Άγονη γραμμή

17 Ιουλίου 2008

Η ΦΥΓΗ

Filed under: Μαγαράκης Ρούσος — Άγονη Γραμμή @ 6:37 μμ
Tags:

Είχε κόψει αρκετά την ταχύτητά του το μικρό δίκυκλο που οδηγούσε ο ολίγον εύσωμος τριανταπεντάρης, καθώς κατηφόριζε από την πάροδο για να συναντήσει τον κεντρικό δρόμο. Πλησίαζε, κιόλας, το μεγάλο σκουροπράσινο κάδο των απορριμμάτων, που είχε τοποθετήσει ο Δήμος στη γωνία που ενώνονται οι δυο δρόμοι, στον ειδικά διαμορφωμένο ορθογώνιο χώρο, λίγο πιο μέσα από το οδόστρωμα.

Εκείνη, μια λεπτοκαμωμένη ύπαρξη, ανάμεσα στα είκοσι με εικοσιπέντε, καθισμένη στο πίσω κάθισμα, είχε αγκαλιάσει με το αριστερό της χέρι τον οδηγό από τη μέση, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τη δεμένη προσεχτικά νάιλον σακούλα των σκουπιδιών, που λικνιζόταν «πέρα – δώθε», καθώς προχωρούσε το «μηχανάκι» στον πλακοστρωμένο πεζόδρομο. Την τσάντα της την είχε κρεμάσει στο δεξιό ώμο και την είχε γυρίσει προς την πλάτη της, έτσι ώστε να μη χτυπάει στην ταλαντευόμενη σακούλα.

Δε συνήθιζαν να κατεβαίνουν μαζί τα πρωινά από το σπίτι. Σχεδόν πάντα, εκείνος έφευγε μόνος και, φυσικά, καβάλα στο αγαπημένο του «μικρό άλογο», όπως αποκαλούσε το δίκυκλό του. Σε πάει όπου θέλεις, το αφήνεις όπου σε εξυπηρετεί, χωρίς προβλήματα, και δε θέλει και πολλά καύσιμα, έλεγε για το «πενηνταράκι» του. Όσο για το πάρκιν, ούτε λόγος. Όπως έχουν γίνει τελευταία τα πράγματα, με το αυτοκίνητο γυρίζεις ατέλειωτες ώρες μήπως αδειάσει κάπου καμιά θέση για να βολευτείς. Άρα, «μηχανάκι και πάντα μηχανάκι» είναι η πιο σωστή και φρόνιμη λύση!

Εκείνη, μετά το υποχρεωτικό πρωινό εγερτήριο και την προετοιμασία του πλούσιου πρωινού για τον «πασά», εξαιτίας του οποίου, βέβαια, είχαν παραφουσκώσει οι κοιλιές του καλοπαντρεμένου, είχε να ασχοληθεί με τις διάφορες δουλειές του σπιτιού, που δεν τελειώνουν ποτέ. Έτσι, δε βόλευε να τον συνοδεύει στην πόλη και τόσο τακτικά, παρά μόνο αν το είχε προγραμματίσει εκ των προτέρων.

Τούτο το πρωινό, όμως, που θα καθυστερούσε εκείνος να πάει στο γραφείο του, γιατί έπρεπε να περάσει πρώτα από την τράπεζα να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες, αποφάσισε και η «συμβία» του να κατεβεί μαζί του. Οπότε, ήταν ευκαιρία να μεταφέρουν και τα σκουπίδια μέχρι τον κάδο, να μην τα έχουν μέσα στο κλειστό σπίτι μέχρι αργά, που θα επέστρεφαν.

Ήταν νιόπαντροι. Φρέσκοι φρέσκοι. Ακόμη δεν είχαν κλείσει τους τρεις μήνες έγγαμου βίου. Ζούσαν σε πελάγη ευτυχίας με πολλά όνειρα και όμορφα σχέδια για το μέλλον. Δεν μπόρεσαν να πάνε αμέσως μετά το γάμο τους το καθιερωμένο γαμήλιο ταξίδι. Το τοποθετούσαν μάλλον μέσα στον Αύγουστο, που θα ήταν και πιο εύκολο και πιο ευχάριστο, αφoύ αυτό το μήνα όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις σταματούν τις δραστηριότητές τους και ο καιρός είναι αρκετά καλός, ούτε πολύ ζεστός ούτε πολύ κρύος.

Βέβαια, τα έξοδα του γάμου, τα τραπέζια στους συγγενείς και φίλους, η αγορά των επίπλων και των ηλεκτρικών συσκευών και των διαφόρων άλλων μικρών και μεγάλων αντικειμένων που απαιτούνται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν τους είχαν αφήσει περιθώρια να εφοδιαστούν με όλα τα αναγκαία για το καινούριο τους σπίτι. Έτσι, συμπλήρωναν σιγά σιγά το νοικοκυριό τους, όποτε μπορούσαν και ό,τι μπορούσαν κάθε φορά.

Σήμερα που είχε άνεση χρόνου κι εκείνη, μια που το πρόβλημα του μεσημεριανού φαγητού το είχε λύσει με το περίσσευμα του χθεσινού παστίτσιου, έκρινε σκόπιμο ότι μπορούσε να κάνει τη βόλτα της στα μαγαζιά, να δει τις βιτρίνες, να ρωτήσει και να διαλέξει ό,τι ήθελε χωρίς άγχος και βιασύνη. Τα λίγα πράγματα που τους έλειπαν επιθυμούσαν να είναι και καλά και διαλεγμένα με το δικό τους γούστο. Όχι πως δεν τους είχαν φέρει, βέβαια, αρκετά και ακριβά δώρα οι καλεστικοί. Ίσα ίσα! Αλλά, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στους γάμους, δεν τους είχαν ρωτήσει αν τα είχαν ανάγκη ή αν τους άρεσαν ή αν έδεναν με τα υπόλοιπα αξεσουάρ του σπιτιού τους. Φταίνε οπωσδήποτε κι εκείνοι, που δεν είχαν δώσει «λίστα γάμου» σε κάποια καλά καταστήματα, για να διευκολύνουν τους ανθρώπους.

Ένας άλλος λόγος που τούτο το πρωινό κατέβαιναν μαζί ήταν και το ότι η νιόπαντρη κυρία ήθελε να περπατήσει και λίγο στο «κέντρο», ανάμεσα στην πολυκοσμία. Το είχε ανάγκη. Εκεί που έμεναν, ήταν αραιοκατοικημένη περιοχή. Πολλά λιόφυτα και ακαλλιέργητοι αγροί ήταν ολόγυρά τους. Φίλους κοντινούς δεν είχαν ακόμη. Και η μοναξιά, όσο κι αν επιδίωκε με τις δουλειές και τις άλλες απασχολήσεις του σπιτιού να την ξεπεράσει, δεν ήταν καθόλου υποφερτή. Βέβαια, με το κινητό τηλέφωνο μόνο και την ασύρματη «φλυαρία» δε μπορεί να λυθεί εύκολα ένα τέτοιο πρόβλημα.

Ήταν δεν ήταν ενάμισι μέτρο η απόστασή τους από τον ξέσκεπο κάδο, όταν εκείνη, χωρίς να κατεβεί από το κάθισμα και χωρίς να σταματήσει εντελώς το δίκυκλο, με μια απότομη κίνηση του χεριού αποφάσισε να εκτοξεύσει τη σακούλα με τα σκουπίδια προς το μέρος του. Εξάλλου, έτσι το είχαν προγραμματίσει, όταν την έπαιρναν μαζί τους το πρωί.

Δυστυχώς, δεν κατάφερε να πετύχει το στόχο της. Ο υπολογισμός της δεν ήταν ακριβής. Η «ταχύτητα διαφυγής» της εκτόξευσης φαίνεται ότι ήταν μικρότερη της απαιτούμενης. Έτσι, η μαύρη σακούλα, χτυπώντας στο πλαϊνό του ανοίγματος του σκληρού πλαστικού κάδου, έπεσε καταγής, κάνοντας ένα αναπάντεχο κρότο. Αμέσως, αρκετά καρυδότσουφλα, μανταρινόφυλλα και μικρά χαρτάκια πετάχτηκαν από τη λεπτή σχισμή που άνοιξε με την πρόσκρουση στο πλακόστρωτο και σκορπίστηκαν από ‘δώ κι από ‘κεί.

Ούτε εκείνος ούτε εκείνη αντέδρασαν στη θέα της πτώσης της σακούλας. Ούτε καν κατέβηκαν από το δίκυκλο. Κοκάλωσαν, σα να τους είχαν δεμένους. Σαστισμένοι και αμήχανοι παρατηρούσαν απλώς, για κάποια λεπτά της ώρας, τα συμβαίνοντα. Ωστόσο, τα μικρά ελαφρά χαρτάκια, παρασυρόμενα από το φύσημα της πρωινής αύρας που ερχόταν από τον κεντρικό δρόμο, άλλαζαν διαρκώς θέση γύρω και πέρα από τον κάδο και κυνηγούσε το ένα το άλλο προχωρώντας προς τον ανήφορο!

Ύστερα από λίγο, ο οδηγός του δίκυκλου ανέλαβε την πρωτοβουλία να δώσει μια κάποια λύση στο περιστατικό και στη σαστιμάρα. Εξάλλου, έπρεπε να βιαστεί λίγο να πάει και στην τράπεζα πιο νωρίς, για να αποφύγει τη μεγάλη ουρά που σχηματίζεται στα ταμεία, συνήθως μετά τις δέκα που ξυπνάει ο πολύς κόσμος. Όπως ήταν, λοιπόν, καθισμένος στο «μηχανάκι», με τα πόδια να ακουμπούν στο έδαφος, γύρισε το κεφάλι προς τα αριστερά, γύρισε προς τα δεξιά, προς τα πάνω και προς τα κάτω. Διαπίστωσε ότι δεν τους είχε δει κανένα μάτι εκείνη την ώρα και, χωρίς να χάσει καιρό, ανέβασε τα πόδια στην κανονική θέση, μαρσάρισε δυνατά και ξεκίνησε με αρκετά μεγάλη ταχύτητα, σα κυνηγημένος, μπαίνοντας στον κεντρικό δρόμο. Δεν ξανακοίταξαν πίσω τους ούτε λεπτό, ούτε εκείνος ούτε εκείνη.

Έτσι, απομακρύνθηκαν ήρεμοι και νηφάλιοι από τον «τόπο του εγκλήματος», με καθαρή τη συνείδηση, χωρίς καμία ενοχή, σα να μην είχε συμβεί τίποτα το περίεργο ή το ασυνήθιστο. Η ταλαιπωρημένη μαυροσακούλα με τα υπόλοιπα σκουπίδια, πλαγιασμένη δίπλα στον κάδο, περίμενε υπομονετικά τους γάτες της γειτονιάς, για να ολοκληρώσουν τη διάλυσή της, μέχρι να την περιμαζέψουν οι υπάλληλοι του Δήμου…

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: