Άγονη γραμμή

17 Ιουνίου 2008

Νόντας Λελεδάκης, ο Ρεθεμνιώτης καραγκιοζοπαίχτης

Filed under: Πετρακάκη Αθηνά — Άγονη Γραμμή @ 11:49 μμ
Tags:

Είναι ένας διαφορετικός κόσμος, που βγαλμένος από τον χώρο της φαντασίας και της τέχνης, κάνει τις σκιές να παίρνουν μορφή και οντότητα απεικονίζοντας τους αγαπημένους ήρωες μιας εποχής, που πέρασε ανεπιστρεπτί. Ο μοναδικός αντιπρόσωπος αυτής της τέχνης, ο Νόντας, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του θεάτρου σκιών σε μια πόλη, χωρίς πολλές δυνατότητες διασκέδασης, σημαδεύοντας ανεξίτηλα αυτή την εποχή στο Ρέθυμνο.

Γόνος μιας ιδιαίτερα πλούσιας οικογένειας, που έχασε όλα τα υπάρχοντα της από κακή οικονομική διαχείριση, αφοσιώθηκε στο θέατρο σκιών, από πολύ μικρή ηλικία. Κουβαλώντας πάντα μαζί του μια αυτοσχέδια βαλίτσα, που μέσα χωρούσε όλα τα σύνεργα της δουλειάς του, πήγαινε από παράσταση σε παράσταση γυρνώντας ολόκληρη την Κρήτη, μέρη της Πελοποννήσου αλλά και νησιά του Αιγαίου. Ήταν τόσο καλός σ’ αυτό που έκανε που ο Ευγένιος Σπαθάρης του έκανε πρόταση για συνεργασία.

Το γεγονός ότι ο μπάρμπα Νόντας δεν είναι πια ανάμεσα μας, αποτελεί πρόβλημα στην καταγραφή των λεπτομεριών της ζωής του, στο θέατρο σκιών. Όμως μέσα από τις αναμνήσεις που μας μετέφερε η κόρη του Κυριακή, όσο πιο παραστατικά μπόρεσε, θεωρούμε ότι είναι δυνατόν να σκιαγραφήσουμε το πορτρέτο ενός ανθρώπου που με το δικό του τρόπο, χαράχτηκε στην παιδική ψυχή των ανθρώπων μιας εποχής και όχι μόνο.

Ένας Καραγκιοζοπαίχτης γεννιέται…

Ο Επαμεινώντας Λελεδάκης γεννήθηκε το 1919 στο Ρέθυμνο από τον Εμμανουήλ Λελεδάκη και την Αικατερίνη Μοσχοβάκη από την Αργυρούπολη. Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος έμπορος, με μεγάλη ακίνητη περιουσία στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο.

Η κακή οικονομική διαχείριση και οι ανεξέλεγκτες σπατάλες έκαναν την οικογένεια να χάσει την πρώτη της αίγλη. Ωστόσο, από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών και μετά από μια παράσταση Καραγκιόζη που παρακολούθησε από κάποιον πλανόδιο, ο Νόντας ένιωσε να μαγεύεται από την τέχνη αυτή και άρχισε να ονειρεύεται τη στιγμή που και ο ίδιος θα έδινε τις δικές του παραστάσεις. Ο «σπόρος» που φύτεψε στην ψυχή του εκείνη η πρώτη παράσταση που παρακολούθησε βρήκε αντίθετο τον πατέρα του. Πώς ήταν δυνατόν ο γόνος μιας τόσο πλούσιας οικογένειας να ασχοληθεί με την τέχνη του Καραγκιοζοπαίχτη. Στα δεκαέξι του χρόνια εγκατάλειψε την οικογενειακή εστία και βρέθηκε στο Ηράκλειο όπου και καταπιάστηκε με την τέχνη που αγαπούσε. Αργότερα, παντρεύτηκε για πρώτη φορά μια γυναίκα πολλά χρόνια μεγαλύτερη του, πράγμα που έκανε τον πατέρα του να τον απειλήσει με αποκλήρωση. Ο γάμος αυτός δεν κράτησε πολύ και την ίδια τύχη έμελλε να έχει και ο δεύτερος που πραγματοποίησε. Τα πράγματα άλλαξαν όταν παντρεύτηκε τη Ρωξάνη Καράβα με την οποία εγκαταστάθηκε στα Μυσσίρια και απέκτησε επτά παιδιά.

Ωστόσο είχε προηγηθεί ο πόλεμος, στον οποίο ο Νόντας πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και συνήθιζε να διασκεδάζει τους συστρατιώτες του, με μικρές παραστάσεις που πραγματοποιούσε στις λίγες στιγμές ησυχίας που υπήρχαν.

Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα από τον πόλεμο, έμαθε και την ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή που είχε υποστεί η οικογένεια του. Η τέχνη του στο σημείο αυτό, όχι μόνο τον βοήθησε και τον στήριξε οικονομικά, αλλά και του έδωσε την ευκαιρία να βοηθήσει και δύο από τα αδέλφια του που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα λόγω σοβαρών προβλημάτων.

Οι φιγούρες

Τις πρώτες φιγούρες ο μπάρμπα Νόντας της έφτιαξε από δέρμα, τις οποίες και ζωγράφιζε γιατί όπως συνήθιζε να λέει το χρώμα άρεσε πολύ στα παιδιά. Αργότερα άλλαξε το υλικό κατασκευής τους σε σκληρό χαρτόνι, που το έβρισκε κόβοντας γαλατόκουτες, για να καταλήξει να φτιάξει τις νεότερες φιγούρες του, με ελαφρύ πλαστικό από μπιντονάκια νερού. Δεν ξεχνούσε ν΄ ανανεώνει το χρώμα κάθε φιγούρας πριν από κάθε παράσταση. Εκτός από τις κλασσικές φιγούρες του θεάτρου σκιών, είχε συμπεριλάβει και κάποιες δικής του έμπνευσης όπως έναν Εβραίο κι έναν Καλόγερο που τις χρησιμοποιούσε σε διάφορες σκηνές της παράστασης με θρησκευτικό περιεχόμενο.

Σήμερα η οικογένεια Λελεδάκη έχει μόνο 24 από τις φιγούρες που έφτιαξε ο μπάρμπα Νόντας, όσες δηλαδή άντεξαν την υγρασία, του σημείου που ήταν αποθηκευμένες.

Η προετοιμασία μιας παράστασης, οι πρόβες

Προετοιμάζοντας μια παράσταση ο μπάρμπα Νόντας έκανε πρόβες στο σπίτι του, με πρώτους θεατές τα παιδιά του και τη σύντροφό του Ρωξάνη. Συγχρόνως μάλιστα ηχογραφούσε τις πρόβες του για να μπορέσει αργότερα να εντοπίσει λάθη και ελλείψεις και να διορθώσει τα τρωτά του σημεία. Όταν οι πρόβες τον ικανοποιούσαν, πέρναγε ένα χέρι χρώμα τις φιγούρες για να «ζωντανέψουν» και άρχιζε να τοποθετεί τα σύνεργα της δουλειάς του μέσα σ΄ ένα αυτοσχέδιο μπαουλάκι, με μορφή μεγάλης βαλίτσας. Ήταν απορίας άξιο πως κατάφερνε να χωρέσει τόσα υλικά μέσα σε ένα τόσο μικρό χώρο.

Η βαλίτσα αυτή περιείχε τα καφασωτά του μπερντέ αυτοσχέδιας κατασκευής, το ύφασμα του μπερντέ, ένα φακό που στηριζόταν στο κεφάλι, δύο ηχεία, ένα μικρόφωνο, τις φιγούρες, τις βάσεις στήριξης, τα διαφημιστικά πάνελ και άλλα πολλά μικροπράγματα, όπως αυτοσχέδιες ζώνες στήριξης του μικροφώνου κ.τ.λ. Περιείχε ακόμα και κομμάτια λαμαρίνα και ξύλου που τον βοηθούσαν στην παραγωγή ηχητικών εφέ.

Οι πρώτες παραστάσεις

Σε ηλικία δεκαέξι ετών είχε τον πρώτο ερασιτεχνικό θέατρο σκιών.

Τις πρώτες επαγγελματικές παραστάσεις τις έδωσε σε ηλικία 18 ετών αυτοσχεδιάζοντας και προσπαθώντας να θυμηθεί τον τρόπο που οι Καραγκιοζοπαίχτες της εποχής έστηναν μια παράσταση. Οι δυσκολίες που στην αρχή αντιμετώπισε ήταν πολλές, αφού ο αυτοδίδακτος αυτός Καραγκιοζοπαίχτης έκανε συνεχώς διορθώσεις και αλλαγές στο μικρόκοσμο του θεάτρου σκιών δίνοντας τις πρώτες παραστάσεις του με κερί και μάλιστα μία από εκείνες τις πρώτες φορές γύρισε το κερί με αποτέλεσμα ν’ αρπάξει φωτιά το πανί. Τις παραστάσεις του, της έδινε στα καφενεία των περιοχών που επισκεπτόταν. Οι περιοχές αυτές δεν αφορούσαν μόνο το Ρέθυμνο, αφού με τα σύνεργά του στη βαλίτσα, ταξίδευε και έδινε παραστάσεις σε όλους τους νομούς της Κρήτης αλλά και στην Πελοπόννησο και σε νησιά του Αιγαίου. Η φήμη του απλώθηκε και έγινε γνωστός και αγαπητός. Για ένα μικρό διάστημα της ζωής του εντάχθηκε σε πλανόδιους θιάσους, τα γνωστά «μπουλούκια», και παρουσίαζαν όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά τη δουλειά του προσφέροντας, μεγαλύτερη ποικιλία στο «φιλοθεάμον κοινό». Μάλιστα εκείνη την εποχή ασχολήθηκε και με ταχυδακτυλουργικά κόλπα και μουσική τα οποία και παρουσίαζε αργότερα στα διαλλείματα των παραστάσεων του. Στην δουλειά του ήταν πολύ καλός και μάλιστα ο Ευγένιος Σπαθάρης του πρότεινε συνεργασία, η οποία και τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω του χρόνιου άσθματος που εν τω μεταξύ τον ταλαιπωρούσε πολύ, και τον έκανε να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στις προγραμματισμένες παραστάσεις που θα του επέβαλε μια τέτοιου είδους συνεργασία. Σε κείνες τις πρώτες παραστάσεις και ιδιαίτερα στις παραστάσεις μετά τον πόλεμο ο κόσμος πλήρωνε το εισιτήριο του όχι μόνο σε χρήματα αλλά και σε είδος, όπως αυγά ή και άλλα τρόφιμα.

Η παράσταση

Θα προσπαθήσουμε σ’ αυτή την ενότητα να φωτογραφίσουμε τον Επαμεινώντα Λελεδάκη ή για το πιο γνωστό, το Νόντα τον Καραγκιοζοπαίχτη, πίσω από τον Καραγκιόζ μπερντέ να δίνει μια παράσταση, μια και απ’ ότι φαίνεται δεν έχει σωθεί καμιά φωτογραφία του σε ώρα εργασίας.

Πάνω σε μια ζώνη που φορούσε στη μέση του, είχε προσαρμόσει ένα ξύλο που στην κορυφή του είχε τοποθετήσει ένα μικρόφωνο με τέτοιο τρόπο ώστε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης το μικρόφωνο να είναι μπροστά ακριβώς από το στόμα του, ώστε να μη χρειάζεται να απασχολεί τα χέρια του, τα οποία χρειαζόταν για να κινεί τις φιγούρες. Στο κεφάλι του φορούσε ένα φακό, κάτι αντίστοιχο με αυτό των σπηλαιολόγων ο οποίος βέβαια ήταν δικής του κατασκευής. Με τον τρόπο αυτό πετύχαινε να φωτίζει το σημείο του μπερντέ που ήθελε, με μια απλή κίνηση του κεφαλιού του. Έπιανε δυο φιγούρες τις ακουμπούσε στο μπερντέ και η παράσταση ξεκινούσε με τον μπάρμπα Νόντα να γίνεται ο ήρωας του κόσμου των παιδιών αλλά και των μεγάλων και μέσα από τις φιγούρες του Καραγκιόζη, του μπάρμπα Γιώργου, του Χατζηαβάτη, του Νιόνου, του Πασά, της Βεζυροπούλας και τόσων άλλων, τη μια να σκοτώνει «τον κατηραμένο όφη» και την άλλη με πρωταγωνιστές τους ήρωες της Ελληνικής επανάστασης να τονώνει τον πατριωτισμό μικρών και μεγάλων.

Παραστάσεις στο Ρέθυμνο έδινε σε διάφορα καφενεία όπως, στα Περβόλια, στην πλατεία της νομαρχίας αλλά και σε καφενείο της Λ. Κουντουριώτη απέναντι από το δημοτικό κήπο και αλλού.

Όταν οι παραστάσεις πήγαιναν καλά που σήμαινε ότι και οι εισπράξεις πήγαιναν καλά συνήθιζε όταν γύριζε στο σπίτι, να επισκέπτεται τα δωμάτια των παιδιών του, που ήδη κοιμόντουσαν και να τους αφήνει κάτω από το μαξιλάρι τους, ένα τάλιρο ένα δεκάρικο ή ένα εικοσάρικο ανάλογο δώρο με τις εισπράξεις που είχε η παράσταση εκείνης της βραδιάς.

Παραστάσεις επί παραγγελία

Ο μπάρμπα-Νόντας συνήθιζε να μοιράζεται με την οικογένεια του τα διάφορα περιστατικά που του συνέβαιναν κατά τη διάρκεια των παραστάσεων που έδινε. Ένα τέτοιο περιστατικό είναι αυτό που μας διηγήθηκε η κόρη του η Κυριακή, έτσι όπως της το είχε διηγηθεί ο πατέρας της. « Πλησίαζε η 25η Μαρτίου.. ο πατέρας μου συνήθιζε κοντά σε επετείους και σε γιορτές να προσαρμόζει και τις παραστάσεις του με το ανάλογο θέμα. Εκείνη τη χρονιά, είχε επιλέξει να παρουσιάσει την ιστορία με τον Αθανάσιο Διάκο, που ως γνωστόν στο τέλος σουβλίζεται από τους Τούρκους. Στο διάλλειμα της παράστασης τον πλησίασε κάποιος και του ζήτησε να του πληρώσει την παράσταση, με τον όρο να αλλάξει το τέλος. Ζήτησε από τον πατέρα μου δηλαδή να μην πεθάνει στο τέλος ο Αθανάσιος Διάκος, αλλά να ζήσει και να σκοτώσει τους εχθρούς. Πράγματι έτσι και έγινε…. Μετά τη σύλληψη του εθνικού ήρωα, ένα τέχνασμα που εμπνεύστηκε ο πατέρας μου τον έκανε να ξεφύγει από τα χέρια των Τούρκων, τους οποίους και στο τέλος σκότωσε και έτσι η παράσταση ολοκληρώθηκε σύμφωνα με την επιθυμία εκείνου του ανθρώπου αφήνοντας τον ήρωα ζωντανό!»

Παραστάσεις επί παραγγελία, έδωσε αρκετές φορές, αφού υπήρχαν άνθρωποι που ζητούσαν να δουν και να ξαναδούν τις ιστορίες του ζητώντας του αρκετές φορές, να επαναλάβει την παράσταση αμέσως μετά το τέλος της.

Προβλήματα

Όλες οι δουλειές και όλες οι τέχνες παρουσιάζουν προβλήματα πόσο μάλλον αυτή η δουλειά που ανάγκαζε τον μπάρμπα Νόντα να ταξιδεύει βράδια πράγμα επικίνδυνο αφού υπήρχαν αρκετοί που εποφθαλμιούσαν την είσπραξη της παράστασης. Ακόμα δυσκολότερες ήταν μετακινήσεις ιδιαίτερα το χειμώνα όταν το μοναδικό μέσο μετακίνησης που είχε ήταν η μηχανή του, μια κόκκινη φλορέτα που δεν τον προστάτευε βέβαια ούτε από τη βροχή αλλά και ούτε από το κρύο. Προσπαθώντας να προστατευτεί από το κρύο, χρησιμοποιούσε ένα χαρτόνι που έβαζε μέσα από το σακάκι του μπροστά από το θώρακα, αφού είχε ήδη ξεκινήσει να έχει αναπνευστικά προβλήματα υγείας. Οι πολύωρες μετακινήσεις που χρειαζόταν πολύ συχνά να κάνει, είχαν σαν αποτέλεσμα, την σωματική κόπωση και την ταλαιπωρία, αφού μόλις έφτανε έπρεπε να στήσει το σκηνικό για την παράσταση, να πουλήσει τα εισιτήρια και στο τέλος να την πραγματοποιήσει χαρίζοντας στον κόσμο αστείρευτο γέλιο.

Πέρα όμως από αυτά είχε και το πρόβλημα με τα καφενεία όταν αυτά ήταν κοντινά το ένα στο άλλο. Σε ποιο απ’ όλα να δώσει την παράσταση; Αφού σε κάποιες περιπτώσεις είχε πάνω από έναν ενδιαφερόμενους, πράγμα που δεν μπορούσε να ελέγξει και σε ελάχιστες βέβαια περιπτώσεις το μένος των καφετζήδων, που έχαναν πελατεία, έφτανε στο σημείο να θελήσουν να κάνουν κακό στην παράσταση. Σε μια από τις ελάχιστες τέτοιες ακραίες περιπτώσεις, δέχτηκε στο πρόσωπο πέτρα, που τον έκανε να αιμορραγεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, την οποία όμως δεν σταμάτησε.

Οι λαϊκοί καλλιτέχνες του Ρεθύμνου αξίζουν καλύτερη τύχη

Κλείνοντας αυτό το κομμάτι, οφείλουμε να συμπεριλάβουμε μια ακόμη φωνή γεμάτη παράπονο, τη φωνή της Κυριακής Λελεδάκη, που όση ώρα μιλούσε για τον πατέρα της επανέλαβε αρκετές φορές, ότι σαν λαϊκός καλλιτέχνης, πέρασε στα αζήτητα, αφού στην ουσία κανείς δε νοιάστηκε να αναδείξει τη δουλειά του ενός και μοναδικού, Ρεθεμνιώτη Καραγκιοζοπαίχτη, πράγμα που σημαίνει ότι σε λίγα χρόνια, οι μνήμες που έχουν απομείνει, θα χαθούν στο χρόνο, αφήνοντας πίσω μόνο ψήγματα ελάχιστων αναμνήσεων.

Οι λαϊκοί καλλιτέχνες του Ρεθύμνου, όπως ο Νόντας ο Λελεδάκης ή όπως ο Δημήτρης Τεργιάκης (Μούρμουρας) και τόσοι άλλοι, πρέπει να βγουν από την αφάνεια και να αναγνωριστούν όπως τους αξίζει, σαν γνήσιοι Ρεθύμνιοι καλλιτέχνες που πρόσφεραν στα καλλιτεχνικά παράγματα της πόλης , ο καθένας από το δικό του μετερίζι.

Advertisements

2 Σχόλια »

  1. Ο καραγκιοζοπαίχτης ήταν σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός,πολυπρόσωπος μίμος τραγουδιστής,στιχοπλόκος,παραγωγός ακαριαίων αυτοσχεδιασμών,ζωγράφος, κατασκευαστής φιγουρών,πολυπρόσωπος μίμος!!! Ήταν πάνω απ’ όλα ένας παιδαγωγός,παρηγορητής και διασκέδαστής του ελληνικού(και όχι μόνο)λαού τα δύσκολα εκείνα χρόνια της νεότερης Ιστορίας του!!Οι στίχοι του Σαββόπουλου «Κείνο που με τρώει/κείνο που με σώζει/είναι που ονειρεύομαι/σαν τον καραγκιόζη…»,λένε πολλά.Όπως όμως για να δούμε τη σκιά μας, χρεάζεται φως, ηλιακό η ηλεκρικό, έτσι και για να δούμε την αξία του θεάτρου σκιών και των συντελεστών του, όπως ο συμπατριώτης μας Νόντας Λελεδάκης,χρειάζεται φως.Τέτοιο είναι το φως που διαχέεται από το κείμενό σου, Αθηνά(«όνομα και πράμα»,έτσι;). Πολλά και ειλικρινή συγχαρητήρια σε σένα, όπως και σε όλους τους ακούραστους σκαπανείς του λαϊκού μας πολιτισμού! Καλή συνέχεια…

    Σχόλιο από GEFREE — 20 Ιουνίου 2008 @ 4:50 μμ | Απάντηση

  2. Σε κάπιο σημείο του κειμένου αναφέρετε πως ηχογραφούσε της παραστάσεις του για να της βελτιώσει…Υπάρχει καποια ηχογράφηση απο αυτές της κασσέτες???

    Σχόλιο από Odysseas Kanlis — 26 Σεπτεμβρίου 2011 @ 9:05 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: