίνηση και να δοθεί το νόημα του Χαϊκού με σαφήνεια και καθαρότητα. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πολλά επίθετα, όπως σε ένα μακρύ ποίημα για να το χρωματίσουμε. Είναι προτιμότερο ν’ αφήσουμε τη φαντασία να ανιχνεύσει, να βρει και να συλλάβει την ομορφιά και την αλληγορία του που δεν είναι αρκετά εμφανής.

Τόσο το Χαϊκού όσο και η μαντινάδα απλώνουν τις ρίζες τους αντίστοιχα στον αρχαίο γιαπωνέζικο και στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Είναι μοναδικοί επιγραμματικοί στίχοι, με τον ίδιο λυρισμό, την ίδια χάρη που αποπνέουν το ίδιο άρωμα των φρέσκων μυρωδάτων αγριολούλουδων. Το περιεχόμενο τους συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τη φύση.Ο ρυθμός τους, πάντοτε ζωντανός, μας χαρίζει εκτός από τη δροσιά τους, ενθάρρυνση, ευφορία, παρηγοριά.

Μαντινάδα και Χαϊκού είναι τα μικρά – μεγάλα αριστουργήματα, τα αληθινά λουλούδια και ποτέ δε θα τα παραμερίσουν, ούτε θα τα επισκιάσουν τα ψεύτικα. – Τα ευτελή κατασκευάσματα δε θα καλύψουν τον ήλιο. – Τα μανιτάρια του θανάτου δε θα αφανίσουν τη ζωή. – Οι βρυκόλακες της αιθάλης και της ομίχλης, και αν ακόμη υψώνονται απειλητικά, θα ξαναγυρίσουν στη θέση τους, στα παραμύθια. – Το Χαϊκού και η Μαντινάδα όπως γαλούχησαν μέχρι σήμερα γενιές και γενιές στους δύο τόσο μακρινούς γεωγραφικά, αλλά τόσο κοντινούς πνευματικά πολιτισμούς – στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου και στην Αρχαία Ελλάδα κοιτίδα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού – έτσι και στο μέλλον μπορούν και πρέπει να γαλουχήσουν και να εμφυσήσουν στις καρδιές των απλών ανθρώπων μια ζείδωρη πνοή ελπίδας, χαράς, συγκίνησης, αισιοδοξίας, αγάπης και αλληλοσεβασμού!..

. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Επιλογή)

1) Νίκος Αγγελής: Κρητικός λαϊκός θρήνος 2) Παύλος Βλαστός: Ο γάμος εν Κρήτη 3) Θοδώρας Γιαννικάκης: Μάθια μου Κρήτη 4) Φώτης Κάβος: Μαντινάδες, διαλεχτές λαϊκές. Στις πηγές της λαϊκής σοφίας και τέχνης (Συλλογή, κατάταξη, παρουσίαση) 5) Μιχάλης Καυκαλάς: α) Μνημόνιο κρητικής διαλέκτου β) Ιστορίες και θρύλοι της Κρήτης 6) Μαρία Λιουδάκη: Κρητικές μαντινάδες (Συλλογή – ταξινόμηση) 7) Γιώργος Μανουσάκης: Η Κρήτη στο λογοτεχνικό έργο του Πρεβελάκη 8) Μ. Μηλολιδάκη – Κώτσηρα: Παροιμίες του κρητικού λαού 9) Ελένη Μπελιά: Η παιδεία των Κρητών κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν καικαποδιστριακήν περίοδον. 10) Γεώργ. Πάγκαλος: Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης 11) Μανόλης Πιτυκάκης: Το γλωσσικό ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης 12) Μάριος Πλωρίτης: Έρως δημοκρατίας και ελευθερίας.

Έχω την υποχρέωση να ευχαριστήσω τη Μορφωτική Ακόλουθο της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Αθήνα ευγενική κ. Μοtoκί, η οποία είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει πρόθυμα κάθε ποικίλο έντυπο υλικό σχετικό με την ποίηση «Χαϊκού». Ιδιαίτερα για το αντίτυπο της εξαίρετης ομιλίας του κ. Ushida, Πρεσβευτή της Ιαπωνίας στην Ελλάδα: «Η ιαπωνική ποίηση Χαϊκού».

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: