Άγονη γραμμή

2 Οκτωβρίου 2008

Ένα κουτί αγνώστου περιεχομένου

Filed under: Δημητρακάκης Γιώργος — Άγονη Γραμμή @ 7:01 μμ
Tags:

Α` Βραβείο 2ου Μαθητικού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου στην κατηγορία: Διήγημα Γυμνασίου (2004)

Κοντά στο 1950, τότε που η τηλεόραση είχε αρχίσει να παίζει ουσιαστικό ρόλο για τη διασκέδαση του κόσμου, σε ένα παλιό σπίτι ζούσε ένας μοναχικός, άνεργος Τύπος. Ξυπνούσε κάθε πρωί, έκανε γυμναστική, διάβαζε μέχρι το μεσημέρι. Το βράδυ καθόταν και σκεφτόταν διάφορα αόριστα πράγματα. Σπάνια έβγαινε έξω απ’ το σπίτι του.

Ένα πρωί τον ξύπνησαν δυνατοί χτύποι στην πόρτα. Απορώντας ποιος ήταν, μιας και δεν είχε συγγενείς, σηκώθηκε ν’ ανοίξει. Έξυσε βαριεστημένα το κεφάλι του κι άνοιξε. Ήταν δύο χοντροί τύποι με μπλε, βρόμικα ρούχα και καπέλα. Ο ένας κρατούσε μία τετράγωνη κούτα κι ο άλλος ένα χαρτί. «Υπόγραψε εδώ», είπε ο δεύτερος και πρότεινε στον Τύπο το χαρτί.

-Τι συμβαίνει; ρώτησε αμήχανα ο Τύπος.

-Σου φέραμε αυτό που παράγγειλες, έκανε με αγένεια ο δεύτερος.

-Μα δεν παράγγειλα τίποτα.

-Μπα; Και αυτό εδώ το κουτί τι είναι; ρώτησε ο δεύτερος.

-Ξέρω κι εγώ;

-Άκου, φίλε, είπε ενοχλητικά ο πρώτος. Περπάτησα τρία χιλιόμετρα απ’ το μαγαζί για να σου φέρω αυτό το κουτί. Ξέρεις πόσο βαρύ είναι; Πολύ βαρύ. Κι εγώ δεν είμαι πια και κανένας νέος. Λοιπόν, πάρ’ το, γιατί αν καταλάβω πως μου βγήκε η μέση για να με διώξεις, θα σε σκοτώσω! Αλήθεια σου λέω. Ορίστε και το μαχαίρι μου, πρόσθεσε,  βγάζοντας ένα μικρό αλλά μυτερό μαχαίρι απ’ την τσέπη της φόρμας του.

-Καλά, καλά, είπε τρομαγμένος ο Τύπος κι ύστερα υπέγραψε και πήρε το όντως βαρύ κουτί μέσα στο σπίτι του.

Βρισκόταν, λοιπόν, τώρα μόνος του μ’ ένα κουτί αγνώστου περιεχομένου. Δεν του είχε φανεί τελείως παράδοξο το συμβάν. Τα γύρω μαγαζιά έκαναν συνεχώς λάθος τις παραγγελίες τους. Σκέφτηκε να ανοίξει το κουτί, γιατί τον είχε φάει η αγωνία για το περιεχόμενο του απρόσμενου δώρου του. Δεν το άνοιξε όμως. «Θα έρθουν σε λίγο να το πάρουν πίσω», σκέφτηκε και το έβαλε σε μία γωνία για να μην του τρώει χώρο. Επέστρεψε στο κρεβάτι και συνέχισε τον ύπνο του…

Ξύπνησε μετά από δυο ώρες και κάθισε στον καναπέ του πίνοντας καφέ. Τον απασχολούσε κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν ακριβώς. Απροσδόκητα ακούστηκε και πάλι ένας χτύπος στην πόρτα. Σηκώθηκε απρόθυμα ν’ ανοίξει. Ποτέ δεν είχε δεχθεί πάνω από μία επισκέψεις τη μέρα. Άνοιξε και είδε κάτι που τον έκανε να θέλει να ξεκαρδιστεί στα γέλια, αλλά και να τρέξει να κρυφτεί: Έναν πολύ κοντό άνθρωπο με σώμα πιγκουΐνου, πραγματικού πιγκoυΐνoυ!

– Τι στο καλό κάνεις; ρώτησε άγρια με μια τσιριχτή φωνή. Ήρθα να πάρω εκείνο το βλαμμένο κουτί που σου φέρανε σήμερα, για να το επιστρέψω στο μαγαζί.

-Κάνανε λάθος δηλαδή, έτσι;

– Όχι, βέβαια. Τι ανόητη ερώτηση έκανες τώρα; Εσύ δεν παράγγειλες να σου το στείλουν αυτό

το τρισάθλιο κουτί;

-Εγώ; φώναξε γεμάτος απορία ο Τύπος.

-Ε, ποιος άλλος; Μένει κανείς άλλος σ’ αυτό το ετοιμόρροπο;

-Ακούστε, κύριε. Εγώ δεν ξέρω καν τι περιέχει μέσα το κουτί, αλλά ούτε ενδιαφέρομαι να μάθω. Μπείτε μέσα, ορίστε εκεί είναι, πηγαίνετε να το πάρετε και άντε στο καλό.

-Συγνώμη, είπε κουνώντας το φτερό του ο κοντός. Εσύ δεν παράγγειλες αυτό το πράγμα και μάλιστα βιαζόσουνα και να στο φέρουμε; Αφού εσύ ήσουν· αναγνωρίζω και τη φωνή σου. Τέλος πάντων, εγώ είμαι εδώ για να το πάρω πίσω στο μουχλιασμένο μαγαζί απ’ όπου ήρθε, γιατί μου είπανε οι κουβαλητές πως δεν έμεινες ικανοποιημένος με τη μεταφορά.

-Ακριβώς! Όχι ικανοποιημένος. Αλλά δεν το παράγγειλα, σας λέω και πάλι

-Ηρέμησε, φίλε μου, είπε ο κοντός, κουνώντας αυτή τη φορά και τα δύο του φτερά. Δεν είναι ανάγκη να ντρέπεσαι που το παράγγειλες. Σε λίγο όλος ο κόσμος θα έχει. Θα το τοποθετούν σ’ ένα μέρος και θα χαίρονται, πρόσθεσε με μελιστάλαχτη, αλλά πάντα τσιριχτή, φωνή. Εξάλλου εγώ ήρθα μόνο για να το πάω πίσω στο μαγαζί, που να πάρει. Μην παραπονιέσαι σε μένα.

Ύστερα, προχώρησε ο κοντός προς το κουτί με τον αστείο βηματισμό των πιγκουΐνων. Στάθηκε από πάνω του, προσπάθησε να το βάλει στα χέρια του, αλλά ήταν αδύνατο όσο και φυσικό. Επέστρεψε κουρασμένα στον Τύπο, που στεκόταν στην πόρτα, και είπε:

-Κοίτα φίλε, επειδή δεν μπορώ να το μεταφέρω, λόγω των καταραμένων φτερών μου, πρέπει να μου δώσεις κάτι για να θυμάμαι να στείλω κάποιον να το μεταφέρει.

Για να ξεμπερδεύει ο Τύπος έβγαλε ένα χαρτί κι άρχισε να γράφει όνομα και διεύθυνση. Το έδωσε στον κοντό κι έκλεισε με θόρυβο την πόρτα. Κάτι σαν ένστικτο όμως, τον έκανε να μείνει στην πόρτα. Φάνηκε πως το ένστικτό του λειτουργούσε εξαιρετικά σωστά, γιατί σε δέκα δευτερόλεπτα ακούστηκαν δύο χτύποι στην πόρτα. Άνοιξε και έμεινε έκθαμβος. Ήταν μία πανέμορφη κοπέλα με , κόκκινα, γυαλιστερά μαλλιά, μπλε μάτια και ένα ασπρόμαυρο φόρεμα. Φαινόταν υπερβολικά στενοχωρημένη και κρατούσε ένα χαρτομάντιλο.

-Σε τι…μπορώ…να βοηθήσω; ρώτησε ο Τύπος, με φανερή τη ντροπή του που ήταν με τις

πιτζάμες, σχεδόν αγουροξυπνημένος και αχτένιστος.

-Ήρθα να με παρηγορήσεις ,Τζο, είπε αυτή κι έπεσε κλαίγοντας πάνω του.

Εκείνος τα έχασε. Την πήρε μαζί του και κάθισαν στον καναπέ.

-Πρέπει να με μπερδεύετε με κάποιον άλλο, δεσποινίς, της είπε, κρατώντας της το χέρι για να

την παρηγορήσει.

-Είμαι πολύ στενοχωρημένη, Τζο.

-Μα δεν είμαι ο Τζο, δεσποινίς. Μου φαίνεται παράξενο το πώς βρεθήκατε εδώ. Είναι η πρώ­-

τη μου φορά που σας βλέπω και πρέπει να ομολογήσω ότι είστε όμoρφη.

-Ευχαριστώ, Τζο, είπε εκείνη σταματώντας το κλάμα. Αυτό το κουτί εκεί τι είναι;

Ο Τύπος αφαιρέθηκε για λίγο και ύστερα απάντησε:

-Απλά ένα λάθος ενός καταστήματος. Αφού ησυχάσατε τώρα, πείτε μου γιατί είστε τόσο

στενοχωρημένη και πείτε και για τον Τζο, που  φαίνεται μοιάζει με μένα.

-Μα εσύ είσαι ο Τζο. Τρελάθηκες;  Είμαι πολύ στενοχωρημένη, γιατί

πέθανε, Τζο. Πέθανε ο Νίκος!

-Δεσποινίς μου, δεν είμαι ο Τζο. Δεν το καταλαβαίνετε; Μπορώ να σας φέρω και ταυτότητα, αλλά αυτό θα ήταν αφελές. Δε βλέπετε πως δεν είστε στο σπίτι αυτού του Τζο; Ή μήπως μοιάζουν και τα σπίτια μας; Και ποιος είναι αυτός ο Νίκος;

-O ξάδερφός μου, είπε η κοπέλα παραξενεμένη. Έχεις πάθει κάτι, Τζο; Δε θυμάσαι το Νίκο;

Είσαι καλά;

Ο Τύπος νευρίασε για τα καλά, αλλά δεν μπορούσε να πιάσει απ’ το χέρι τη λυπημένη κοπέλα και να την πετάξει έξω απ’ το σπίτι. Την παρηγόρησε όσο μπορούσε με διάφορα λόγια και μετά την πήγε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί, μήπως και ησυχάσει περισσότερο. Βρισκόταν πάλι στο σαλόνι μόνος του τώρα. Ξαφνικά πέρασε απ’ το μυαλό του το κουτί. Έστρεψε το βλέμμα του στο σημείο που το είχε αφήσει. Αλλά δεν ήταν εκεί! Σηκώθηκε έκπληκτος και λίγο φοβισμένος. Άρχισε να ψάχνει όλα τα μέρη του σαλονιού, αλλά δεν το έβρισκε πουθενά. Τη στιγμή που κοίταζε πίσω από μια πολυθρόνα, άκουσε μία φωνή: «Τι ψάχνεις;» Γύρισε κατατρομαγμένος προς το μέρος που άκουσε τη φωνή. Ένα…παιδί του γυμνασίου με σχολική τσάντα βρισκόταν εκεί.

– Λοιπόν; ρώτησε.

-Θεέ μου! Ποιος είσαι εσύ; φώναξε ξεχνώντας την κοπέλα που κοιμόταν.

-Δε με θυμάσαι; έκανε το παιδί.

Η αλήθεια είναι πως κάπου το είχε ξαναδεί αυτό το παιδί. Ίσως να το είχε δει να περνάει απ’ έξω απ’ το σπίτι του για να πάει στο σχολείο.

-Είμαι το παιδί του αρχιπυροσβέστη.

Σωστά. Ήταν το παιδί του αρχιπυροσβέστη της πόλης, που ήταν φίλοι απ’ το γυμνάσιο.

-Τι κάνεις εδώ; ρώτησε ο Τύπος.

-Ήρθα με τον μπαμπά μου.

-Είναι εδώ ο μπαμπάς σου;

-Μα βέβαια, γκρεμίστηκε το μισό σου σπίτι! Η πυροσβεστική σύσσωμη ήρθε εδώ.

Πάγωσε ο Τύπος όταν συνειδητοποίησε πως όντως μόνο το σαλόνι είχε μείνει απ’ το σπίτι του. Θα ήταν εντελώς εγκλωβισμένος, αν δεν υπήρχε μία τρύπα ανάμεσα στους πεσμένους τοίχους που είχαν φράξει την πόρτα. Το παιδί κατάλαβε πως ο Τύπος κοίταζε την τρύπα και είπε:

-Αυτή την τρύπα την ανοίξανε οι πυροσβέστες. Μετά βάλανε εμένα μέσα, επειδή ήμουν ο πιο λεπτός, για να δω αν είσαι ζωντανός. Πρέπει να φύγουμε πριν πέσει και το υπόλοιπο σπίτι.

Βέβαια ο Τύπος δεν άκουγε καθόλου τι του έλεγε το παιδί. Χωρίς καν να το καταλάβει είχε σκοτωθεί στο σπίτι του μέσα μία όμoρφη κοπέλα, είχε καταστρέψει την ιδιοκτησία ενός μαγαζιού και είχε χάσει το μισό του σπίτι. Του ήρθε να αυτοκτονήσει. Έτρεξε με φόρα προς το μοναδικό λείο τοίχο που είχε πια το σπίτι, αλλά την τελευταία στιγμή τα χέρια του παιδιού τον έπιασαν από την μπλούζα και τον σταμάτησαν.

-Πάμε, είπε. Μην αυτοκτονήσεις. Εσύ  φταις μήπως; Το σπίτι ήταν παλιό.

-Δεν έφταιγε το σπίτι, μικρέ. Το κουτί έφταιγε. Αυτή η διασκεδαστική αλλά δολερή εφεύρεση. Αυτή μου γκρέμισε το σπίτι.

-Δεν έχει σημασία. Θα σου βρούμε σπίτι. Εγώ ο ίδιος θα σου βρω, αν αυτό είναι το πρόβλημά σου.

-Πλάκα μου κάνεις; Εδώ μέσα πέθανε ένα κορίτσι! Στο σπίτι μου!

-Τι κορίτσι και ανοησίες μου λες! Το μοναδικό κορίτσι που είδε ένας γείτονας πριν γίνει η

συμφορά ήταν μία κοκκινομάλλα που έβγαινε απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Μόνο εσύ ήσουν μέσα. Εσύ κι ένα κουτί αγνώστου περιεχομένου. Κοίταξε. Είπε κάποιος πως τα τετράγωνα κουτιά θα σε βάλουν σε περιπέτειες που θα σε εξιτάρουν, αλλά και θα σε καταστρέψουν. Στο μέλλον θα δούμε αν έχει δίκιο. Τώρα πάμε να φύγουμε.

Μπήκαν στην τρύπα και βγήκαν στον καθαρό αέρα.

Δημητρακάκης Γιώργος, μαθητής 1ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, τάξη Β`, σχολ. έτος 2003 – 2004.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: