Άγονη γραμμή

11 Αυγούστου 2008

Η πρωτάρα

Filed under: Μαγαράκης Ρούσος — Άγονη Γραμμή @ 8:58 πμ
Tags:

Δεν ήταν λίγος ο καιρός από τότε που πήρε το δίπλωμα οδήγησης η νεαρά κυρία. Σχεδόν δυο χρόνια είχαν περάσει. Όμως, δεν το είχε χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα. Εμφανέστατος λόγος ήταν το γεγονός ότι τη μετέφερε κάθε πρωί στην υπηρεσία της ο τυχερός και υπομονετικός της σύζυγος. Αλλά, ο πιο βασικός φαίνεται πως δεν ήταν άλλος από την ατολμία της.

Είναι σίγουρο ότι δεν το είχε πάρει ζεστά από την αρχή το ζήτημα κι ας πήρε με «άριστα», όπως έλεγε η ίδια, το δίπλωμα. Της έλειπε το θάρρος.

ΙΙάντα, όποτε καθόταν στο τιμόνι, ένιωθε σα να ήταν η πρώτη μέρα που τη διέταξε ο δάσκαλος οδήγησης να βάλει μπρός τη μηχανή του αυτοκινήτου αμέσως, χωρίς καμιά προεργασία. Ολόκληρο βουνό έπεσε και την πλάκωσε εκείνη τη στιγμή! Πώς θα γύριζε το διακόπτη; Κι αν έφευγε μοναχό του το όχημα; Πώς, αφού δεν ήξερε τίποτα από μηχανές και αυτοκίνητα, θα τολμούσε να εκτελέσει την εντολή του δασκάλου;

Βέβαια, ύστερα από μερικά μαθήματα, μπορούσε πιο άνετα να κάθεται στη θέση του οδηγού. Όμως, ένιωθε πάντα μια ανασφάλεια γι’ αυτό που έκανε. Και, όταν έφτασε η στιγμή της εξέτασης, έτρεμε το φυλλοκάρδι της. Αν έκανε κάποιο λάθος και την έκοβε ο μηχανολόγος, με τι μούτρα θα έβγαινε έξω από το αυτοκίνητο; Πώς θα αντίκριζε τους γνωστούς, που όλοι σχεδόν είχαν ενημερωθεί για το μεγάλο άλμα της να προσπαθήσει να γίνει κάτοχος διπλώματος, έστω και ερασιτεχνικού;

Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά της, όταν άκουσε από το δάσκαλο ότι πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις, που έλαμψαν τα μάτια της. Για μια στιγμή, πίστεψε ειλικρινά στον εαυτό της. Τα κατάφερε κι ας είχε τόσες φοβίες και προβληματισμούς. Ένιωσε τόσο ευτυχισμένη, που κέρασε για το συμβάν όχι μόνο τους γνωστούς, τους συγγενείς και τους συναδέλφους στην υπηρεσία της, αλλά και οποιονδήποτε έτυχε να συναντήσει εκείνη την ημέρα.

Τις πρώτες μέρες, δειλά δειλά, έπαιρνε το αυτοκίνητο, αλλά οδηγούσε πάντα με συνοδεία και μόνο στους άνετους δρόμους. Βέβαια, ποτέ τις ώρες της αιχμής! Διάλεγε τα διαστήματα της μέρας που κυκλοφορούσαν λίγα οχήματα. lΙοτέ τις πρωινές ώρες, που οι περισσότεροι βιάζονταν να πάνε στις δουλειές τους, ούτε κοντά στις δύο το μεσημέρι, που σχολούσαν και οι ουρές ήταν ατέλειωτες. Δεν ένιωθε και τόσο καλά, όταν βρισκόταν ανάμεσα σε πολλά οχήματα με τις σχετικές προσπεράσεις και όλα τα συναφή. Αν, μάλιστα, τύχαινε μπροστά της κανένα λεωφορείο ή τριαξονικό, το ακολουθούσε υπομονετικά, όσο μικρή κι αν ήταν η ταχύτητα του προπορευόμενου.

Μετά τις αρχικές παράτολμες εξορμήσεις, για να πάρει, λέει, τον αέρα του, πάλι… επαναπαύτηκε. Δεν το θεωρούσε απαραίτητο ούτε ένιωθε την ανάγκη να ξαναοδηγήσει. Εξάλλου, όπου κι αν ήθελε να πάει, έβρισκε πάντα τον τρόπο να μεταφερθεί. Έτσι, σιγά σιγά περνούσε ο καιρός και το δίπλωμα οδήγησης έμενε αχρησιμοποίητο. «Δεν το κορνιζώνεις, να μη σκονίζεται !», την πείραζαν οι γνωστοί που ζούσαν από κοντά το πρόβλημά της.

Ήρθε, όμως, κάποτε η στιγμή που έπρεπε οπωσδήποτε να δοκιμάσει ξανά. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις ήταν τέτοιες, που δεν επέτρεπαν να μένει το αυτοκίνητο στο πάρκιν κι αυτή να μεταφέρεται με ταξί ή με το αστικό στις δουλειές της. Ο σύζυγος, ωστόσο, αδυνατούσε να ανταποκριθεί και να κάνει συνέχεια τον προσωπικό σοφέρ.

Έτσι, τόλμησε και κάθισε ξανά στη θέση του οδηγού και μάλιστα χωρίς συνοδηγό τούτη τη φορά. Έλα όμως που είχε ξεχάσει σχεδόν τα πάντα από τότε. Θόλωσαν τα μάτια της από το ζόρισμα και την αγωνία που ένιωσε. Τα πόδια της δεν πατούσαν σωστά τα πετάλια από την τρεμούλα. Όμως, δεν εγκατέλειψε το πόστο της. «Πρέπει να τα καταφέρω, να τα ξεπεράσω όλα», σκέφτηκε.

«Μετά φόβου Θεού» ξεκίνησε σιγά σιγά ένα πρωινό για να πάει στην υπηρεσία της, σχεδόν μια ώρα πιο νωρίς, από τα «μαύρα μεσάνυχτα». Υπολόγιζε ότι από το σπίτι της μέχρι το γραφείο χρειάζεται περίπου είκοσι λεπτά. Αλλά, βάλε την κυκλοφορία των πάσης φύσεως  οχημάτων, βάλε τα φανάρια, βάλε την απειρία της, θεώρησε σκόπιμο ότι έπρεπε να φύγει πριν από μια ολόκληρη ώρα και όχι μόνο.

Τελικά είχε δίκιο. Γιατί, εκτός από όλα αυτά τα προβλήματα, πάντα υπάρχει και ο αστάθμητος παράγοντας. Πολλά μπορεί να συμβούν, που δεν τα έχεις καν προβλέψει, ενώ οδηγείς.

Βρισκόταν κοντά στα φανάρια και είχε σταματήσει με αναμμένη τη μηχανή στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, όταν είδε κάποιο άλλο αυτοκίνητο να την πλησιάζει από τα αριστερά. Είχε αφήσει, βέβαια, αρκετό χώρο από εκείνη την πλευρά, αλλά ο συνάδελφος οδηγός εννοούσε να πλησιάσει πολύ, κατεβάζοντας μάλιστα και το δεξιό παράθυρο. Κρύος ιδρώτας την περιέλουσε αμέσως. Μήπως είχε κάνει κάποιο παράπτωμα; αναλογίστηκε. Μήπως δεν είχε σταματήσει όπως έπρεπε; Και ενώ ήταν προετοιμασμένη να δεχτεί τις παρατηρήσεις του, έχοντας σφιχταγκαλιάσει το τιμόνι και με τα δυο της χέρια, εκείνος τη χαιρέτισε κανονικά, χαμογελώντας και κάνοντας μια χαριτωμένη κίνηση με το δεξί του χέρι. Ήταν ένας γείτονάς της !

Τι ήθελε ο ευλογημένος τη «χαιρετούρα»; Γιατί την κοψοχόλιασε; Ας έλειπαν τα καλημερίσματα τέτοια ώρα! Ανταπέδωσε, βέβαια, το χαιρετισμό, αλλά χωρίς να το καταλάβει, ελευθέρωσε από το πόδι της το πετάλι, κάπου μπερδεύτηκε και έσβησε η μηχανή. Ωστόσο άναψε το πράσινο, ενώ εκείνη ψαχνόταν για να ξαναβάλει μπροστά, έχοντάς τα «ολίγον έως πολύ» χαμένα. Τα κορναρίσματα των βιαστικών που βρίσκονταν πίσω έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την κατάσταση. Όσο κι αν προσπαθούσε και γύριζε το διακόπτη, δεν ήθελε να υπακούσει το «απείθαρχο» αυτοκίνητο.

Ύστερα από μεγάλη προσπάθεια ξεκίνησε, επιτέλους. Ήταν όμως τόση η ταραχή της, που αισθανόταν το κεφάλι της να στριφογυρίζει. Τα μάτια της είχαν κάνει μαύρους κύκλους από την πίεση, όπως διαπίστωσε αργότερα. Είχε χάσει τη διάθεσή της και από την τρομάρα του αναπάντεχου χαιρετισμού και από το απρόσμενο σβήσιμο της μηχανής. Ένιωθε μια ναυτία, σα να ‘χε αποβιβαστεί εκείνη την ώρα από το πλοίο της γραμμής, ύστερα από πολύωρο και με πολλά μποφόρ ταξίδι.

Ευτυχώς, δεν καθυστέρησε και τόσο πολύ. Έφτασε σχεδόν εγκαίρως στον προορισμό της. Όμως ένα καινούργιο πρόβλημα εμφανίστηκε πάλι στον ορίζοντα. Πώς και πού να παρκάρει; Για μια στιγμή, σταμάτησε στη μέση του μεγάλου δρόμου, δίπλα ακριβώς από την υπηρεσία της, ψάχνοντας για κάποια «ευρύχωρη θέση». Φυσικά, υπήρχαν δυο τρία κενά, αλλά όλα βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μικρά και μεγάλα. Δυσκολευόταν να το ριψοκινδυνεύσει και να μπει. Αν χτυπούσε  μπρος ή πίσω κάποιο από αυτά, προσπαθώντας να σταματήσει; Γιατί έπρεπε προφανώς να χρησιμοποιήσει την «όπισθεν» για να παρκάρει και δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με «δαύτην»!

Μέσα στην απελπισία της βρέθηκε ο «καλός Σαμαρείτης». Ένας συνάδελφός της πάρκαρε λίγο πιο πάνω, την ίδια στιγμή, το δικό του αυτοκίνητο. Ήταν ο «από μηχανής Θεός»! Είδε την απελπισία της, μπορεί και να θυμήθηκε και τα δικά του, όταν ήταν πρωτάρης, και προθυμοποιήθηκε να της το παρκάρει εκείνος. Δεν έβρισκε λόγια να τον ευχαριστήσει για το καλό που της έκανε και την έβγαλε από αυτόν τον αξεπέραστο, κατά τη γνώμη της, κόπο. Αμέσως, ξαλάφρωσε. Ανακουφίστηκε. Έγινε άλλος άνθρωπος. Ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει από πάνω της!

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας της, όμως, δεν έβγαινε από το μυαλό της η επιστροφή. Καλά έφτασε, καλά της τακτοποίησαν το αυτοκίνητο στο πάρκιν, αλλά ο γυρισμός; Από πού να κόψει κι από πού να στρίψει, ώστε να μη χαθεί με τις μονοδρομήσεις που είχε κάνει τελευταία η τροχαία; Συχνά της έδινε κουράγιο η σκέψη να πάει περιφερειακά κι ας γύριζε όλη την πόλη, σχεδόν. Τι πείραζε κι αν έκοβε μερικά χιλιόμετρα παραπάνω; Το ρεζερβουάρ είχε αρκετή βενζίνη!

Τόλμησε σε ένα διάλειμμα να συζητήσει με κάποιους έμπειρους συναδέλφους το πρόβλημά της και να τους ενημερώσει για την κρυφή της απόφαση να πάει από τον παραλιακό και να συνεχίσει μετά μόνο από κεντρικούς δρόμους. Δεν την αποπήραν, ας είναι καλά οι άνθρωποι! Συμμερίστηκαν την απειρία και τους φόβους της και πήραν τη μεγάλη απόφαση. Αφού σχολούσαν την ίδια ώρα με εκείνη, θα τη συνόδευαν και θα τη βοηθούσαν να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια, ώστε να πάει πιο σύντομα στο σπίτι της. Ανακουφισμένη, δέχτηκε με χαρά την ευγενική και γενναία προσφορά τους. Έτσι, μπόρεσε να συνεχίσει χωρίς άγχος την εργασία της μέχρι το μεσημέρι.

Ώρα δύο και μισή περίπου, το θέαμα στο φαρδύ δρόμο μπροστά στα γραφεία της υπηρεσίας ήταν το κάτι άλλο! Μπροστά, πήγαινε ο συνάδελφος με τη μηχανή του, μια οκτακοσάρα ΒΜV, στη μέση εκείνη με το φιατάκι της και πίσω οι άλλοι συνάδελφοι με τα δικά τους αυτοκίνητα. Η πομπή σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια! Μόνο η μπάντα του Δήμου και η στρατιωτική φρουρά, για να αποτίσουν τιμές, έλειπαν!

Ο κόσμος από τα πεζοδρόμια έβλεπε, παρατηρούσε, σχολίαζε το θέαμα, αλλά δε χειροκροτούσε. Κι ας υπήρχε τόση «επισημότητα και μεγαλοπρέπεια» στην ασυνήθιστη «ειδυλλιακή» αυτοκινητοπομπή!…

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Γυναίκα στο τιμόνι… χαχαχα!

    Σχόλιο από Τσουντάνης Γαβριήλ — 11 Αυγούστου 2008 @ 12:29 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: