Άγονη γραμμή

31 Αυγούστου 2008

Η πορεία του μαλλιού των προβάτων από το μποκάρι ως το τελλάρο (αργαλειό)

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 8:17 μμ
Tags:

1. Ξεδιάγκρισμα. Τα μαλλιά κάθε προβάτου κατά την κουρά τα έκαναν μπόγους, που τα έλεγαν μποκάρια. Όταν έβαναν μπροστά οι νοικοκυρές τη διαδικασία της επεξεργασίας των μαλλιών, γιατί σχεδίαζαν να στήσουν φασίδι, η πρώτη τους δουλειά ήταν το ξεδιάγκρισμα. Άνοιγαν κάθε μποκάρι κι άρχιζαν να τραβούν τα μαλλιά για να τα αραιώσουν κάπως για να φύγουν τα μεγάλα σκουπίδια που είχαν μπλεχτεί ανάμεσά τους, αγκάθια, ξυλάκια, ατριβόλοι, ξεραμένες κοπριές και άλλα.

2. Ζεμάτισμα. Σε ένα μεγάλο τσικάλι (μικρό καζάνι) έβραζαν νερό, βουτούσαν μέσα τα μαλλιά για λίγο, τα ανάσερναν και τα έβαζαν σε ένα κοφίνι. Τις περισσότερες φορές η εργασία αυτή γινόταν στη βρύση του χωριού για να ακολουθήσει αμέσως στον ίδιο χώρο το πλύσιμο.

3. Πλύσιμο . Με μπόλικο κρύο τρεχούμενο νερό στον αλογό της βρύσης του χωριού ξέπλεναν σχολαστικά τα μαλλιά, καθαρίζοντάς τα και από τα μικροσκουπιδάκια που δεν είχαν φύγει κατά το ξεδιάγκρισμα.

4. Άπλωμα. Για να στεγνώσουν τα άπλωναν στους μαντρότοιχους, στους τροχάλους, και στις συκιές που ήταν εκεί κοντά στη βρύση.

5. Ξάσιμο. Με την εργασία αυτή τα πλοκάμια των μαλλιών αραίωναν εντελώς, σχεδόν τρίχα-τρίχα, για να μπορούν μετά να γνέθονται. Όλη η δουλειά γινόταν με τα χέρια. Το ένα χέρι της νοικοκυράς, ακουμπισμένο στην ποδιά, κρατούσε κι έσφιγγε μια ποσότητα άξαστο μαλλί. Το άλλο χέρι τραβούσε συνεχώς πιάνοντας λίγες- λίγες τις τρίχες. Όταν έξενε μια ποσότητα, την τύλιγε κάπως σε σχήμα κυλινδρικό και σχημάτιζε ένα τουλούπι. Το έβαζε στην άκρη και συνέχιζε. Κι όταν σταματούσε την εργασία το βράδυ, μετρούσε: «τόσα τουλούπια έκαμα σήμερο. Δόξα σοι ο Θεός».

Όταν ετοιμαζόταν να στήσει μεγάλο φασίδι, πολλές πήχες (πολλούς πήχεις), για να υφάνει πολλές πατανίες, χιράμια κλπ, τα μαλλιά ήταν πολλά, η δουλειά ήταν πολλή, η νύφη κι ο γαμπρός μπορεί να βιάζονταν, χρειαζόταν βοήθεια. Τότε οργάνωνε ομαδικό ξαστό. Καλούσε γειτόνισσες, συγγενείς, φιλενάδες: «Συντέκνισσα, αύριο βράδυ θα ‘χω στο σπίτι ξαστό, κι α(ν) σου βολεί (αν ευκαιρείς), να ‘ρθεις να βοηθήσεις».

Μαζεύονταν λοιπόν κάμποσες γυναίκες, και ξένανε μέχρι αργά τη νύχτα. Με τραταρίσματα και μεζέδες που είχε ετοιμάσει η σπιτονοικοκυρά, με ιστορίες, κουτσομπολιά, παραμύθια, αινίγματα, γλωσσοδέτες κι αστεία περνούσε ευχάριστα η ώρα.

6. Χειροχτένισμα. Η εργασία αυτή γινόταν για να ξεχωρίσει το καλό, μακρύ μαλλί που προοριζόταν για στημόνι, (ή και υφάδι σε μερικές περιπτώσεις, θα πούμε παρακάτω), και το λέγανε ρασέ, από αυτό της δεύτερης κατηγορίας που θα γινόταν μόνο υφάδι για άλλες χρήσεις και το λέγανε κόμπους.

Τοποθετούσαν στα «δόντια» του ενός χειρόχτενου μισό τουλούπι μαλλιά κι ύστερα με το άλλο χειρόχτενο άρχιζαν να το χτενίζουν καλά κι από τις δυο μεριές. Τραβούσαν μετά αργά και προσεκτικά το χτενισμένο μαλλί κι έπαιρναν έτσι μια μικρή ποσότητα καλό, ίσιο, με τις πιο μακριές τρίχες. Το διαλεγμένο από 5-6 χειρόχτενα το έστριβαν λίγο κι έπαιρνε το σχήμα μεγάλου κότσου μαλλιών στο

Τα χειρόχτενα

κεφάλι γυναίκας. Αυτό το λέγανε αλεκατισιά. Όσα μαλλιά μένανε στα δυο χειρόχτενα κάθε φορά, ήταν οι κόμποι που γράψαμε πιο πάνω.

7. Κλώσιμο (γνέσιμο). Το κέντημα ‘ναι γλέντισμα κι η ρόκα ‘ναι σεργιάνι, μα ο παντέρμος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.

Έτσι λέγανε τότε οι γυναίκες. Και πραγματικά. Πολλές κρατούσαν τη ρόκα κι έκλωθαν περπατώντας. Πήγαιναν για βεγγέρα στη γειτονιά με τη ρόκα και το αρδάχτι (αδράχτι) τους, κουβέντιαζαν, άκουγαν, και τη δουλειά τους την έκαναν.

Τις αλεκατισιές που είπαμε πιο πάνω τις έκλωθαν μόνο με ρόκα από αυτές που φυτρώνουν στα χωράφια, που τις λέγανε τότε ακοκλασόροκες. Τους κόμπους τους έκλωθαν και με ρόκα από καλάμι.

Η ρόκα και το αρδάχτι

Το λεπτό νήμα που έφτιαχναν από τις αλεκατισιές, τη ρασέ, το έβαζαν στημόνι και υφάδι για να υφάνουν ύφασμα για ράσα (ολόμαλλες κάπες), ρασόβρακες (είδος ανδρικού πανταλονιού) και γρίτζους (ένα είδος κοντού σακακιού, κάτι σαν τα σημερινά μπουφάν). Το ύφασμα για τα πιο πάνω, πήγαινε για επεξεργασία (πάτημα) στη ρασοτριβή. Τέτοιο «μηχάνημα», ας το πούμε έτσι, είχαν συνήθως και οι νερόμυλοι που άλεθαν το σιτάρι. Επίσης με τη ρασέ στημόνι ύφαιναν σακούλες για τον καρπό και το αλεύρι, σπορόβουργες, και βουργιάλια ράσινα.

Το τυλιγάδι

Έφτιαχναν τους κουσκουσέδες, τα σχέδια στις πατανίες, τα δέματα (κρόσσια) σε όλα τα μάλλινα σκεπάσματα, πλέκανε μποξάδες (είδος μπέρτας που σταύρωνε μπροστά και γυρίζοντας πίσω έδενε κόμπο στην πλάτη) για τις γυναίκες και άλλα.

Το νήμα που έφτιαχναν από τους κόμπους, που ήταν πιο χοντρό, το χρησιμοποιούσαν μόνο σαν υφάδι, γι αυτό και το λέγανε σκέτο «φάδι», για να υφάνουν όλα τα μάλλινα σκεπάσματα: κιλίμια, χιράμια, πατανίες κλπ. Έπλεκαν επίσης μάλλινες φανέλες των ανδρών. Ζακέτες και πουλόβερ δεν πλέκανε πολύ παλιά. Την κατοχή άρχισαν να πλέκουν ζακέτες, ζιλέδες (πουλόβερ), ακόμη και φορέματα μάλλινα.

Στο τυλιγάδι. Όταν το αδράχτι γέμιζε και βάραινε, το νήμα έπρεπε να περάσει στο τυλιγάδι. Ένα γεμάτο αδράχτι κλωστή που τυλιγόταν στο τυλιγάδι, αποτελούσε ένα μονό. Με πέντε ως έξι μονά το τυλιγάδι γέμιζε και όλο αυτό το νήμα λεγόταν διπλό.

Όπως ήταν γεμάτο το τυλιγάδι, το πήγαιναν στη βρύση και το μούσκευαν καλά. Το άφηναν να στεγνώσει εντελώς και τότε μόνο έβγαζαν το διπλό και το φύλαγαν. Αν έβγαζαν το διπλό από το τυλιγάδι χωρίς να το βρέξουν, το νήμα εκατζουρήδιανε (έστριβε). Τη ρασέ όμως δεν τη μούσκευαν με κρύο νερό αλλά με βραστό.

9. Βαφή: Γέμιζαν τα αδράχτια, άδειαζαν. Γέμιζαν τα τυλιγάδια, άδειαζαν κι αυτά και γέμιζαν τα τσουβάλια φάδια. Δεκαπέντε και είκοσι οκάδες φάδια για να στήσουν φασίδι και να υφάνουν 6 – 10 σκεπάσματα. Τα φάδια όμως έπρεπε πρώτα να βαφούν στα χρώματα που ήθελε η κάθε νοικοκυρά. Πριν εμφανιστούν οι ειδικές χημικές μπογές στο εμπόριο, χρησιμοποιούσαν υλικά που έπαιρναν από τη φύση. Με τα λουλούδια της ξυνίδας έβαφαν τα φάδια κίτρινα. Σε όποιο χωριό δεν υπήρχε αυτό το χόρτο, φρόντισαν και το έφεραν από αλλού κι από τότε γέμισαν τα χωράφια και δεν εξολοθρεύεται με τίποτα πια

Η ανέμη

10. Από την ανέμη στα μασούρια. Όπως ήταν το κάθε διπλό βγαλμένο από το τυλιγάδι, βαμμένο βέβαια όπως είπαμε, το τοποθετούσαν στην ανέμη. Έβαζαν το θρομίλι στην πεζούλα και κάθιζαν πάνω του. Έπαιρναν τον άρδαχτο, του έβαζαν το μασούρι ή το καλαμουκάνι, στερέωναν σ’ αυτό την άκρη της κλωστής, τοποθετούσαν την άκρη του άρδαχτου στην τρύπα του θρομιλιού, κι άρχιζε το γύρισμα. Γύριζε ο άγδαχτος, γύριζε και η ανέμη, ξετυλιγόταν η κλωστή και τυλιγόταν στο μασούρι.

Το θρομίλι και ο άρδαχτος με το μασούρι

Αν το νήμα ήταν για στημόνι, το τύλιγαν σε καλαμουκάνια, δηλαδή χοντρά καλάμια με περίπου 30 πόντους μήκος, για να γίνει από αυτά το διάσιμο. Αν προοριζόταν για υφάδι, τα χοντρά μάλλινα φάδια τα τύλιγαν (χωρίς άρδαχτο φυσικά) σε μπαμπαφίκους, δηλαδή ίσια ξυλάκια 30 πόντους, που τους περνούσαν από τις κλωστές του στημονιού, όταν ύφαιναν, σπρώχνοντάς τους με το χέρι κι όχι με τη σαϊτα. Αν ήταν λεπτή κλωστή, την τύλιγαν σε μασούρι, δηλαδή σε λεπτό καλάμι, μικρό για να χωρεί στη σαϊτα.

11. Διάσιμο, τύλιγμα, μιτοχτένιασμα.

Τούτες τις τρεις εργασίες δε μπορούσαν όλες οι νοικοκυρές να τις κάνουν. Υπήρχαν ελάχιστες σε κάθε στο χωριό, ειδικευμένες γι αυτά (διάστρες), και τις καλούσαν όλες οι άλλες .

Οι φάσεις αυτές ήταν αρκετά περίπλοκες και δεν περιγράφονται εύκολα. Γι αυτό δε θα ασχοληθούμε με λεπτομέρειες.

Οι κλωστές από τα καλαμουκάνια γίνονταν ένα σύνολο και σταύρωναν (διάσιμο). Έπειτα τυλίγονταν στο πίσω αντί του αργαλειού (τύλιγμα) και τέλος περνούσαν μία-μία από τους μίτους και το χτένι (μιτοχτένιασμα).

Μάλλινα υφαντά

Ο αργαλειός επιτέλους ήταν έτοιμος. Έμπαινε η κοπελιά μέσα και:

«Όλη μερα τακ – τακ, τακ,

τουκ, τουκ – τουκ, τουκ,

το πέταλλό σου κάνει.

και το πανί σου κι η απατή σου,

σε πειρασμό με βάνει», που τραγούδησε και ο Κώστας Μουντάκης.

Κι o ερωτευμένος νεαρός, που κουραζόταν να περιμένει να τελειώσει το φασίδι για να παντρευτεί την αγαπημένη του, της έκανε νυχτερινή καντάδα και της τραγουδούσε:

«Ακόμη δεν το ξ’ ύφανες το έρμο το παντέρμο

κι έσκισα τα στιβάνια μου, ν’ ανεβακατεβαίνω».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες είναι από το Λαογραφικό Μουσείο Σελλιών

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Reblogged this on Sotiriou Handicrafts.

    Σχόλιο από mariazil — 20 Μαΐου 2015 @ 9:41 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: