Άγονη γραμμή

22 Ιουλίου 2008

Περί ηθών στα σύγχρονα κρητικά έθιμα

Filed under: Ρηγινιώτης Θοδωρής — Άγονη Γραμμή @ 6:40 μμ
Tags:

Ρουματσίτες χορευτές (Παλαιά Ρούματα Κισσάμου)· χορεύουν συρτό μόνον οι δύο πρώτοι («ζωγραφίζοντας» στη γης, χωρίς ταλίμια στον αέρα) κι όταν ο πρώτος χορτάσει, πιάνει στο τέλος, κι ο τρίτος, ως δεύτερος, μπαίνει στο χορό, έως ότου χορέψουν όλοι πρώτοι. Ο τρόπος αυτός (ο παλιός τρόπος του συρτού, χορού γεννημένου στην Κίσσαμο) θεωρείται χαρακτηριστικό δημοκρατικού ήθους – ο καθένας αναδεικνύεται ως πρόσωπο, κατά την αξία του, μέσα στο σύνολο, εδώ τον χορευτικό «κύκλο της αγάπης». Ο χορός των Ρουματσιτών και σήμερο ακόμη συνιστά ένα από τα πλέον εκλεπτυσμένα θεάματα που μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει σε σχέση με τον κρητικό χορό.

Τιμή στη μνήμη του Μιχάλη Καυκαλά και του Μιχάλη Κουνέλη.

Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΡΗΤΗΣ είναι εντελώς διαφορετική από την αντίστοιχη εικόνα της πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Αυτό είναι οφθαλμοφανές και κανείς από εκείνους που έζησαν το χθες και πρόλαβαν το σήμερο δεν το αρνείται.

Η παλιά Κρήτη ήταν παραγωγική και δημιουργική, οι κάτοικοι της ακολουθούσαν τους νόμους της παραγωγής (προϊόντων για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και για ανταλλαγές) και της δημιουργίας καλλιτεχνικών αγαθών, πάλι για την κάλυψη των ιδίων αναγκών, αλλά και των αναγκών της κοινότητας· από τη σφακομπιστόλα ως το χορευτικό και το τραγουδιστικό ύφος του τάδε μερακλή ερασιτέχνη τραγουδιστή ή χορευτή.

Η σημερινή Κρήτη είναι καταναλωτική και οι κάτοικοι της υπακούνε στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Οι οι μισοί απ’ αυτούς φτιάχνουν σουβενίρ – για να τα πουλήσουν – και οι άλλοι μισοί κυνηγούν αγριογούρουνα για να ταΐζουν τους πρώτους μισούς (Υποσ.1).

Οι «δυσκολίες της ζωής» μεταβλήθηκαν επίσης· η φτώχεια, η παιδική θνησιμότητα, η γενικά ελλιπής υγειονομική περίθαλψη κ.λπ. έδωσαν τη θέση τους στην ανεργία και την υποαπασχόληση, στο άγχος, τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τα τυπικά προβλήματα των έκρυθμα αναπτυσσόμενων πόλεων.

Φυσικά ο πνευματικός πολιτισμός ακολούθησε τις εξελίξεις· ο πολιτισμός μιας κοινωνίας από καταναλωτές είναι είδος μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης· χιλιάδες καλεσμένοι στσι γάμους (ωχ, πάλι γάμος το Σαββάτο!…), δεκαπέντε τραγούδια στο CD και εκατοντάδες CD στην αγορά, πυρετός πανηγυριών από συλλόγους (και λαϊκά, για να τραβήξουμε κόσμο), ραδιόφωνα, τηλεόραση, όλα απευθύνονται στις μάζες με ταχύτατη εναλλαγή μηνυμάτων αμερικανικού τύπου, ώστε ο βομβαρδιζόμενος καταναλωτής να μην προλαβαίνει να σκεφτεί, αλλά, διψασμένος για ψυχαγωγία λόγω του έξωθεν επιβεβλημένου άγχους και του διαρκούς φόρτου εργασίας, απλώς να καταναλώνει (Υποσ.2).

Πέντε κορυφαίοι Κρητικοί Μουσικοί της νέας γενιάς. Από αριστερά, Μιχ.Σταυρακάκης, Δημ. Σγουρός, Ψαρογιώργης, Γιάννης Λουκάκης, Νικ.Κατριτζίδάκης (από το SD «Τα σα εκ των σων»).

Επειδή λοιπόν η μετακατοχική γενιά, για ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους, δεν κατόρθωσε να παραδώσει τον πολιτισμό (δηλ. να συνεχίσει τη διαδικασία της «παράδοσης») στα παιδιά της, έσπασε ένας κρίκος στην αλυσίδα της παράδοσης και ανέλαβαν να τον αποκαταστήσουν (ή υποκαταστήσουν) οι σχολές· σχολές χορού, λύρας και λαούτου, ριζίτικου τραγουδιού κ.λπ.· σύλλογοι, όμιλοι, «εργαστήρια», που όμως όλα (αν βρω εξαίρεση, θα εκπλαγώ) (Υποσ.3) λειτουργούν με βάση τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, στους οποίους νομοτελειακά προστίθεται και ο «νόμος» της ευκολίας και της απλοϊκότητας (τυποποίηση, ομοιομορφία, εντυπωσιασμός -για επίδειξη του ταλέντου αλλά και διαφήμιση της σχολής – καθόλου εμβάθυνση και προβληματισμός, όσο το δυνατόν λιγότερη σκέψη), με αποτέλεσμα τίποτε απολύτως να μην προσφέρουν στον τοπικό μας πολιτισμό, παρά μόνο να παράγουν πλήθος «χορευτών» ή οργανοπαιχτών με συγκεκριμένο υιοθετημένο ύφος, που ιδέα δεν έχουν ούτε για το ιδιαίτερο πολιτισμικό, ύφος της περιοχής τους (του παππού τους) ούτε για το παραδοσιακό κρητικό ήθος με την αθρωπιά, το μερακλίκι, την ευγένεια, τη σεμνότητα, τη διακριτικότητα κ.λπ.

Όταν λέμε πλέον «ήθη και έθιμα», εννοούμε μόνο τα έθιμα – κι αυτά σε φολκλορικές ή ξενοδοχειακές αναπαραστάσεις- και καθόλου δεν λαμβάνουμε υπόψιν τα ήθη.

Αρτοκλασία στο χωριό μου, το Αποδούλου Αμαριού· ο καθένας με τον άρτο του στο πανιέρι, το κόσκινο ή το βουργιάλι, για να σου δώσει προσωπικά το φεταλακι σου και να του ευχηθείς πολλά τα έτη κι η χάρη τ’ αή Γιαννιού να μασε βοηθά (δεκ. ’60, αρχείο του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού).

Κανονικά όμως, αν ο πολιτισμός μας ζούσε ακόμη, έστω και με υποστηλώματα, τα έθιμα θα έπρεπε να μεταβάλλονται ελεύθερα (όχι να προσπαθούμε με τα δόντια να τα συγκρατήσουμε στελιώνοντας ρακοκάζανα ή παρουσιάζοντας ως δρώμενα «κρητικό γάμο»,κλήδονα κ.τ.λ.) και τα ήθη να παραμένουν περίπου σταθερά, εκτός αν η κοινωνία, αναβαθμιζόμενη, τα απέρριπτε ως απάνθρωπα. Τα παλαιά έθιμα και η ανάμνηση ή αναπαράστασή τους έχουν νόημα πλέον μόνον όταν αξιοποιούνται για την ανάμνηση του τοπικού ήθους και όχι ως τουριστικές ατραξιόν ή αφορμές πιλαφεσπερίδων. Αυτά τα ήθη όμως δεν θα επέτρεπαν την αχαλίνωτη και βιαστική (γρήγορο κέρδος) τουριστική ανάπτυξη του νησιού (δεν πληρώνεσαι, και μάλιστα αδρά, για να φιλοξενήσεις κάποιον -τουρισμός και φιλοξενία μπορούν να συνυπάρχουν μόνο κοινή συνανέσει, όχι το ένα σε βάρος του άλλου) ούτε φυσικά την οικονομική ανάπτυξη που βασίζεται στα θερμοκήπια (δραστικά δηλητήρια στο πιάτο των ανύποπτων – φυτοφάγων ωσεί άρνες- αστών), στα χοιροστάσια και τα πτηνοτροφεία (Νταχάου για ζώα)· και να μη μιλήσουμε για χασισοκαλλιέργειες, λαθρεμπόριο όπλων και πυρομαχικών, ζωοκλοπές και τα υπόλοιπα που η κοινωνία των παππούδων μας θα καταδίκαζε μετά βδελυγμίας· και φυσικά, τέλος, δεν θα άφηναν περιθώριο σε διάφορους επιτήδειους να εκμεταλλεύονται το λεγόμενο «παραδοσιακό πολιτισμό» κακοποιώντας τον για δικό τους όφελος.

Άρα το ήθος είναι επικίνδυνο και πρέπει να εξαφανιστεί. Και εξαφανίστηκε.

Όπου αποκρατούν ακόμη ψήγματα του παλαιού κρητικού ήθους, αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν προλάβει να πεθάνουν. Σύντομα ο οδοστρωτήρας της παγκοσμιοποίησης (υπό την στέγην των πολυεθνικών) θα τα αφανίσει με ηδονή. Οι μελλοντικές γενιές, που διαπαιδαγωγούνται από την ιδιωτική τηλεόραση, δεν θα υποψιάζονται καν ότι υπήρξαν.

Σύγχρονο κρητικό μουσικό σύνολο (Παλαιινά Σεφέρια): λύρα με συμπαθητικές χορδές και δοξάρι με γερακοκούδουνα (γερακοδόξαρο), μπεντίρ (κρουστό), λαούτο παλαιού τύπου, μπουλγαρί.

Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: στη σύγχρονη ραγδαία αναπτυσσόμενη οικονομικά Κρήτη (όπου στσι γάμους ακούς λύρα και το ουΐσκυ ρέει άφθονο) απορρίψαμε τα θετικά στοιχεία του παλαιού πολιτισμού (την αθρωπιά κ.τ.λ. που προανέφερα, καθώς και το μεράκι για την ομορφιά, τη δημιουργία, την περηφάνεια τση λεβεδιάς κ.λπ.) και διατηρήσαμε μετά μανίας τα αρνητικά· την καταπίεση στην οικογένεια, την ανελευθερία στην κοινωνία, την κερδοσκοπία, τη βία (που έλαβε νέες μορφές και εξελίχθηκε) και γενικά όσα θα έπρεπε να είχαμε (με την πείρα της οικουμένης και της ιστορίας πλέον) απορρίψει! Και μιλώ βέβαια για συγκεκριμένες κοινωνίες πάνω στο νησί, οι οποίες ωστόσο επιβιώνουν πληθυσμιακά, για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους, ενώ άλλες, πιο «παραδοσιακές» και λιγότερο τουριστικές όπως και λιγότερο προσανατολισμένες στο γρήγορο κέρδος, σε δέκα χρόνια θα έχουν αποδεκατιστεί.

Σε μια παρέα άκουσα την παρακάτω μαντινάδα, η οποία συνοψίζει με τραγικό σαρκασμό τη μοίρα των νέων παιδιών (αγοριών και κοριτσιών) σε πολλά κρητικά χωριά:

Παραίτησε τα γράμματα και κλούθειε στο μητάτο

να μάθεις να τυροκομάς το γάλα τω μ-προβάτω…

Και μια και μιλήσαμε για μαντινάδες, ας πούμε άλλες τρεις, μεγάλης λαογραφικής σπουδαιότητας (σύγχρονη λαογραφία):

Βάλε, γκαρσόνι, ένα διπλό ουΐσκυ να μεθύσω,

στιγμές που πέρασα παλιά να ξαναλησμονήσω.

Τέσσερις είναι στο κελλί, ο γ-εις βαρυποινίτης

κι οι άλλοι για ζωοκλοπή, το έθιμο τση Κρήτης.

Επήρανέ μας τα ΕΚΑΜ έξε καλά κουμπούρια

κι αμέσως στην Αμερική παράγγειλα καινούργια!…

Πριν από μερικές δεκαετίες τέθοια τραγούδια θα προκαλούσαν χλεύη (Υποσ.4) και πιθανόν να πέφτανε και μερικές φιλικές καρπαζιές. Σήμερο γίνονται λαϊκά σουξέ και οι «εκτελεστές» τους αποτελούν ινδάλματα (κυρίως οικονομικά, αλλά ενίοτε παραδόξως και καλλιτεχνικά) για τους εκκολαπτόμενους μελλοντικούς… εκτελεστές, που βέβαια, ως πιτσι-ρικάδες ψυχαγωγούμενοι από το ραδιόφωνο και όχι από τη γιαγιά ή το μερακλή μπάρμπα του καφενείου, μεγαλώνουν με σκυλάδικα (Υποσ 5) της Αθήνας (πρώην ποπ) (Υποσ.6) και αρέσκονται στα ανάλογα της Κρήτης. Η κοινωνική συνέπεια του όλου πράγματος είναι ένας χειραγωγούμενος λαός καταναλωτών, χωρίς ταυτότητα. Ή μάλλον χωρίς ισχυρή πολιτισμική προσωπικότητα, αφού η ταυτότητα χρειάζεται στο βαθμό που θα χρησιμεύσει ως δόλωμα για το μαγαζάκι μας με τα «χρήσιμα αντικείμενα (Υποσ.7) ».

Ο Μιχάλης Καλλέργης, από τους αυθεντικότερους σημερινούς εκπροσώπους της κρητικής παραδοσιακής μουσικής, όχι μόνο στο ύφος αλλά και στο ήθος.

Οποιαδήποτε ιδέα αντίδρασης εμπνέεται πλέον από τον Τσόμσκυ και τη Greenpeace, ενίοτε και τον Παζολίνι ή τον Μπενίνι· πάλι καλά, γιατί ο Δασκαλογιάννης ή ο Ρόδινος (ας μη μιλήσω για το ρόλο των σχολικών εορτών…) δεν είναι πλέον ικανοί να εμπνεύσουν κανένα.

Δεν πρέπει φυσικά να ξεχνούμε έναν παράγοντα, που πιθανόν να επηρεάσει τις εξελίξεις· την προσαρμογή της κρητικής μουσικής παράδοσης σε αστικές μορφές και σχήματα (και οχήματα)8. 0 Ψαραντώνης και τα κοπέλια ντου, ο Ross Daly και οι μαθητές του (με-ταξύ των οποίων ο άριστος νέος λυράρης Στέλιος Πετράκης), οι Σταυρακάκηδες, τα «Παλαιινά Σεφέρια», ο Δημήτρης Σγουρός από την Κριτσά (λόγιος στις σπουδές, αλλά λαϊκός στη δράση), η δική μας χορωδία και ορχήστρα «Παύλος Βλαστός» κ.α. 9 – καθώς και ανάλογα σχήματα στην Αθήνα, τη θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα- συνιστούν μια νέα γενιά ταλαντούχων μουσικών της ελληνικής, της ρωμαίικης μουσικής (ας μη μιλήσω για «παραδοσιακή μουσική», αν και όλοι τους είναι «παραλήπτες»), στις πόλεις πλέον, οι οποίοι προς το παρόν δεν υπακούουν στους νόμους του εμπορίου της τέχνης, δεν εξανδραποδίζονται, ενδιαφέρονται όχι μόνο για την παλιά τεχνική αλλά και για το παλιό ήθος και, χωρίς μεσσιανικές φιλοδοξίες (που θα ήταν ύποπτες για νοσηρότητα), πιθανόν να συμβάλουν στην επιβίωση ουσιωδών στοιχείων του πολιτισμού μας με κάποιο τρόπο σύμφωνο με τις συνθήκες αλλά και τις ανάγκες του μέλλοντος, αν δεν τους τσιμπήσουν οι δισκογραφικές εταιρίες και τους αλλάξουν τα φώτα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μουσική της κρητικής υπαίθρου έχει πεθάνει· υπάρχουν ακόμη αξιόλογοι εκπρόσωποι, καθώς και λιγοστά καλά πανηγύρια10· όμως φθίνουν, μαζί με τα χωριά-κοιτίδες τους, και φοβούμαι πως η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη στο παγκόσμιο βιβλίο της Ιστορίας της Μουσικής σε Σκίτσα.

Αναδημοσίευση από το περιοδ. ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου, Τ. 7 – 8, 2000, σελ. 153 – 158

Υποσημειώσεις

1. Ρενέ Γκοσινύ, Οβελίξ και σία (κόμικ, σειρά Αστερίξ, ελλ. έκδ. Μαμουθκόμιξ). Για το πέρασμα της κρητικής κοινωνίας στη νέα της φάση βλ. Μπάμπη Δερμιτζάκη, Το χωριό μου, από την αυτοκατανάλωση στην αγορά, Θυμάρι 1995,1SΒΝ 960-349-006-7.

2. Για τη σημασία και τον τρόπο λειτουργίας του μηνύματος στη ζωή μας βλ. Σήφη Φιτσανάκη, Ανατρεπτική Τεχνολογία, από τη βιντεοεξέγερση στην ψηφιακή δημοκρατία, Καλέντης 1998, 1SΒΝ 960-219-085-Χ.

3. Υπάρχουν ελάχιστοι που φαίνεται να εξαιρούνται, γι’ αυτό και συνήθως μένουν νηστικοί από την πίτα της δημοσιότητας· αναφέρω (απ’ όσο μπορώ να κρίνω) τη δ/νση Περιβαλλοντικής της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ν. Ρεθύμνης, τον Πολιτιστικό Παραδοσιακό Σύλλογο Σελίνου (βλ. το CD – μελέτη του «Ριζίτικα τραγούδια, 3ος-4ος κύκλος», ανεξ. παρ. 1996), τη Χορευτική Ομάδα Παλ. Ρουμάτων, το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, τη Χορευτική Ομάδα των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών…

4. «Ανοσθιές είναι, παιδί μου, τούτανά, μόνο μη ντα κάνεις, γιατί πάει άσκημα και θα σε παίζον οι γι-αθρώ-ποι». Ένας φίλος μου, ερχόμενος από μια βάφτιση και χωρίς διάθεση κριτικής, μου ‘πε φυσικότατα: «Ο λαουθιέρης εκάτεχενε μαντινάδες, μα δεν εκάτεχε να τσι πει…»

5. Ο Ross Daly μου έδωσε κάποτε έναν ικανοποιητικό «ορισμό» του σκυλάδικου· είναι το τραγούδι που ο δημιουργός (ή ο εκτελεστής) του το έχει υποβαθμίσει επίτηδες ως προς την ποιότητα, για να το κάμει εύληπτο από τις μάζες με στόχο το κέρδος.

6. Όπως μου έχει εξηγήσει σε μακρές συζητήσεις ο φίλος ραδιοφωνικός παραγωγός Δημ. Φρυγανάκης, η ελληνόφωνη ποπ έχει συρρικνωθεί, τα τελευταία χρόνια, αφού σχεδόν όλοι οι εκπρόσωποι της πέρασαν στο «ελαφρύ σκυλάδικο»· εσχάτως όμως, λόγω κορεσμού του ανταγωνιστικού είδους, μάλλον περνάει στην αντεπίθεση…

7. Τίτλος μυθιστορήματος τρόμου και φαντασίας του St. Κing.

8. Ανάλογο φαινόμενο είχαμε και τη δεκαετία του 1930, με τα ταμπαχανιώτικα του Φουσταλιέρη· τότε όμως η μουσική της υπαίθρου, παρόλο που επρόκειτο να πάρει το δρόμο που οδήγησε στη σημερινή μορφή της, είχε μεγάλους εκπροσώπους και πολλούς καλούς ερασιτέχνες στα χωριά – και άρα πολλή ζωή μπροστά της· η εποχή Σκορδαλού δεν είχε καν ανατείλει ακόμη.

9. Χωρίς να παραλείψουμε και τους εν Κςήτη εκπροσώπους της «εξ Ανατολών παραδόσεως», όπως ο π. Γιώργης Τζάβλας (κανονάκι), η χορωδία του Συλλόγου Ρεθυμνίων Μικρασιατών (με δάσκαλο τον Ανδρέα Γιακουμάκη) κ.λπ.

10. Βλ. σχετικά του γράφοντος «Γερακοκούδουνα και «Μικρό μικράκι» στον Άρδαχτο τ’ Άη Βασίλη», εφημ.Κρητική Επιθεώρηση Ρεθ., 28.8.1998, σελ. 2, και «Παράδοση για άλλη μια φορά», ό.π., 5-6.8.2000, σελ.11,καθώς και Γ. Γαβαλά «Προς μερικούς φτωχούς καουμπόυδες», ό.π., 27.7.2000, σελ. 2

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: