Άγονη γραμμή

25 Αυγούστου 2008

Σκληρή εποχή για φαντάσματα

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 7:02 μμ
Tags:

Μάλλον θα πρέπει πρώτα να σας συστηθώ και μετά ν’ αρχίσω να σας ζαλίζω με την πολυλογία μου. Πάντα μου άρεσε να αποτυπώνω στον υπολογιστή τις σκέψεις μου, γιατί κανένας δεν είχε την διάθεση να μ’ ακούει να μιλάω. Όταν μιλούσα, ένιωθα την φωνή μου να χάνεται, όπως ένα φως, που συνεχώς ξεμακραίνει μέσα στο σκοτεινό πέλαγος, όπως μια κραυγή, που διαλύεται μέσα στο αδιάφορο πλήθος, που περνάει!

Λοιπόν ας μη πλατειάζω, έχω την τιμή να σας ανακοινώσω, πως είμαι φάντασμα! Τρομάξατε; Σιγά δεν είναι και τίποτα. Δεν σας κάνω πλάκα. Είμαι πράγματι φάντασμα. Ούτε εγώ ξέρω πως μου συνέβη, το έπαθα ξαφνικά, ενώ ταξίδευα. Είχα πάρει το αεροπλάνο να φύγω, δηλαδή ήθελα να το σκάσω από το σπίτι μου, να εξαφανιστώ μακριά από κάθε καταπίεση και το έκανα… μια για πάντα

Είχε καταντήσει μαρτύριο η ζωή μου, όλοι στο σπίτι με εκμεταλλευόντουσαν, δεν μου έδιναν σημασία, έκανε καθένας ότι ήθελε, από τον άντρα μου και τα παιδιά μου, μέχρι την πεθερά μου.

Έτσι ένα πρωί αποφάσισα, ότι είχα υποχρέωση, να προστατέψω τον εαυτό μου, πριν με τρελάνουν εντελώς – μια μικρή δόση την είχα ήδη αρπάξει – και ετοίμασα ένα σάκ-βουαγιάζ, με εντελώς απαραίτητα πράγματα. Ήταν πολύ δύσκολο να το σκάσω, χωρίς να το πάρει είδηση η πεθερά μου, αυτή όλα τα βλέπει και όλα τα ελέγχει, γι’ αυτό έβαλα το σάκ-βουαγιάζ, με τα λίγα πράγματα μου, μέσα σε μια μαύρη τσάντα σκουπιδιών, με προορισμό δήθεν τον κάδο, για να τα φυγαδέψω. Η μαμά καθόταν στην κουζίνα και έπινε καφέ, σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε διερευνητικά, για πού τόβαλες; με ρώτησε, τα σκουπίδια στον κάδο, απάντησα αθώα, στολισμένη; ξαναρώτησε καχύποπτα, θα πάω και για ψώνια, έδωσα αναφορά. Μου ζήτησε να περιμένω και έριξε μέσα στην τσάντα των σκουπιδιών, δηλαδή πάνω στο σάκ-βουαγιάζ με τα λίγα πράγματα μου, άλλη μια νάιλον με σκουπίδια, από τον νεροχύτη!

Τέλος πάντων τα κατάφερα και το έσκασα και η αγωνία μου τελείωσε μόνο, όταν κάθισα στο κάθισμα του αεροπλάνου. Τότε ηρέμησα και έκλεισα τα μάτια μου, γι’ αυτό δεν κατάλαβα τι συνέβη. Ξαφνικά βρέθηκα να πετάω μεταξύ ουρανού και θάλασσας. Χωνόμουνα μέσα στα άσπρα και γαλάζια σύννεφα, για να απολαύσω την απαλή αίσθηση, που δημιουργούσαν. Ένιωθα μεγάλη χαρά που ήμουν τόσο ανάλαφρη, ούτε γραμμάριο δεν θα ζύγιζα. Σ’ όλη μου την ζωή έκανα μεγάλο αγώνα ν΄ αδυνατίσω και δεν τα κατάφερνα. Τι πείνα είχα περάσει δεν περιγράφεται! Ξέρετε πόση υπομονή μου χρειαζότανε , για ν’ αντέξω το ειρωνικό βλέμμα κάθε πωλήτριας μπουτίκ, όταν την ρωτούσα για το νούμερο μιας μπλούζας, που μου άρεσε;

Ωχ! Πρέπει να προσέξω! Δεν έχουν όλα τα σύννεφα την απαλότητα που νόμιζα. Όταν κατεβαίνω χαμηλά είναι γεμάτα σκόνη και μυρίζουν καπνό, βενζίνη και βόμβες μολότοφ.

Πάντως δεν χάρηκα για πολύ την απίστευτη ελαφρότητα του είναι μου, γιατί γύρω μου επικρατούσε πανικός. Άλλος πετούσε ψηλά, άλλος έπεφτε στην θάλασσα, άλλοι περνούσαν βιαστικοί και τους οδηγούσε ένας κύριος με άσπρα ρούχα και φτερά, ούτε ξέρω τι γινότανε, μέσα στον συνωστισμό έχασα τον δρόμο μου. Βέβαια, πάντα μου συνέβαινε αυτό, στα καλά του καθουμένου έχανα τον προσανατολισμό μου και βρισκόμουνα αλλού αντί αλλού, όταν οδηγούσα και δεν ήταν κανένα παιδί μαζί μου, να μου υποδεικνύει τον δρόμο.

Χάθηκα λοιπόν και δεν ήξερα σαστισμένη προς τα που να πάω. Τότε άκουσα ένα γοερό κλάμα και το ακολούθησα. Ήταν η Λένα, η μικρή μου κόρη που έκλαιγε απελπισμένα, όμως εγώ δεν ένιωθα καμιά ανησυχία, παράξενο, γιατί αγχωνόμουνα, για τα πάντα. Τώρα μια γλυκιά γαλήνη με πλημμύριζε, που δεν την τάραζε, ούτε μια τόσο σοβαρή αιτία, όπως η απελπισία του παιδιού μου, που  όμως ακολουθώντας την, έφθασα στο σπίτι μου.

Δεν χρειάστηκε να χτυπήσω την πόρτα, κατά περίεργο τρόπο πέρασα μέσα απ’ αυτήν. Ωραίο κόλπο, αλήθεια πώς το κατάφερα; Γύρισα πίσω περνώντας πάλι μέσα από το ξύλο και ξαναμπήκα, διασκεδάζοντας το. Το σπίτι μου ήταν γεμάτο κόσμο. Πώς συγκεντρώθηκαν ξαφνικά, όλοι μαζί, θείοι, θείες, ξαδέλφια, κουμπάροι φίλοι, γείτονες; Πολλούς απ’ αυτούς είχα καιρό να τους δω. Καθόντουσαν περίλυποι, κάποιοι ήταν όρθιοι παρέες – παρέες, έπιναν καφέ ρουφώντας δυνατά  και μιλούσαν χαμηλόφωνα.

Περνούσα ανάμεσα τους, χωρίς να με βλέπουν, προσπαθούσα να μάθω τι συμβαίνει, αλλά όπως πάντα κανένας δεν μου μιλούσε.

Κάθισα στον καναπέ, δίπλα στην πεθερά μου, που έκλαιγε, πίνοντας καφέ. Παρατήρησα το καινούριο, κομψό, μαύρο συνολάκι με την δαντέλα στο μπούστο, που φορούσε. Της πήγαινε τέλεια, πάντα της ήταν κομψή και ωραία, καμία σχέση με μένα, αλλά τώρα δεν ένιωσα το κόμπλεξ κατωτερότητας, που μόνιμα κυριαρχούσε μέσα μου μπροστά της.

Ο άντρας μου στεκόταν όρθιος με το φλιτζάνι στο χέρι, σε κακή κατάσταση, ξενυχτισμένος και με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα. Δίπλα του η καλή μου φίλη, η Ντόρα, του μιλούσε γλυκά παρηγορώντας τον. Τι γλυκιά που είναι, θα της χρωστάω υποχρέωση, για την καλοσύνη της!

Η αδελφή του άντρα μου και κόρη της μαμάς, κάθισε πάνω μου, στον καναπέ. Έβαλα τις τσιριές – δεν βλέπεις μπροστά σου κυρά μου; – αλλά τότε συνέβησαν δυο παράξενα. Εγώ πέρασα μέσα από το κορμί της και βρέθηκα καθισμένη ανάμεσα τους, καλά πώς χώρεσα; – η απίστευτη ελαφρότητα που λέγαμε; Τελικά έχω γίνει πολύ κολπατζού τελευταία. Το δεύτερο παράξενο ήταν, πώς κανένας δεν άκουσε τις φωνές μου. Όχι δηλαδή, ότι τις άκουγαν και ποτέ, αλλά τώρα κανένας δεν έδειξε να ξαφνιάζεται. Παρ’ όλα αυτά εγώ δεν έχανα την αταραξία και την αγαλλίαση μου, σαν να βρισκόμουν στον παράδεισο.

Είπα παράδεισο; Λες, κάτι τέτοιο να μου συμβαίνει; Γι’ αυτό οι παρευρισκόμενοι  με λυπούνται; Συζητούν για ένα αεροπορικό δυστύχημα και αναρωτιούνται περίλυποι, τι να ζητούσα στο αεροπλάνο, ώρα που έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι μου και να μαγειρεύω την σούπα της μαμάς, τα παϊδάκια του άντρα μου, το χάμπουργκερ του γιου μου και το πιλάφι της μικρής;

Η μεγάλη μου κόρη, η Έλλη, παρακολουθεί στην Αθήνα μια ιδιωτική σχολή και της στέλνω όλο το μενού της εβδομάδας, κάθε Κυριακή με το καράβι. Δηλαδή σπούδαζε, γιατί τα παράτησε, λέγοντας διάφορες περίεργες δικαιολογίες, περί άνευ αξίας διπλωμάτων, ανεργίας μορφωμένων και άλλα διάφορα. Όλα αυτά άρχισε να τα λέει και να τα κάνει, όταν τάμπλεξε, μ’ ένα ύποπτο νεαρό, που οι φήμες έλεγαν για ναρκωτικά και αναρχικές οργανώσεις και έσερνε την κόρη μου σε διαδηλώσεις, όπου πετούσαν στους αστυνομικούς αυγά, πέτρες και πορτοκάλια. Την ρώτησα αν ο μπαμπάς του νεαρού, είχε μανάβικο και μούκλεισε το τηλέφωνο. Πάντα θύμωνα με την πεθερά μου, που έπαιρνε το μέρος της και δεν μπορούσα να την μαλώσω, όταν έτρεχε στις καταλήψεις του σχολείου της. Όταν πήγε να συζήσει με τον ύποπτο νεαρό, εγώ φρίκαρα, κατά το δικό τους λεξιλόγιο.

«Αρκετά έκλαψες, έλα σταμάτα πια, κοντεύω να το πιστέψω πως στεναχωριέσαι», άκουσα δίπλα μου να λέει στην πεθερά μου, η κόρη της. Εκείνη αναστέναξε βαθιά και με βραχνή, από το κλάμα φωνή, απάντησε:

«Δεν είμαι αναίσθητη και σκυλάκι να χάσει κανείς, θα λυπηθεί». Άνθρωπος ήμουνα κυρά μου, όχι σκυλάκι, αλλά δεν αγανάχτησα.

Η κόρη συνέχισε:

«Δεν μου λες, πώς είμαστε σίγουροι ότι σκοτώθηκε το ελεφαντάκι; Επειδή βρέθηκε τ’ όνομα της στην λίστα των επιβατών; Εσύ ήξερες, ότι θα ταξίδευε; Κρυφή πληγή η κυρία έτσι; Μπορεί λοιπόν να μη βρισκόταν στο αεροπλάνο και ν’ αγόρασε εισιτήριο, για να μας μπερδέψει, όλα να τα περιμένεις απ’ αυτήν, ακόμη και ν’ αναστηθεί, είναι ικανή».

Πω, πω γλώσσα! Ποιόν αποκάλεσε ελεφαντάκι, εμένα; Μου είχαν δώσει παρατσούκλι λοιπόν; Γι’ αυτό στην γιορτή μου, η κόρη μου έφερε δώρο ένα ελεφαντάκι, τονίζοντας μου, πως ήταν κρυστάλλινο; Πώς μπορούσα εγώ να σκεφτώ τόση ραδιουργία, λες και ήξερα εκ των προτέρων, πως το αεροπλάνο θα έπεφτε!

Τις άφησα στον καναπέ να με παινεύουν και ανέβηκα πάνω στα δωμάτια, να βρω την μικρή μου Λένα. Καθόταν στο κρεβάτι της και έκλαιγε. Το μοναδικό, ειλικρινές κλάμα για μένα. Κάθισα κοντά της και σήκωσα το χέρι μου να την χαϊδέψω, όμως δεν μπορούσα να το κάνω. Προσπάθησα να μεταδώσω στην καρδιά της την χαρά και την ευτυχία που ένιωθα. Πράγματι, σκούπισε τα μάτια της και άρχισε, να με σκέφτεται με αγάπη.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και εισέβαλλε στο δωμάτιο η Έλλη και μαζί της ένας νεαρός με κοτσίδα και σκουλαρίκι στην μύτη. Λοιπόν είχε αφήσει τις σπουδαίες ασχολίες της, για χάρη μου και είχε έρθει εδώ; Πώς τόλμησε να φέρει μαζί της και αυτόν που ήταν η καταστροφή της; Της είχα δηλώσει, πως μόνο πάνω από το πτώμα μου, θα γινόταν αυτό. Λες;

Καλύτερα να κατεβώ κάτω. Δεν επιτρέπεται στα φαντάσματα να θυμώνουν, έχω αρχίσει να το πιστεύω, πως είμαι φάντασμα. Στην σκάλα συνάντησα τον άντρα μου με την Ντόρα. Δεν τον αφήνει μόνο του η καλή μου φίλη, τον φροντίζει με αφοσίωση. Θα ήθελα να την ευχαριστήσω, γιατί του συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες, που περνάει.  Η Ντόρα αγκάλιασε τον άντρα μου και τον φίλησε περιπαθώς, ψιθυρίζοντας του:

«Επιτέλους αγάπη μου, τώρα μπορούμε να παντρευτούμε». Απόμεινα άφωνη να τους κοιτάζω. Δεν το είχα φανταστεί, τόσο χαζή υπήρξα; Θα ήθελα να της απαντήσω:

«Σιγά, εγώ σας εμπόδιζα να παντρευτείτε; δεν σας εμπόδιζα να έχετε σχέσεις κρυφά κάτω από την μύτη μου και να με προδίδετε ασύστολα. Λες τώρα ιστορίες τρέλας, πρόσεξε μόνο, μήπως κοροϊδεύει και σένα, αφού το έχει σύστημα».

Γιατί δεν είχα υποψιαστεί, πως κάτι συνέβαινε; Αφού με παραμελούσε , με αγνοούσε, με υποτιμούσε, μου γύριζε την πλάτη, με ειρωνευότανε για το πάχος μου. Έπαιρνα όρκους, ότι θα χάσω κιλά και θα γίνω κομψή και έκλαιγα πληγωμένη, μασουλώντας σοκολατάκια τα βράδια της μοναξιάς μου. Πώς με πλήρωνε για τις θυσίες μου, για τις οικονομίες που έκανα, στερώντας μόνο τον εαυτό μου και ποτέ τους άλλους, όταν συντετριμμένος μου εξομολογήθηκε, πως έχασε όλες μας τις οικονομίες στο χρηματιστήριο! Μου είχε ζητήσει να μη το μάθει η μαμά του, γιατί αυτό θα την σκότωνε. Σε μένα οφείλει λοιπόν, την ζωή της μαμάς.

Να και ο Δημήτρης, ο μοναχογιός μου, το καμάρι μου, το καλό μου, το έξυπνο μου, παιδί! Φυσικά ο Δημήτρης είναι πιο έξυπνος από τα κορίτσια, σ’ αυτόν είχα τις ελπίδες μου, να γίνει επιστήμονας. Τελειώνει το Λύκειο φέτος και αυτό ήταν το άγχος και ο αγώνας μου. Σε όλα τα μαθήματα έκανε ιδιαίτερα ο φωστήρας μου και όλες τις ώρες κάθε  απόγευμα τον έτρεχα για μάθημα, σε όλα τα σημεία της πόλης.

Αλλά χθες το μεσημέρι και ενώ πλησιάζουν οι μέρες για τις Πανελλήνιες, γυρίζοντας στο σπίτι μου, βρήκα στη μέση του καθιστικού μια νραμς. Ξέρετε εκείνο το τεράστιο όργανο που βγάζει τρελούς ήχους. Ο γιος μου καθόταν πάνω του και το βροντοχτυπούσε με μανία.

«Τι έπαθες αγόρι μου, τι έγινε;» φώναξα με όλη μου την δύναμη, μα δεν με άκουγε. Κυριαρχούσαν οι τρελοί ήχοι. Απελπισμένη τηλεφώνησα στον άντρα μου. Μου έβαλε τις φωνές.

Να μην καταπιέζω το παιδί, λέει, εκείνος του αγόρασε το όργανο της συμφοράς, δεν θέλει το παιδί να σπουδάσει, εγώ θέλω και να το αφήσω ήσυχο, εξάλλου οι φοιτητές τεμπελιάζουν όλο τον χρόνο, από απεργία, σε κατάληψη. Ας αφήσω, λέει το παιδί, να κάνει κάτι δημιουργικό. Τέτοια συνεννόηση και ταύτιση απόψεων επικρατούσε ανάμεσα μας!

Ήθελα να κλάψω, αλλά ήταν αδύνατον να το κάνω με την ησυχία μου. Δεν μπορούσα να ζήσω μέσα σ’ αυτόν τον παραλογισμό και τα μάζεψα. Όπως πάντα δεν πρόσεξα, φαίνεται θα άνοιξα κάποια λάθος πόρτα μέσα στο αεροπλάνο και να τ’ αποτελέσματα.

Πλησίασα τον γιο μου και του ψιθύρισα στ’ αυτί:

«Αγόρι μου, άφησε τις τρέλες και σκέψου σοβαρά το μέλλον σου, διάβασε να προκόψεις»

Ο Δημήτρης κοίταξε γύρω του, τρομαγμένος και ανήσυχος. Ο άντρας μου τον πλησίασε.

«Τι συμβαίνει παιδί μου;»

«Άκουσα την φωνή της μαμάς».

«Δεν σας το είπα; αυτή είναι ικανή να είναι εδώ», φώναξε η κουνιάδα μου και πετάχτηκε όρθια από τον καναπέ και έψαχνε γύρω της.

«Πολλές ταινίες βλέπεις αδελφή και συ αγόρι μου φυσικό είναι να σκέφτεσαι συνεχώς την μαμά σου, αλλά προσπάθησε να είσαι ψύχραιμος αυτές τις ώρες», έβαλε τα πράγματα στην θέση τους, ο άντρας μου με την ακατανίκητη λογική του.

Σκληρή εποχή για φαντάσματα. Δεν τα υπολογίζουν πια, δεν πιστεύουν στην ύπαρξη τους, ούτε άφησαν ένα πύργο, χωρίς να τον δώσουν για αντιπαροχή, να κατοικήσουν ανενόχλητα. Πώς να υπάρχω μες την ατέρμονη βουή του κόσμου! Καλύτερα να σκεφτώ το δικό μου μέλλον, σαν φάντασμα.

Μα να έξω από το τζάμι του παραθύρου, κάποιος μου κάνει νοήματα. Σ’ εμένα γνέφει; Είναι ένας κύριος με άσπρα και εγώ δεν μπορώ ν’ αντισταθώ στο κάλεσμα του. Κλείνω τον υπολογιστή και τρέχω να τον συναντήσω. Όχι από την πόρτα, περνάω μέσα από τον τοίχο. Μου αρέσει αυτό το κόλπο.

Advertisements

3 Σχόλια »

  1. Μέσα στο ιδιότυπο ολογράφημα ,του οποίου εικάζεται ότι είμαστε όλοι και όλα μέλη , το <> τείνει να καταγράψει, εν ολίγοις ,με μέσο διάμεσο την όποια γνώση ,την όποια άγνοια ή την όποια φαντασία , πώς οι ένοιες ΜΈΛΛΟΝ ΠΑΡΕΛΘΌΝ ΠΑΡΌΝ σε ένα σύμπαν κυρτό ειναι ανυπόστατες , μαζι και παραλληλα με την όποια ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ θα έιχε περίσσευμα ενέργειας , ώστε να τολμήσει να την δαπανήσει γιά να στοιχειοθετήσει ενδεχομένως το δόκιμο ή το αδόκιμο του τετραγωνισμού του κύκλου ή τον θάνατο της ζωής ή τον θάνατο του θανάτου ή την ζωή της ζωής .

    Σχόλιο από Σωτήρης — 12 Σεπτεμβρίου 2008 @ 1:05 μμ | Απάντηση

  2. Αγαπητέ Σωτήρη,
    το κείμενο μου είναι διήγημα χιουμοριστικό και σατυριστικό. Δεν εκφράζω επιστημονικές απόψεις και έννοιες. Θέλω με ανάλφρο τρόπο, να θείξω σύγχρονα προβλήματα. Γιατί πιστεύω, πως το γέλιο θα μας σώσει από τη παράννοια
    σ’ ευχαριστώ

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 30 Σεπτεμβρίου 2008 @ 10:27 πμ | Απάντηση

  3. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας, κ. Στέλλα!!

    Σχόλιο από roula — 1 Οκτωβρίου 2008 @ 12:19 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: