Άγονη γραμμή

8 Ιουλίου 2008

Έκτατο δελτίο ειδήσεων

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 8:30 πμ
Tags:

Ο Ορέστης ήταν πολύ ερωτευμένος με την Σοφία. Ζούσε κοντά της σε μια άλλη διάσταση, έξω από την καθημερινότητα, σε κατάσταση ευτυχίας.

Η Σοφία ήταν ωραία, έξυπνη, ευγενική, τα προσόντα της δύσκολο να τα βρεις στις γυναίκες της εποχής μας, που ασχολούνται μόνο με τον εαυτό τους και την καριέρα τους και παραμελούν άντρα και σπιτικό, όπως τόνιζε η μητέρα του. Ο Ορέστης την αγαπούσε, όχι επειδή άρεσε στην μητέρα του, εξάλλου της τη γνώρισε μετά από πέντε μηνών σχέση, αλλά γιατί ήταν η γυναίκα της ζωής του. Και η γυναίκα της μοίρας του; Αυτό προς το παρόν το αγνοούσε και ήταν ευτυχισμένος μαζί της. Γι’ αυτό αποφάσισε να την ζητήσει σε γάμο.

Σήμερα δύσκολο να βρεις γυναίκα, που να δέχεται να προχωρήσει σε γάμο, μετά από σχέση, τόσο σύντομου χρόνου, όμως η Σοφία δήλωσε, αθεράπευτα ερωτευμένη με τον Ορέστη και δέχτηκε.

Αλλά και οι οικογένειες τους ήταν ευχαριστημένοι, γιατί το ζευγάρι ταίριαζε σε όλα. Στην εμφάνιση, στην ηλικία, στην μόρφωση, στην οικονομική κατάσταση.

Οι απαραίτητες προετοιμασίες για το μυστήριο, αποτελούσαν πηγή χαράς για τους δυο νέους. Τα πάντα για την ημέρα του γάμου τους τα φρόντισαν με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να χαλάσει ο Ορέστης το χατίρι της Σοφίας, σε καμία από τις ακριβές απαιτήσεις της. Για τους πολυπληθείς συγγενείς και φίλους τους, ήταν ο γάμος της χρονιάς.

Βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά η ευτυχία; Σίγουρα είναι ένα ερώτημα, όμως η ζωή τους κυλούσε μέσα σε ροζ σύννεφα, μέχρι που γεννήθηκε το μωρό τους και με τα μικρά τρυφερά του δακτυλάκια, σφράγισε την παντοτινή ευτυχία του Ορέστη.

Η Σοφία εξακολουθούσε να είναι η γυναίκα της ζωής του. Είχε εγκαταλείψει τα δικά της όνειρα και είχε αφοσιωθεί σ’ εκείνον και το παιδί τους. Ο Ορέστης είχε ξεγράψει την άστατη ζωή του, τα ξενύχτια και τις παρέες και μόνο λίγους φίλους έβλεπε ακόμη, για ένα καφέ και κουβεντολόι.

Όταν οι άντρες κουβεντιάζουν μεταξύ τους, το θέμα τους είναι οι γυναίκες και οι κατακτήσεις τους. Στην συνηθισμένη λοιπόν μάζωξη τους, οι φίλοι του, θαύμαζαν την ευτυχία του. Τόνιζαν πως ήταν ευνοούμενος από την ζωή, γιατί είχε για σύντροφο του την Σοφία. Τότε το πέταξε ανέμελα, ο αιώνια έξυπνος της παρέας.

«Η Σοφία είναι η γυναίκα της ζωής σου, είναι και της μοίρας σου;»

«Τι θέλεις να πεις; Εγώ ξέρω πως είμαστε καλά μαζί»

«Άστο…αλλά να, νιώθεις κοντά της μια φωτιά να σε καίει; Αυτό θα πει η γυναίκα της μοίρας σου, η μοιραία, που μπορεί να είναι και η καταστροφή σου, όμως εσύ αγαπάς την γυναίκα σου, γιατί έτσι βολεύει την ζωή σου και αγνοείς την ανία, που φέρνει ο χρόνος».

«Φίλε, είμαι ερωτευμένος με την γυναίκα μου, άντε καληνύχτα, γιατί με περιμένει». Έφυγε βιαστικός, ενώ οι φίλοι σχολίαζαν πίσω του.

Αυτή η κουβέντα, δεν τον απασχόλησε ποτέ, ούτε όταν εισέβαλε στην ηρεμία του σπιτιού του, ξαφνικά και απρόσκλητα η γυναίκα της μοίρας του.

Τα περισσότερα βράδια τα περνούσαν ήσυχα στο σπίτι τους, όπως ακριβώς και εκείνο το βράδυ,

Το μωρό κοιμόταν ξέγνοιαστο και ο Ορέστης με την Σοφία παρακολουθούσαν αγκαλιασμένοι, στον καναπέ του φροντισμένου, τακτοποιημένου στην εντέλεια σαλονιού τους, τηλεόραση. Ξαφνιάστηκαν με το σήμα του έκτακτου δελτίου ειδήσεων.

Και τότε έσβησε ο κόσμος για τον Ορέστη και μόνο το πρόσωπο της παρουσιάστριας κυριαρχούσε. Άνετα, σαν να ήταν φυσικό, σηκώθηκε από την θέση της, πέρασε μέσα από το γυαλί, όπως ακριβώς η Αλίκη, στην χώρα των θαυμάτων και κάθισε απέναντι του στην πολυθρόνα, χαμογελώντας του. Εκείνος σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος.

«Δεν χαίρεσαι, που με βλέπεις Ορέστη; Με είχες ξεχάσει; Εγώ όλα αυτά τα χρόνια ζω με την σκέψη σου».

«Τι έπαθες αγάπη μου;» είπε απορημένη η Σοφία, βλέποντας τον άντρα της όρθιο, να κοιτάζει με τεράστια μάτια μπροστά του. Εκείνος, χωρίς να μιλήσει της έδειξε την οθόνη, γιατί ήταν αδύνατον ν’ αρθρώσει λέξη.

«Έχεις δίκιο, είναι φοβερό στην εποχή μας να σκοτώνονται παιδιά στους πολέμους. Πάω να σου φέρω λίγο νερό».

Κάθισε πάλι πιάνοντας το κεφάλι του και προσπάθησε να ηρεμήσει. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν από την σκέψη του, εικόνες από το παρελθόν, που με επιμέλεια, είχε φροντίσει να ξεχάσει. Με μεγάλη ευκολία βρήκαν ευκαιρία τώρα, και κατέκλυσαν το μυαλό του.

Είχε ξεχάσει την Θάλεια και την ιστορία, που είχαν ζήσει μαζί. Ήταν πολύ νέος κι εκείνη σχεδόν παιδί, όταν ερωτεύτηκαν και αρραβωνιάστηκαν. Ήταν υπέροχη και απρόβλεπτη η κάθε στιγμή κοντά της. Όμως ήταν νέα και ανώριμη και όπως έλεγε η μητέρα του, δεν ήταν άξια ν’ ανοίξει σπίτι. Δεν ήξερε να μαγειρεύει και θα χαλούσε το στομάχι του με το κατά παραγγελία φαγητό, εκείνη τον είχε καλομάθει. Ήταν σίγουρη, πως θα κατέστρεφε την ζωή του μ’ αυτόν τον απερίσκεπτο γάμο.

Στην αρχή δεν έδινε καμία σημασία, αλλά λέξη – λέξη, άρχισε να κυκλοφορεί στο μυαλό του η αμφιβολία και μια μέρα της ζήτησε να χωρίσουν. Η Θάλεια δεν το περίμενε, τον αγαπούσε και πληγώθηκε πολύ. Έφυγε από την πόλη τους, πήγε στο εξωτερικό να σπουδάσει, κάτι μάθαινε για κείνη στην αρχή, δημοσιογράφος νομίζει, πως σπούδαζε, πέρασαν τα χρόνια και η Θάλεια είχε εξαφανιστεί. Δεν την σκεφτόταν πια, δεν τη θυμόταν, ήταν πολύ ερωτευμένος με τη Σοφία, τελεία και παύλα στα παλιά.

Δεν το περίμενε, δεν το φανταζότανε, ότι θα εισβάλει πάλι στην ζωή του η Θάλεια, μ’ αυτόν τον απρόβλεπτο τρόπο και θα την αναστάτωνε, γιατί είχε γίνει αφάνταστα ωραία, έλαμπε, τα μάτια της έκαναν το μυαλό του να σταματάει, έκλεινε τα δικά του να μη την κοιτάζει και μια ακατανίκητη επιθυμία τον έκανε πάλι να τ’ ανοίγει και να εύχεται, να μπορούσε να περάσει μέσα από το γυαλί και να την κλείσει στην αγκαλιά του. Και μετά να κατεβάζει το κεφάλι του, γεμάτος τύψεις και ν’ αναρωτιέται, τι αισθάνεται για την Σοφία; και να παίρνει την απάντηση από τον καταρρακωμένο εαυτό του, πως την αγαπάει πάντα πολύ. Και πάλι να κάθεται μπροστά στην οθόνη, την ώρα των ειδήσεων, κάθε βράδυ, να τις παρακολουθεί προσηλωμένος και τίποτε μα τίποτε να μη γνωρίζει ποτέ, από όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Κάθε βράδυ ανελλιπώς, χωρίς παράληψη την ίδια ώρα να επιστρέφει στο σπίτι, για να παρακολουθήσει το δελτίο των ειδήσεων, πάντα στο ίδιο κανάλι.

Αλίμονο, αν η Σοφία ήθελε να παρακολουθήσει, την ίδια ώρα, άλλο πρόγραμμα ή είχε επισκέψεις. Αγόρασε λοιπόν δεύτερη τηλεόραση, την εγκατέστησε στο γραφείο του και απαίτησε κανένας να μην τον ενοχλεί, όταν παρακολουθεί τις ειδήσεις.

Η Σοφία άρχισε να βρίσκει περίεργη την καινούρια συνήθεια του, αλλά δεν ήταν και κακό να διψάει για ενημέρωση. Περίεργο, η μητέρα του έδειξε πολύ ανήσυχη, όταν το έμαθε και όταν της είπε σε ποιο κανάλι παρακολουθούσε τις ειδήσεις ο άντρας της, έγινε ολοκίτρινη. Μάλλον θα της φάνηκε, γιατί η συνήθεια ήταν αθώα. Αθώα και επίμονη όμως και έκρυβε έντονη επιθυμία να ξαναδεί στην πραγματικότητα, το αντικείμενο του γυαλιού.

Εξάλλου ο Paoulo Coelho δεν έγραψε, πως αν επιθυμούμε πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί, για να το αποκτήσουμε;

Χωρίς να το ξέρει συνειδητά, ο Ορέστης με το υποσυνείδητο, προκαλούσε όλες τις δυνάμεις του σύμπαντος να συνωμοτήσουνε, για να διαλυθεί το γυαλί και να βρεθεί κοντά στην Θάλεια. Απίστευτο αλλά έγινε.

Η Θάλεια στεκόταν μπροστά του ζωντανή και πανέμορφη και του έδινε το χέρι της χαμογελώντας. Ξεροκατάπιε, ξερόβηξε, κοίταξε τους φίλους του ολοκόκκινος και της έδωσε το τρεμάμενο δικό του. Ώστε αυτή ήταν η έκπληξη, που του τηλεφώνησαν, ότι του είχαν ετοιμάσει στο γνωστό τους στέκι; Ωραίο αστείο, κόντεψαν να τον αφήσουν στον τόπο. Κάθισε και παρακολουθούσε την Θάλεια που με άνεση και γοητεία τους διηγιόταν, πως πέρασε όλα αυτά τα χρόνια που είχε εξαφανιστεί, για τις σπουδές της και τον αγώνα της να διακριθεί και να επιτύχει και ήταν σαν να έλεγε:

«Επιθυμούσα να σ’ εκδικηθώ, να σε καταστρέψω εκεί που δεν το περίμενες, να σε διαλύσω, αφού πρώτα σε κάνω λιώμα μέσα στην φλόγα μου και όπως μαλακώνει από την φωτιά ένα μέταλλο, έτσι να σε πάρω στα χέρια μου, σαν πλαστελίνη και να σε μεταμορφώσω σε ότι θέλω, γιατί μου ανήκεις».

Έτσι έλιωσε στην φλόγα της, έγινε στάχτη η συνείδηση του, η ύπαρξη του, η δύναμη και η θέληση του και υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο και το κορμί της μέσα στα χέρια του, ακριβώς όπως υποσυνείδητα το είχε ονειρευτεί χιλιάδες φορές, καθώς παρακολουθούσε τις ειδήσεις. Μόνο μια σκέψη καταστάλαζε στη θολή λίμνη του μυαλό του, ότι έτσι έπρεπε να γίνει, για να ελευθερωθεί απ’ αυτήν, γιατί αυτός αγαπούσε πάντα και αιώνια την Σοφία.

Η Σοφία τον έψαχνε όλη την νύχτα, το κινητό του κλειστό, οι φίλοι δεν ήξεραν, η μάνα του δεν τον είχε δει και πέρασε μόνη της μέσα στην αγωνία και την λαχτάρα δίπλα στο παιδί της, σ’ ένα κρεβάτι του Νοσοκομείου.

Η μέρα ξεδιάλυνε τους εφιάλτες τις νύχτας. Η αγανάχτηση έδωσε την θέση της στην αγωνιώδη ανησυχία και ο Ορέστης βρέθηκε με μια βαλίτσα σ’ ένα αεροπλάνο, να πετά έξω από την καλοφτιαγμένη ζωή του και η Θάλεια γελούσε με ικανοποίηση, γιατί επιτέλους απέκτησε, ότι ονειρευόταν για χρόνια.

Ο Ορέστης δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στους ξέφρενους ρυθμούς, που κυλούσε η καθημερινότητα της Θάλειας. Ζούσε ανάμεσα στ’ όνειρο και την απρόβλεπτη πραγματικότητα. Έτρεχε πίσω της, για ένα της βλέμμα, ένα της χάδι, για την αγκαλιά της, όταν εκείνη είχε χρόνο. Την περίμενε μόνος του στο διαμέρισμα της, χωρίς να έχει τι να κάνει και ξαφνικά απροειδοποίητα τον καλούσε για καφέ στο Παρίσι ή για δείπνο στην Ινδία. Έτρεχε να την βρει στο Σύνταγμα και του τηλεφωνούσε από την Κέρκυρα. Και ίδρωνε πίσω της αδιαμαρτύρητα, γιατί ο έρωτα της πάντα τον έκαιγε και αφού τον έκανε στάχτη, τον ανέδυε και πάλι στα ουράνια.

Δεν ήξερε, πως περνούσε ο χρόνος του, ποιοι ήταν οι στόχοι του, τα όνειρα του, τα ενδιαφέροντα του. Δεν δούλευε, επαρκούσαν οι δικές της απολαβές, αυτός φρόντιζε το σπίτι και μαγείρευε για κείνη. Όλος ο κόσμος ήταν η Θάλεια και το παραμικρό δεν χωρούσε μέσα σ’ αυτόν.

Σπάνιες φορές έπαιρνε τηλέφωνο την μητέρα του και ρωτούσε για το παιδί του και έκλεινε γρήγορα το ακουστικό, για να μην ακούει το παράπονο της, που σαν ένα αγκάθι τρύπωνε στην καρδιά του, αλλά μετά τα ξεχνούσε όλα μέσα στην αγκαλιά της Θάλειας και δεν αισθανόταν την δική του ερημιά.

Ωστόσο ο εχθρός καραδοκούσε και μόλις βρήκε ευκαιρία έκανε την εμφάνιση του. Σιγά-σιγά ύπουλα, χωρίς να την πάρουν αμέσως είδηση, εισχώρησε ανάμεσα τους η ζήλια.

Ο Ορέστης ακολουθούσε την Θάλεια παντού, οι συνεργάτες της τον έσπρωχναν, τον παραμέριζαν και του έδειχναν πως τους ενοχλούσε. Παρακολουθούσε διάφορους άντρες να την φλερτάρουν, να την πολιορκούν επίμονα, να επιζητούν την συντροφιά της και να της στέλνουν ακριβά δώρα.

Αντιδρούσε απότομα, έκανε σκηνές, έβαζε καυγάδες, δημιουργούσε καταστάσεις, που την δυσκόλευαν στην δουλειά της και στο τέλος μετά από ένα επεισόδιο, όπου χτύπησε άδικα τον οπερατέρ, τον έδιωξε, εκείνη αυτή την φορά.

Χαμένος, κατεστραμμένος, ανάμεσα στο τίποτε και στο πουθενά, ο μοναχικός δρόμος του, τον οδήγησε πίσω στο σημείο αναφοράς της ζωής του. Η πόρτα της μάνας ανοίγει πάντα, όταν την χτυπήσει ο άσωτος υιός.

Η πληγωμένη καρδιά μιας γυναίκας, τις περισσότερες φορές λυγίζει μπροστά, σ’ έναν γονατισμένο άντρα, που με δάκρυα ζητάει συγνώμη και μια δεύτερη ευκαιρία. Πώς ν΄ αντέξει λοιπόν η Σοφία, σ’ αυτή την συγκλονιστική εικόνα και πολύ περισσότερο, όταν αυτός ο άντρας ήταν και πατέρας του παιδιού της!

Ο Ορέστης γονατιστός ζήτησε, για δεύτερη φορά, σε γάμο την Σοφία. Η ίδια σκηνή επαναλαμβανόταν, μετά την διάλυση ενός γάμου, μετά από άσχημες ειδήσεις, μετά από καταιγίδες και μπόρες και μετά από ένα διαζύγιο.

Ο γάμος τους έγινε ήσυχα και λιτά χωρίς καλεσμένους, στο Δημαρχείο. Ο Ορέστης, κρατώντας το παιδί του από το χέρι ένιωθε πολύ ευτυχισμένος, γιατί βρήκε ξανά την γυναίκα της ζωής του και αποφάσισε να μην ενδιαφερθεί ποτέ για τις ειδήσεις.

Όμως την ίδια στιγμή η μοίρα έπαιζε μαζί του, κάνοντας σκόνη τις αποφάσεις του. Όπως η ευτυχισμένη οικογένεια κατέβαινε τα σκαλιά του Δημαρχείου, ένα τσούρμο ανθρώπων και μηχανών ανέβαινε με ανάμεσα τους την απαστράπτουσα και πανέμορφη παρουσιάστρια των ειδήσεων, πανέτοιμη για ρεπορτάζ. Αφοσιωμένη στην καλύτερη οργάνωση της ακολουθίας της, δεν πρόσεξε το τρεμάμενο συρρικνωμένο ανθρωπάκι, που προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από ένα παιδί. Σαν αστραπή πέρασε από δίπλα του, αφήνοντας πίσω της ένα άρωμα πόθου, νοσταλγίας και καταστροφής.

Ο Ορέστης, κρατώντας το χέρι του γιου του, βγήκε στον δρόμο, ακολουθώντας την γυναίκα της ζωής του και αφήνοντας πίσω του την γυναίκα της μοίρας του, να χαμογελά με αυτοπεποίθηση.

Στέλλα Μιχάλα

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Πάντα διαβάζω «μονορούφι» τα διηγήματά σου και πάντα μ’αρέσει το τέλος! Γιατί χρειαζόμαστε ευτυχισμένα τελειώματα…
    Μπράβο!

    Σχόλιο από Τσουντάνης Γαβριήλ — 9 Ιουλίου 2008 @ 8:42 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: