Άγονη γραμμή

29 Ιουνίου 2008

Το φαράγγι με το φανταχτό

Filed under: Μπερβανάκης Μανόλης — Άγονη Γραμμή @ 7:37 μμ
Tags:

Εκείνη τη χρονιά είχε πολλές καταρρακτώδεις βροχές η περιοχή μας. Φούσκωσε ο ξεροπόταμος και πήρε το δρόμο. Σε όλο το φαράγγι ο χωματόδρομος είναι πλάι στο ποτάμι. Το φαράγγι είναι καταπράσινο με απότομους γκρεμνούς και πολλές σπηλιές. Τότε πήγαινα πέμπτη τάξη δημοτικού. Η μόνη επικοινωνία μας με τα άλλα χωριά και την πόλη ήταν αυτός ο δρόμος. Τώρα τον πήρε το ποτάμι. Σε ορισμένα μέρη τον έφαγε σύρριζα ο μεγάλος καημός για τους χωριανούς. Με χίλια βάσανα έγινε αυτή η χάραξη, με καζμάδες και φουρνέλα με καλέμι. Μεγάλη ευκολία, για κείνη την εποχή. Περνούσανε τώρα πιο άνετα τα ζώα και βλέπαμε και κάποιο αυτοκίνητο. Η συγχωριανοί με τα γαϊδουράκια τους πηγαίνανε στη πολιτεία και φέρνανε τα χρειαζούμενα. Μα τώρα και αυτά τα ζώα δεν μπορούν να περάσουν από τις κακοτοπιές, που δημιούργησε αυτή η νεροποντή.

Όσοι είχανε παιδιά στο σχολειό, σκεφτότανε πως θα κλείσει. Πώς θα έρθει δάσκαλος στο χωριό, που δεν έχει τώρα δρόμο; Το καλοκαίρι που μεσολαβούσε έδινε τη δυνατότητα για κάποια πρόχειρη βελτίωση× αλλά με την πρώτη νεροποντή, ίσως έχουνε πάλι τα ίδια προβλήματα. Όλοι ήσαν προβληματισμένοι. Ξέρεις τι είναι να έχεις συνηθίσει σε μια νέα ευκολία κι ύστερα απότομα να τη χάσεις! «Το φυσούσανε και δεν κρύωνε». Εγώ θα πήγαινα την ερχόμενη χρονιά στην έχτη τάξη. Ο πατέρας μου βρήκε λύση για το σχολειό. Μ’ έστειλε σε ένα κοντινό χωριό, που έμενε ο δεύτερος μου αδερφός. Αυτό ήταν στα κατωμέρια κοντά σε θάλασσα.

Πρώτη φορά πλησίασα θάλασσα. Βέβαια έβλεπα πάνω από τις βουνοκορφές τον κάμπο με τα διάφορα χρώματα και στο βάθος του, να χάνεται μια τεράστια κολύμπα. Στο τέρμα της να την ακουμπά ο ουρανός. Μ’ άρεσε να χαζεύω ώρες ολόκληρες από ψηλά το χρωματιστό κάμπο, στα πόδια των βουνών και τη θάλασσα ν’ αφρίζει στ’ ακρογιάλι. Ύστερα να διακρίνω ρεύματα ριγηλά να προχωρούνε μέχρι το βάθος του ορίζοντα. Τώρα από κοντά πότε τη βλέπω να κοιμάται και πότε να ξυπνά και να μανίζει! Εδώ ο τόπος είναι πιο ήμερος, οι άνθρωποι μου φαίνονται πιο φρόνιμοι από τους χωριανούς μου. Μιλάνε διαφορετικά, πιο πολιτισμένα και με άλλες λέξεις.

Στο σχολειό λέω συχνά λέξεις του χωριού μου. Ο δάσκαλος με υποδέχτηκε με σιργούλιο× θα ήτανε φαίνεται και μιλημένος από τον αδερφό μου. Από την πρώτη κιόλας ημέρα μου έδωσε θάρρος× με ρωτούσε για το χωριό μου, για τις ασχολίες των ανθρώπων του και εγώ μιλούσα θαρρετά σε ό,τι γνώριζα. Αλλά και στα μαθήματα τα κατάφερνα. Του έκανα εντύπωση. Ένα παιδί από τα κατσάβραχα και να μαθαίνει τα μαθήματά του! Με προβίβασε στο τέλος μαζί με το φίλο μου το Γιάννη με άριστα. Κι οι δυο αργότερα περάσαμε στην ίδια σχολή.

Στο σπίτι του αδερφού μου περνούσα ωραία. Είχα κάνει φίλους τους συμμαθητές μου. Τα απογεύματα παίζαμε μαζί. Φτιάχναμε πατίνια και τα τσουλούσαμε στις κατηφόρες της ασφάλτου. Εδώ ο δρόμος ήτανε λείος. Τους έμαθα να στήνουνε παγίδες για τα πουλιά και πιάναμε κοτσύφια. Όλα τα απογεύματα σχεδόν παίζαμε και αποκτούσα καινούριες εμπειρίες. Φαινόμουνα πολύ ευτυχισμένος. Διάβαζα, έπαιζα, ήμουν και καλός μαθητής στο σχολειό. Όμως κάτι μου έλειπε. Όταν πηγαίναμε με τ’ άλλα παιδιά, για πατίνι στις απότομες κατηφόρες της ασφάλτου, από ένα ύψωμα κοίταζα τα βουνά που με είχανε νανουρίσει. Τα έβλεπα τώρα διαφορετικά. Είχαν άλλο σχήμα από ό,τι τα ήξερα. Υπολόγιζα πού πέφτει η πατρική μου φωλιά. Ο ποταμός που κατεβαίνει από τα βουνά φτάνει πιο κάτω από τις κατηφόρες του δρόμου και προχωρεί μέχρι τη θάλασσα. Έβλεπα και δε μιλούσα. Κάτι μου έλειπε. Όλοι εδώ με προσέχανε× ο αδερφός μου, ο δάσκαλος, οι συμμαθητές μου. Δεν είχα κανένα παράπονο. Όμως δε μου ‘φτανε αυτό. Είχα έναν κόμπο μέσα μου.

Ένα απόβραδο, μόλις τελειώσαμε τα παιγνίδια μας με τους φίλους μου, αποστάθηκα ξοπίσω και άρχισα να ψάχνω κατά πού πέφτει το ποτάμι. Σκέφτηκα το πατρικό σπίτι× τη μάνα, τον πατέρα μου και τ’ αδέρφια. Κατηφόρισα και συνάντησα το ποτάμι. Τότε μόλις που μούχριζε. Δεν σκέφτηκα και πολύ. Άρχισα να σαλεύω αντίθετα με το ρεύμα του νερού. Το ποτάμι ήταν ρηχό. Φαινότανε οι πέτρες κι οι ρίζες των δέντρων. Προχωρούσα πάντα αντίθετα με το ρεύμα. Στην αρχή τα κατάφερνα× ύστερα άρχισε να σκοτεινιάζει. Το νερό στις κολύμπες γυάλιζε. Γλιστρούσα στις μαγληνές πέτρες του ρουμάτου. Η πορεία μου άρχιζε και δυσκόλευε, που για μια στιγμή σκέφτηκα «τι κάνω»; Κοίταξα πίσω μου, αλλά δεν φαινότανε πλέον ούτε κάμπος ούτε θάλασσα. Μπροστά μου σκοτεινιά και το ρούμα κακοτράχαλο κι αφιλόξενο, γεμάτο οχιές, αγκάθες, νεράιδες και φαντάσματα. Κι εγώ ξυπόλυτος, με προσευχές και ένα τάμα. Να φτάσω στο σπίτι μου και τους δικούς μου. Να φιλήσω τις γνώριμες μου πλαγιές και τα πεζούλια που πρώτα βλέπανε κάθε πρωί τον ήλιο. Να ξαποστάσω κάτω από τους γέρικους πλατάνους, που σκεπάζανε τα μεσημέρια με τον παχιόν τους το δροσιό. Να πιω το δροσερό νερό μέσα από τη σχισμή του βράχου και να ζεσταθώ κάτω από την καμινάδα που κάποτε ξεσκάλιζα τη στάχτη και μετρούσα τ’ αστέρια…

Προχωρούσα ώρες μέχρι να φτάσω στο φαράγγι. Τώρα αφήνω το ποτάμι και ανεβαίνω στο δρόμο που έβγαζε στο χωριό. Ξαλάφρωσα από τις παγίδες του ρουμάτου, βάδιζα πιο άνετα. Χάζευα τη φύση με την πυκνή βλάστηση κάτω από τους λύχνους τ’ ουρανού. Έβλεπα το φεγγάρι να μου χαμογελά από τα ύψη μέσα στην αστροφεγγιά. Σε λίγο έφτανα στον χαϊνόσπηλιο. Ήταν στη μέση του φαραγγιού.

Τότε θυμήθηκα ιστορίες που είχα ακουστά πιο μικρός από μια γειτόνισσα. Μας τις έλεγε τότε και περνούσε η ώρα μας. Ότι εδώ στο χαϊνόσπηλιο υπάρχει ένα «φανταχτό», που όσο το κοιτάζεις ψηλώνει, ψηλώνει και φτάνει μέχρι τον ουρανό! Όπως πλησίαζα σκεφτόμουνα μήπως συναντήσω αυτό το «φανταχτό». Άρχισα να ψυλλιάζομαι. Οι τρίχες των χεριών μου σηκωθήκανε όρθιες όπως έκανα τη σκέψη ότι το «φανταχτό» φτάνει μέχρι τον ουρανό! Ο δάσκαλος στο σχολειό μας είχε μάθει προσευχές και τροπάρια. Βάδιζα και ακούγονταν μόνο τα βήματα μου μέσα στο σκοτάδι. Τη μια προσευχή τέλειωνα και την άλλη ξεκινούσα. Σα να ζητούσα βοήθεια από τον ουρανό. Το φεγγάρι είχε μαυρίσει κι αυτό από κάτι σύννεφα. Πλησίαζα αργά και φοβισμένα προς τον χαϊνόσπηλιο και το μυαλό μου φούντωνε. Το «φανταχτό» μέχρι τον ουρανό κι εγώ προσπαθούσα να το εξουδετερώσω με τις προσευχές μου. Παναγία βοήθα με, έλεγα από μέσα μου, να …και φτάνω στο χαϊνόσπηλιο. Είναι απέναντι μου και έχει μέσα του το «φανταχτό». Κάτι διακρίνω όπως κοιτάζω φοβισμένα. Ναι, κουνάει τα χέρια, τα πόδια του και μαυρίζει. Το σώμα μου κορμιάζει, ο νους μου χοντραίνει! Ούτε πάνω ούτε κάτω, σαν να μου ‘φυγε η όρεξη. Ξεχνώ τα πάντα. Η σκέψη μου όλη είναι μέσα στο σπηλιάρι, το σώμα μου δεν υπάρχει, το μυαλό μου είναι συγχυσμένο. Ναι, το βλέπω κουνιέται! Περιμένω να μεγαλώσει και να φτάσει ως τον ουρανό! Περιμένω αρκετή ώρα, αλλά αυτό μόνο πως κουνιέται. Δεν μεγαλώνει× ωστόσο ξεζαλίζομαι. Τώρα βλέπω πιο καθαρά. Να… κουνιέται δεξιά, ζερβά κι από πάνω το φεγγάρι μου χαμογελά. Στέλνει τις αχτίνες του πάνω μου, πάνω στα πλατάνια με τους μεγάλους κλώνους και το «φανταχτό» αιωρείται άψυχη Σκιά στην κουφάλα του χαϊνόσπηλιου.

Ξαλάφρωσα με το μυαλό, τα μάτια μου νίκησαν το «φανταχτό» που είχε θεριέψει μέσα μου. Απόψε αναμετρηθήκαμε στην κουφάλα του χαϊνόσπηλιου. Το’ ριξα από τον ουρανό και το τσαλαπάτησα.

Συνέχισα τον ανήφορο οπλισμένος με τη δική μου σκέψη, μέχρι το πατρικό σπίτι. Μόλις ανέβηκα το ρίζωμα, από την ανατολική του μεριά, είδα από το παραθυράκι το λύχνο της μάνας μου να καλιουρίζει. Δυνάμωσα μέσα μου και οι έγνοιες εξαφανίστηκαν. Είδα τους γονιούς μου, τους ξελιγώθηκα.

Την επομένη ήρθε ένα τρακτέρ στο χωριό. Με βάλανε τα αδέρφια μου στην καρότσα και ξαναγύρισα στο σχολειό. Ντροπιασμένος μα νικητής. Περίμενα από τον αδερφό μου τα σχετικά. Αυτός, αν και αγράμματος, δεν μου είπε κουβέντα.

Από τότε πηγαίνω σα μουσαφίρης στο πατρικό μου σπίτι. Μα κάθε φορά που περνώ από το χαϊνόσπηλιο ανιστορούμαι τη μάχη που ‘δωσα με το «φανταχτό». Κι ανηφορίζοντας για το πατρικό μου, βλέπω ακόμα μέσα από το πέτρινο παραθυράκι «το λύχνο των γονιών μου να καλιουρίζει»…

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: