Άγονη γραμμή

16 Σεπτεμβρίου 2008

Τετρακόσια χρόνια σκλαβιά, τι θέλεις;

Filed under: Γιάννης Γ. Τσουδερός — Άγονη Γραμμή @ 6:13 μμ
Tags:

Από τον γιατρό Γιάννη Γ. Τσουδερό

Συχνή αναφορά για την κακομοιριά μας η επικεφαλίδα του άρθρου. Πιστεύομε σ’ αυτή τη δικαιολογία αβασάνιστα, έτοιμοι να στρογγυλοκαθίσομε στο κισμέτ μας. Βλακείες. Ύπουλοι, δηλητηριώδεις μύθοι που μας κρατούν απαίδευτους και έτοιμους να ενδώσομε και να λειτουργήσομε σύμφωνα με τις υποδείξεις των έξωθεν φίλων μας.

Για να διερευνήσω την παραπάνω συλλογιστική άρχισα να ψάχνω κάποια κιτάπια της ιστορίας μας, γραμμένα από ντόπιους και ξένους ιστορικούς και από άλλους προβληματισμένους περί την ιστορίαν.Υποχρεωτικά έπρεπε ν’ αρχίσω από το τέλος του Βυζαντίου, γιατί από κει και πέρα δημιουργήθηκαν τα … τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, που τα επικαλούμαστε για να δικαιολογήσομε την κακομοιριά μας.

Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, ολόκληρη πλέον η πρώην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, ή του Βυζαντίου, προσαρτάται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αυτοκράτορα το σουλτάνο Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή. Αυτός γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι η αχανής έκταση και η ιστορική παράδοση της νέας κρατικής οντότητας, καθιστούν πολύ δύσκολη την ενιαία διοίκηση της και ότι η πιο κατάλληλη λύση θα ήταν να προσεταιριστεί τους γηγενείς πληθυσμούς της επικράτειάς του. Διαίρεσε, λοιπόν, τον λαό της αυτοκρατορίας του σε μιλέτια (κάτι σαν τις σημερινές εθνότητες). Καθιέρωσε έξη μιλέτια. Το πρώτο και κυρίαρχο ήταν το οθωμανικό. Ακολουθούσαν τα δύο μιλέτια των «λαών της Βίβλου», το εβραϊκό και το ελληνικό, το οποίο ήταν το δεύτερο σε μέγεθος πληθυσμιακά, μετά το οθωμανικό, και το ονόμαζαν οι Οθωμανοί millet rum. Ακολουθούσε μετά το γρηγοριανοαρμενικό μιλέτι, το καθολικό και τελευταίο και μεταγενέστερο το προτεσταντικό. Να σημειωθεί ότι μέσα στο ελληνικό μιλέτι περιλαμβάνονταν και άλλοι λαοί, που ήταν μόνον ορθόδοξοι χριστιανοί, όπως οι Ρουμάνοι, οι Σέρβοι, οι Βλάχοι, οι άραβες χριστιανοί και οι Αλβανοί. Την αρχηγία του ελληνικού μιλετιού την είχε πάντοτε ο ορθόδοξος έλληνας πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος από τους μωαμεθανούς εθεωρείτο ως αρχηγός «λαού της Βίβλου». Η εκλογή του αρχηγού του κάθε μιλετιού εγκρίνονταν φυσικά από το Σουλτάνο.

Η διοικητική αυτονομία των μιλετιών ήταν μεγάλη, μεγαλύτερη από την αυτοδυναμία που είχε το Πατριαρχείο στην εποχή του Βυζαντίου. Ο πρώτος αρχηγός του ελληνικού μιλετιού ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος, ένας φανατικότατος αντιενωτικός των εκκλησιών, όπως ακριβώς συνέφερε και στο Διβάνι. Σε αντάλλαγμα της εξουσίας που δόθηκε στις εκκλησίες, το οθωμανικό κράτος ζητούσε από τους αρχηγούς τους να δρουν ως εγγυητές της νομιμοφροσύνης των πιστών τους στο κράτος. Τέτοιο παράδειγμα σχέσης μεταξύ μιλετιού και οθωμανικού κράτους είναι και η περίπτωση του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’. Εκλέχτηκε τρεις φορές για θητεία στον ορθόδοξο πατραρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της τρίτης θητείας του, κηρύχτηκε η επανάσταση του 1821. Οι τούρκοι εξόντωσαν αυτόν και τους παρατρεχάμενούς του όχι γιατί είχαν επαναστατήσει, αλλά επειδή δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους προς το οθωμανικό κράτος και η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό τους.

Η συγκέντρωση της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας σ’ ένα πρόσωπο δημιούργησε περιβάλλον παρατρεχάμενων «αυλικών», οι οποίοι μεταξύ τους ανταγωνίζονταν ξέφρενα και ύπουλα για την κατάκτηση των αξιωμάτων που είχαν δημιουργηθεί μέσα στο σύστημα λειτουργίας του μιλετιού. Οι δολοπλοκίες, τα μπαξίσια και οι φόροι που έβαζαν για να πλουτίζει αυτός ο κύκλος έδιναν κι έπαιρναν στο αλισβερίσι μεταξύ τούρκων και ελλήνων. Στην κατάσταση αυτή συμμετείχαν και οι πατριάρχες, οι οποίοι για να κερδίσουν την εκλογή τους έπρεπε να συναλλαχτούν με τον απόλυτο αντιπρόσωπο του σουλτάνου, το Μεγάλο Βεζίρη, δίνοντάς του ένα τεράστιο μπαξίσι. Το δώρο το εισέπρατταν φυσικά με φόρο από τους πιστούς τους.

Μετά την εκλογή του ο Πατριάρχης είχε την υποχρέωση να νουθετεί την υποταγή στους τούρκους και να πείθει τους πιστούς ότι, όπως είχε διακηρύξει και ο Μέγας Δούκας Νοταράς κατά την άλωση, καλλίτερα είναι να κυβερνά το σαρίκι του σουλτάνου παρά η μήτρα του καθολικού δεσπότη. Πολύ αργότερα, το 1798, ο Πατριάρχης Άνθιμος των Ιεροσολύμων δίδασκε ότι ήταν θέλημα Θεού η δημιουργία του οθωμανικού στρατού και η άλωση της Πόλης. Ο θεός τον δημιούργησε για να προστατεύσει το μιλέτι μας από τις σταυροφορίες των άπιστων καθολικών.

Όλο αυτό το θρησκευτικοπολιτικό σύστημα του μιλετιού είχε στη δικαιοδοσία του τα μοναστήρια που ήταν πλουσιότατα και γεμάτα με μοναχούς, οι οποίοι προσφεύγανε σ’ αυτά για ν’ αποφύγουν το χαράτσι που θα πλήρωναν για την απαλλαγή τους από τον οθωμανικό στρατό, αφού όταν γίνονταν καλόγεροι απαλλάσσονταν από το φόρο, μια και γίνονταν στρατιώτες αλλόθρησκοι, δηλαδή στρατιώτες του Χριστού. Το ίδιο παρέμεναν αφορολόγητα τα κτήματα που δωρίζονταν στα μοναστήρια, αφού η μοναστηριακή περιουσία δεν φορολογείτο. Το Πατριαρχείο (μιλέτι) εισέπραττε από το λαό ένα βαρύτατο φόρο, τη δεκάτη, ο οποίος είχε οριστεί με φιρμάνι από το διβάνιο του σουλτάνου.

Στα μοναστήρια, καθώς και στη μηχανή διοίκησης του μιλετιού, η μόρφωση ήταν σημαντική, κυρίως η θρησκευτική μόρφωση και η πολυγλωσσία. Όσο για τη χριστιανική και καθαρή συνείδηση και των καλόγηρων ακόμα, διαβάστε ένα στοίχο γραμμένο από έναν από δαύτους: αφού το ράσο τούτο φόρεσα / πλέον ζυγόν τινά δεν γνώρισα. / Δύο ποθώ, ναι μα ταις εικόνες / άσπρα πολλά και καλές κοκόνες.

Σ’ ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία τα μιλέτια ήταν υπεύθυνα για την είσπραξη των φόρων, από τους οποίους κατακρατούσαν μια μεγάλη μερίδα. Οι εισπράκτορες των φόρων ήταν οι κοτζαμπάσηδες. Ήταν μια τάξη που καταπίεζε το λαό περισσότερο απ’ ότι ζητούσε το Διβάνι, γιατί έπρεπε να πάρουν κι αυτοί αρκετά μεγάλο μέρισμα από τους φόρους, για να ζουν πολυτελώς οι ίδιοι και να βγάλουν και ένα ποσό για τα μπαξίσια που έδιναν για να ανανεωθεί η θητεία τους.

Υπήρχαν όμως, συχνά, κρούσματα κλοπών των χρηματαποστολών που μετέφεραν τα χρήματα των φόρων στην Πόλη. Γι αυτό οι κοτζαμπάσηδες οργάνωσαν σύστημα προστασίας της διακίνησης του χρήματος. Ήταν ένα είδος ένοπλης και ιδιωτικής security. Αυτοί ήταν οι αρματολοί, οι οποίοι όταν φιλονικούσαν για τα συμφέροντά τους με τους κοτζαμπάσηδες αυτομολούσαν και πήγαιναν με τους … κλέφτες. Με τα χρόνια δημιουργήθηκε μια άτυπη επικοινωνία διαπλοκής μεταξύ τους. Οι κλέφτες ήταν κανονικοί κλέφτες. Έκλεβαν τους πάντες, έλληνες ή μη. Αργότερα αποτέλεσαν δεξαμενή άντλησης στελεχών του επαναστατικού αντάρτικου στρατού της επανάστασης του 1821.

Όταν άρχισε η παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έγινε φανερό ότι αν οι τούρκοι ήθελαν να περισώσουν το κράτος τους χρειάζονταν ικανούς και μορφωμένους διπλωμάτες. Τον τομέα αυτόν τον κάλυψαν οι πλούσιες και αριστοκρατικές ελληνικές οικογένειες, οι οποίες ζούσαν στην ίδια συνοικία, το Φανάρι, όπου ήταν και το Ορθόδοξο Πατριαρχείο που τους έδινε δουλειά και τίτλους διανοουμένων. Αυτοί ήταν οι φαναριώτες, οι οποίοι εμπλέκονταν στην κρατική οθωμανική μηχανή και με τον τίτλο των διερμηνέων (δραγουμάνοι). Μέσα απ’ αυτή την ιδιότητά τους οι φαναριώτες εξελίσσονταν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα, κυρίως του υπουργείου Εξωτερικών. Έφτασαν να μονοπωλήσουν ακόμα και τη θέση του Μεγάλου Διερμηνέα του Σουλτάνου. Επίσης, από τη θέση του διερμηνέα του τούρκου αρχιναυάρχου έφτασαν να ενεργούν ως κυβερνήτες των νησιών του Αιγαίου. Έφτασαν, ακόμα, να γίνουν ηγεμόνες (οσποδάροι) των παραδουνάβιων ηγεμονιών της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Οι αυλές τους στο Βουκουρέστι (Βλαχία) και στο Ιάσιο (Μολδαβία) ανταγωνίζονταν σε χλιδή την αυλή του σουλτάνου. Πάντως, οι παραδουνάβιοι λαοί στέναζαν από τη βαριά φορολογία που τους επέβαλαν. Αυτά συνέβαιναν κατά τη διάρκεια του 17ου, αρχές 18ου αιώνα.

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι η άποψη πως οι τούρκοι είχαν θαυμάσια εξωτερική πολιτική είναι λαθεμένη. Γιατί η εξωτερική πολιτική της Πύλης ήταν εξαιρετική βέβαια, αλλά ήταν έργο των ελλήνων φαναριωτών. Για παράδειγμα, ο φαναριώτης διάσημος γιατρός και Μέγας διερμηνέας της Πύλης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα και υπόγραψε, ως εκπρόσωπος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη συμφερτικότατη για τους τούρκους συνθήκη του Κάρλοβιτς, με την οποία αποσοβήθηκε η διάλυση της αυτοκρατορίας. Το ίδιο πετυχημένες ήταν οι συνθήκες Ιασίου και Σιστόβου. Αναφέρονται πολλοί φαναριώτες διαπραγματευτές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως ο Ιωάννης Μαυροκορδάτος, ο Αλ. Μουρούζης, ο Παναγιώτης Νικούσης και άλλοι.

Όπως ήταν φυσικό, τα συμφέροντα των εμπλεκομένων στην οθωμανική διοίκηση φαναριωτών δεν ταυτίζονταν με τις επαναστατικές ιδέες του διαφωτισμού και επομένως ούτε και με τις προσπάθειες που ξεκίνησαν τότε για την Ελληνική Επανάσταση. Λαμπρή εξαίρεση ο Μέγας Δραγουμάνος της Πύλης και Οσποδάρος της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος.

Ο λόγος πολύς. Αιώνες ήταν αυτοί. Όχι παίξε γέλασε. Τι βγαίνει από τα λίγα στοιχεία που συνέλεξα; Ότι αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την αντικατάσταση των βυζαντινών αρχών από τις οθωμανικές, δημιουργήθηκε ένα κράτος εν κράτη. Το Μιλέτι. Αυτό το κράτος, παράσιτο και διαπλεκόμενο με το οθωμανικό, κυβερνούσε και ανέπτυσσε δικούς του μηχανισμούς για να διοικεί και ν’ αποφασίζει για το λαό του μιλετιού, Οι Οθωμανοί το μόνο που ζητούσαν ήταν οι αρχηγοί του κάθε μιλετιού να ελέγχουν και να νουθετούν το λαό τους ότι καλά και άγια είναι όλα και όλοι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η δόμηση αυτού του παρασιτικού κρατικού μηχανισμού, για το ελληνικό μιλέτι, άρχισε από τις θρησκευτικές αρχές, με μπροστάρη τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Γύρω απ αυτόν δημιουργήθηκαν και οι μηχανισμοί λαϊκού κράτους, όπως ήταν οι φορατζήδες και πιο ψηλά οι δραγουμάνοι, οι οσποδάροι και δεν συμμαζεύεται. Όλοι αυτοί οι Έλληνες και ελληνόφωνοι ήταν άνθρωποι μορφωμένοι και πολύγλωσσοι. Αυτά τα προσόντα τους βοήθησαν να δημιουργήσουν μια ανώτερη αστική ελληνική τάξη ισχυρή και πλούσια. Μ’ άλλα λόγια δημιουργήθηκε μια ανώτερη ελληνική αστική τάξη μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν μια τάξη ελληνόφωνη και συνεργαζόμενη με το οθωμανικό κράτος, αφού δεν υπήρχε ακόμα ελληνικό κράτος για να την υποδεχτεί ή να την αναδείξει. Είναι προφανές, θαρρώ, ότι αυτή η τάξη καταπίεζε το υπόδουλο ελληνικό στοιχείο για το δικό της συμφέρον.

Στα χρόνια της σκλαβιάς, λοιπόν, δεν ήταν μόνο οι Οθωμανοί οι καταπιεστές μας, αλλά και οι Έλληνες και ελληνόφωνοι συνεργάτες τους. Όπως και σήμερα, δηλαδή. Η ανώτερη κοινωνική τάξη των πλουσίων προσεταιρίζεται την άρχουσα οικονομική και κρατική δύναμη, εντός και εκτός Ελλάδας, για το δικό της και μόνον όφελος. Όπως και χτες και σήμερα και πάντα η τάξη που καταπιέζει και εκμεταλλεύεται το λαό είναι η ανώτερη πλούσια κοινωνική μερίδα του. Αυτό το κομμάτι της κοινωνίας είναι που συνδιαλέγεται και συνεργάζεται και σήμερα με το διεθνές κεφάλαιο για να αποκομίσει αποκλειστικά ίδια οφέλη. Γι αυτό και ο πληθωρισμός στη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερος απ αυτόν που θα αντιστοιχούσε στο εισαγόμενο κομμάτι του. Φυσικά, τον πληρώνομε εμείς οι καταναλωτές. Αλλά, τα κέρδη από τη διαφορά του ντόπιου και του εισαγόμενου πληθωρισμού τα προσπορίζεται η μαυραγορίτικη πλούσια τάξη μας, που είναι εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο. Εμείς κι εμείς λοιπόν πάντα, αλλά ποτέ ενώπιος ενωπίω. Ως πότε παλληκάρια … ;

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: