Άγονη γραμμή

4 Αυγούστου 2008

Τα μούρνα

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 8:29 πμ
Tags:

Τα μούρνα (μούρα) ήταν τότε τα καλύτερά μας, τσάμπα κι αφύλαχτα, φρούτα. Γι αυτά δε μας κυνηγούσε ούτε αγροφύλακας ούτε ιδιοκτήτες. Εκτός κι αν η μουριά βρισκόταν σε περιβόλι, που δεν έπρεπε να πατήσουμε τα λαχανικά.

Χαράς ευαγγέλια λοιπόν για τα παιδιά (και όχι μόνο) ο Ιούνης που γινώνονταν πρώτα τα άσπρα μούρνα και στη συνέχεια τα μαύρα μέχρι και τον Ιούλη.

Τα μούρνα τα κυνηγούσαμε «μετά μανίας», όχι βέβαια για να πάρουμε το φρούτο μας ολόφρεσκο κατ’ ευθείαν πάνω από το δέντρο μετά το γεύμα, αλλά για γεύμα. Δηλαδή τις περισσότερες φορές για να κορέσουμε την πείνα μας. Τα μούρνα αντικαθιστούσαν πολλές φορές ή τουλάχιστον συμπλήρωναν το πάντα λιτό, λιτότατο γεύμα μας.

Από το σχολείο σχεδιάζαμε την απογευματινή εξόρμηση. «Πού θα πάμενε σήμερο;» «Οψές επήγαμενε στη Λιβάδα». «Να πάμενε σήμερο στη Λιγιόλιμνο».

Όταν είχαμε λίγο χρόνο, πηγαίναμε σε μια μεγάλη άσπρη, που ήταν στην άκρη του χωριού. Μόνο που ήταν σε αγκιναρόκηπο και δε μπορούσαμε να τη σείσουμε και να μαζέψουμε από τις ξερές, κείνη την εποχή, αγκιναρότσιτες τα μούρνα που θα έπεφταν.

Γιατί όσο κι αν σκαρφαλώναμε σαν αίλουροι και καθίζαμε σαν τους κοτσυφούς στα πιο ψηλά κλωνάρια, ήταν και κάποια ξέκλωνα που δεν τα φτάναμε. Δεν έπρεπε όμως να τ’ αφήσουμε και αφάγωτα. Ήταν και τα καλλίτερα στις άκριες!  Γι αυτό, όταν τρώγαμε όλα όσα φτάναμε, ταρακουνούσαμε με δύναμη (σειούσαμε) τα πιο ψηλά κλαδιά κι έπεφταν χάμω τα υπόλοιπα γινωμένα. Κατεβαίναμε, τα μαζεύαμε, και συμπληρώναμε το γεύμα. Αυτά γινόταν με τα άσπρα μούρνα.

Τέλος Ιούνη και τον Ιούλη ωριμάζουν τα μαύρα.

Τις μέρες αυτές, που δεν είχαμε και σχολειό, είχαμε όλη τη χρονική άνεση για τις μουριές.

Όλες αυτές τις μέρες τα ρούχα μας, τα χέρια, το πρόσωπο και τα πόδια μας ακόμη, ήταν γεμάτα από κόκκινους λεκέδες, λες κι ήμασταν πολεμιστές που μόλις βγήκαμε από αιματηρή μάχη. Λέρωναν πολύ με το ζουμί τους αυτά τα μαύρα όσο κι αν πρόσεχε κανείς! Και σάμπως προσέχαμε καθόλου εμείς! Μπρος στη νοστιμιά τους, τι ήταν οι φωνές των μανάδων μας; « Πάλι, μωρέ, στα μούρνα εγύριζες; Ξάνοιξε (δες) τα ρούχα σου ίντα ολιώς (πώς) τα ‘καμες και πώς θα σου τα ξεγαμαρίσω η κακομοίρα».

Πολλές φορές μας στέλνανε από τα αλώνια που αλωνεύαμε να φέρομε κρύο νερό από τη βρύση με το λαϊνι. Εμείς κάναμε στάση στις μουριές που ήταν εκεί κοντά στη βρύση και δε λέγαμε να κατεβούμε αν δε μας ταρακουνούσαν οι φωνάρες του πατέρα μας: «Κατέβα μωρέ απού τη μουρνέ κι άμε να μασε φέρεις το νερό γιατί εκοριζιάσαμενε απού τη δίψα στ΄ αντίπυρο του ήλιου».

Ήταν τόσες πολλές οι περιπέτειές μας με τα μούρνα! Ποια να πρωτοθυμηθεί και ποια να πρωτογράψει κανείς…

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: