Άγονη γραμμή

20 Οκτωβρίου 2008

Η μαύρη παπαρούνα

Filed under: Μακρή Ιωάννα — Άγονη Γραμμή @ 11:33 πμ
Tags:

<!–[if gte mso 9]> Normal 0 <![endif]–>

Β` Βραβείο 2ου Μαθητικού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου στην κατηγορία: Διήγημα Γυμνασίου (2004)

Ο Άνβιους κοίταξε με προσοχή το σκοτεινό κάστρο απ’ την κορυφή του βράχου.

– Μια μέρα δρόμου ακόμα και φθάνουμε, είπε στην Καρείτε, που στεκόταν απόκάτω.

Αυτά τα δύο παιδιά, ο Άνβιους και η Καρείτε, ήταν δύο παιδιά εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Η Καρείτε ήταν ένα συνηθισμένο κορίτσι, που ζούσε σε μια συνηθισμένη πόλη και πήγαινε σε ένα συνηθισμένο σχολείο. Με άλλα λόγια, ζούσε μια απόλυτα φυσιολογική ζωή. Με το αγόρι, όμως, δε συνέβαινε το ίδιο. Ο Άνβιους καταγόταν απ’ το Ιράκ. Είχε χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο κι είχε δει με τα μάτια του όλη αυτήν τη φρίκη.

Η Καρείτε ακόμα θυμόταν την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν, όταν της είχε πει ότι θα εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του κάνοντας τρομοκρατικές οργανώσεις και καταστρέφοντας αυτήν την – όπως την είχε αποκαλέσει – άχρηστη κοινωνία. Η Καρείτε δεν είχε απαντήσει τίποτα τότε. Ήξερε ότι ο Άνβιους είχε με το μέρος του όλο το δίκιο του κόσμου. Όμως, ποτέ δε θα ξεχνούσε αυτά τα λόγια και αυτό το βλέμμα.

Αυτά τα δυο παιδιά διάλεξε η νεράιδα Σιεράνα για να εκτελέσουν μια δύσκολη αποστολή. Ο Μαύρος Μάγος, ένας πολύ σατανικός μάγος – όπως φαίνεται και απ’ τ’ όνομά του – είχε πολεμήσει με άλλους μάγους, τους είχε νικήσει κι είχε πάρει τις δυνάμεις τους. Έτσι τώρα είχε τόσες δυνάμεις, που μπορούσε να ελέγχει τον κόσμο. Αυτός προκαλούσε τους πολέμους, την πείνα, τη δυστυχία…

Η Σιεράνα κατάλαβε ότι δεν πάει άλλο. Έβαλε αυτά τα δύο παιδιά (αφού πρώτα έκανε ένα ξόρκι για να καταλαβαίνονται μεταξύ τους) να πάνε στο κάστρο του Μαύρου  Μάγoυ, για να βρουν μια παπαρούνα μ’ ένα μαύρο πέταλο, που είναι η ζωή του Μάγου, και να το κόψουν. Μόλις κοβόταν, ο Μάγος θα πέθαινε, η επιρροή του θα εξαφανιζόταν και θα υπήρχε λιγότερη δυστυχία στον κόσμο.

Έτσι τώρα, τα δυο παιδιά δεν απείχαν πολύ απ’ τον προορισμό τους. Κοιμήθηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί συνέχισαν το δρόμο τους για το κάστρο. Κατά το βραδάκι είχαν φτάσει.

– Πώς θα μπούμε; ρώτησε η Καρείτε, όταν έφτασαν στο σκοτεινό κάστρο.

– Πάντα υπάρχει ένα μικρό πέρασμα, απάντησε το αγόρι κοιτάζοντας γύρω ­γύρω.

Παντού υπήρχαν μαύρα βράχια. Το μοναδικό φως, που προερχόταν απ’ το φεγγάρι, τα έκανε να φαντάζουν ακόμα πιο μυστηριώδη. Τα μεγαλύτερα απ’ αυτά σχημάτιζαν ένα κύκλο. Στη μέση ήταν χτισμένο το κάστρο. Τεράστιο, επιβλητικό, σκοτεινό και μυστηριώδες. Ήταν κοντά στη θάλασσα. Τα παιδιά μπορούσαν ν’ ακούσουν τον παφλασμό των κυμάτων.

Η Καρείτε είχε τρομάξει.

– Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μ’ ακολουθήσεις; τη ρώτησε σοβαρά ο Άνβιους.

– Φυσικά, απάντησε η κοπέλα, προσπαθώντας να μη δείξει ότι τρόμαξε.

Εκείνη τη στιγμή, κάτι τράβηξε την προσοχή τους. Ένα κοντόχοντρο πλάσμα, μαύρο σαν το κάρβουνο, με μακριά ουρά, μυτερή στο τέλος, πλατιά αυτιά και μαύρα μάτια έβγαινε από μια τρύπα ανάμεσά στις πέτρες. Οι γραμμές στο πρόσωπό του έδειχναν πως ήταν γέρικο.

– Είναι δούλος του Μαύρου Μάγου, ψιθύρισε ο Άνβιους στην Καρείτε.

– Έι, εσύ! φώναξε ύστερα στο πλάσμα, τραβώντας ένα μαχαίρι. Οδήγησέ μας μέσα πριν σε σκοτώσω, συνέχισε ο Άνβιους απειλητικά, κρατώντας το μαχαίρι μπροστά του.

– Δε φοβάμαι το θάνατο, απάντησε το γέρικο πλάσμα. Άμα θέλεις, μπορείς να το κάνεις.

– Πες μου μόνο πού βρίσκεται μία παπαρούνα μ’ ένα μαύρο πέταλο, συνέχισε ο Άνβιους.

Προς μεγάλη του έκπληξη το μαύρο πλάσμα τον κοίταξε με δέος.

– Εσείς είστε λοιπόν αυτοί που έστειλε η μοίρα; ρώτησε.

– Ποια μοίρα; ρώτησε επιτακτικά η Καρείτε. Εξηγήσου!.

– Πριν πολλά χρόνια κάποιος μάντης είπε ότι κάποιοι άνθρωποι θα έρθουν εδώ αναζητώντας την παπαρούνα, θα κόψουν το πέταλο και θα μας γλιτώσουν απ’ το Μαύρο Μάγο.

– Μας έστειλε μια νεράιδα, είπε η Καρείτε.

– Τότε σίγουρα πρόκειται για σας. Ακούστε με προσοχή τι πρέπει να κάνετε: Μπείτε απ’ αυτό το πέρασμα που βγήκα εγώ και προχωρήστε ίσια. Όταν αισθανθείτε να σας βρέχει θαλασσινό νερό, στρίψτε αριστερά. Εκεί υπάρχουν σκαλιά που οδηγούν στις φυλακές. Προσέξτε όμως μη γλιστρήσετε. Δίπλα στις φυλακές υπάρχει μία σκοτεινή τρύπα. Θα σας οδηγήσει σ’ ένα δωμάτιο, όπου το μόνο που υπάρχει είναι η μαύρη παπαρούνα. Μετά ξέρετε τι πρέπει να κάνετε.

Τους είδε να τον κοιτάζουν με αμφιβολία.

– Αν αναρωτιέστε πού τα ξέρω όλα αυτά, είμαι από παιδί σ’ αυτό το κάστρο και γνωρίζω πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζει ο Μάγος. Πηγαίνετε, όμως, πριν να είναι αργά. Δεν πρόκειται για μένα, αλλά για χιλιάδες ανθρώπους που είναι δυστυχισμένοι εξαιτίας του!

Ο Άνβιους τον αγριοκοίταξε, ενώ αναρωτιόταν αν έλεγε αλήθεια. Η Καρείτε, όμως, τον έπιασε απ’ το χέρι.

– Δεν έχουμε άλλη επιλογή» είπε.

Το αγόρι την τράβηξε και μπήκαν μέσα στην τρύπα.

– Καλή τύχη, ψιθύρισε λυπημένα ο γέρος.

Το μονοπάτι ήταν πολύ σκοτεινό και υγρό. Ίσα – ίσα που μπορούσαν να δουν. Κρατιόνταν χέρι – χέρι για να μη χαθούν, ενώ με το άλλο χέρι ακουμπούσαν τα τοιχώματα.

Μετά από αρκετή ώρα ένοιωσαν το δροσερό νερό της θάλασσας να τους πιτσιλάει το πρόσωπο, μαζί μ’ ένα ευχάριστο αεράκι. Έτσι, όπως τους είχε πει εκείνο το πλάσμα, έστριψαν αριστερά, κατέβηκαν κάτι υγρά σκαλιά γεμάτα φύκια, κι έφτασαν στο πιο φρικτό μέρος που είχαν συναντήσει ποτέ: τις φυλακές του Μαύρου Μάγου. Εκεί φυλάκιζε τους μάγους που είχε νικήσει κι όσους τόλμησαν να τον πολεμήσουν.

Το θέαμα που αντίκριζες κοιτώντας μέσα σε κάθε κελί ήταν φρικιαστικό. Η Καρείτε δε είχε ξαναντικρίσει ποτέ τόση φρίκη και τόση δυστυχία. Πολύ αμφέβαλε βέβαια αν ίσχυε και για τον Άνβιους το ίδιο.

Παντού οι άνθρωποι πληγωμένοι, δυστυχισμένοι, παρατημένοι. Τώρα, η κοπέλα ένοιωθε ένα μίσος για το Μάγο, που όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Ορκίστηκε στον εαυτό της να κόψει το πέταλο, να ελευθερώσει όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ποτέ δεν ήθελε να σκοτώσει κάποιον, αλλά τώρα ένοιωθε ότι του άξιζε. Πίστευε ότι κάθε ζωή άξιζε να υπάρχει, αλλά τώρα νόμιζε πως ο Μαύρος Μάγος ήταν καλύτερα νεκρός.

Το σκοτάδι ήταν πηχτό μέσα στην τρύπα. Η Καρείτε κι ο Άνβιους προχωρούσαν με δυσκολία. Ευτυχώς, η τρύπα ήταν μικρή σε μήκος κι έτσι δεν τους πήρε πολύ ώρα να τη διασχίσουν.

Στο τέλος της διακρίνονταν οι φωτεινές ακτίνες του φεγγαριού. Όσο πλησίαζαν γίνονταν πιο φωτεινές, πιο έντονες. Όταν τελικά έφτασα, βρέθηκαν σ’ ένα κυκλικό δωμάτιο με πέτρlνους τοίχους. Ήταν εντελώς άδειο. Στη μέση μόνο υπήρχε μία παπαρούνα μ’ ένα και μοναδικό μαύρο πέταλο. Τα κυκλικά παράθυρα που υπήρχαν στη σειρά στο πάνω μέρος του δωματίου συγκέντρωναν το φως του φεγγαριού και το έριχναν μόνο πάνω στην παπαρούνα.

Ξαφνικά, μία σκιά εμφανίστηκε απ’ το πουθενά μπροστά στην παπαρούνα, που σιγά – σιγά πήρε υπόσταση και μορφή, κι έγινε ένας άντρας με μακρύ μαύρο μανδύα και κουκούλα.

– Είσαι ο Μαύρος Μάγος! γρύλισε ο Άνβιους.

– Ακριβώς! είπε άνετα ο Μάγος. Και δεν πρόκειται ν’ αγγίξετε την παπαρούνα μου! πρόσθεσε με μίσος.

Πριν όμως προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ο Άνβιους του είχε ορμήσει. Ο Μάγος αιφνιδιάστηκε κι έπεσε κάτω, αλλά ένα βλέμμα του αρκούσε για να τον δέσει με πολύ δυνατά σχοινιά που εμφανίστηκαν απ’ το πουθενά, έτσι ώστε να μην μπορεί να κινηθεί.

– Καρείτε!!! ούρλιαξε ο Άνβιους, κόψε το πέταλο!.

Ο Μαύρος Μάγος γύρισε να προλάβει την Καρείτε πριν πιάσει στα χέρια της

την παπαρούνα. Ήταν όμως αργά.

Γυρίζοντας, είδε το κορίτσι στη μέση του δωματίου να κρατάει την παπαρούνα με τα δύο δάκτυλα γύρω απ’ το πέταλο, έτοιμο να το μαδήσει. Κατάλαβε πως ήταν χαμένος.

– Εμπρός, καν’ το», την προκάλεσε.

Η Καρείτε; έμεινε να τον κοιτάζει. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο δύσκολο είναι να τραβήξεις το πέταλο μιας παπαρούνας. Όμως, εδώ δεν ήταν μόνο ένα πέταλο, ήταν μια ζωή, η ζωή ενός ανθρώπου. Πριν από λίγο, όταν βρισκόταν στις φυλακές, ήθελε όσο τίποτα να κόψει αυτό το πέταλο, μα τώρα έβλεπε πως δεν ήταν τόσο εύκολο. Αν και ήταν απίστευτο, είχε πάρει την απόφασή της. Άφησε την παπαρούνα να πέσει στο πάτωμα του δωματίου, αφήνοντας ανέγγιχτο το πέταλό της.

– ο θάνατός σου δεν είναι η λύση, είπε θαρρετά, απευθυνόμενη όχι μόνο στο Μάγο, αλλά και στον Άνβιους, που την κοιτούσε σαν να ήταν τρελή. Δε θέλω να σε σκοτώσω. Κάθε ζωή αξίζει. Όλα τα πλάσματα αξίζουν να ζουν, κι όχι μόνο να ζουν, αλλά να ζουν ευτυχισμένα. Σ’ αφήνω να ζήσεις για να σκεφτείς τι νόημα έχουν όλα αυτά που κάνεις. Γιατί κάνεις τόσους ανθρώπους δυστυχισμένους; Πώς θα ένοιωθες εσύ στη θέση τους;

Προς μεγάλη έκπληξη όλων, ο Μάγος δεν της επιτέθηκε. Έμεινε για λίγο ακίνητος να την κοιτάζει, χωρίς κανείς να μπορεί να διακρίνει το βλέμμα μέσα από τη μαύρη κουκούλα.

– Εγώ είμαι πιο δυστυχισμένος απ’ αυτούς, Καρείτε! ψιθύρισε μετά. Κανείς ποτέ δε με αγάπησε…Πάντα όλοι με μισούσαν!…Θα προτιμούσα να είμαι κλεισμένος σ’ ένα κελί, παρά αυτός που είμαι τώρα. Δε σκοπεύω να σε σκοτώσω, ούτε εσένα ούτε το φίλο σου, και σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες μια ευκαιρία, αλλά είναι καλύτερα να με σκοτώσεις.

Η Καρείτε ανατρίχιασε στα λόγια του Μάγου. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένας τόσο σκληρός άνθρωπος μπορούσε να είναι τόσο δυστυχισμένος.

Ξαφνικά, ακούστηκε ένας ήχος και μια αστραπή έσκισε τον ουρανό. Το σκοινί που κρατούσε τον Άνβιους καθηλωμένο στο έδαφος εξαφανίστηκε. Έτσι το αγόρι έτρεξε κοντά στην Καρείτε, για να την προστατέψει από τυχόν επίθεση του Μάγου.

Τα κελιά των φυλακών άνοιξαν και οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα ελευθερώθηκαν. Έτρεξαν έξω, στον καθαρό αέρα. Ο Μάγος και τα παιδιά μπορούσαν να τους δουν· το δωμάτιο που βρισκόταν ήταν σχεδόν ίσο με το έδαφος. Άλλοι γελούσαν, άλλοι έκλαιγαν, καθώς συναντιόνταν με συντρόφους που είχαν καιρό να δουν.

Ο ήλιος ανέτειλε εκείνη τη στιγμή, δίνοντας στον κατάμαυρο ουρανό ένα χαρούμενο πορτοκαλί χρώμα που όμοιό του κανείς δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ακόμα και ο Άνβιους ένιωσε ένα παράξενο και υπέροχο συναίσθημα, που όμως είχε πάρα πολύ καιρό να νοιώσει. Ένα συναίσθημα που όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη, τη χαρά.

– Ορίστε, τους ελευθέρωσα όλους, αν αυτό ήταν που ήθελες! είπε ξαφνικά ο

Μάγος στην Καρείτε. Τώρα κάνε αυτό που έπρεπε να έχεις κάνει!.

Η Καρείτε τον κοίταξε λυπημένα.

–  Ακόμα δεν κατάλαβες; είπε. Δεν πρόκειται να σε σκοτώσω. Σε συμβουλεύω να κάνεις ένα ταξίδι για ν’ ανακαλύψεις τον εαυτό σου. Όταν τον αγαπήσεις, θα σε αγαπήσουν κι οι άλλοι. Ψάξε για την ευτυχία! Μπορείς να τη βρεις άμα το θέλεις!

Για λίγο όλοι έμειναν ακίνητοι, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Ξαφνικά, η παπαρούνα με το μαύρο πέταλο άρχισε να λάμπει. Το πέταλό της, από μαύρο πήρε ένα φωτεινό κόκκινο χρώμα κι έβγαλε κι άλλα, φωτεινά κόκκινα πέταλα. Ήταν η ομορφότερη παπαρούνα που είχαν δει ποτέ.

Ο Μάγος τη μάζεψε και την κοίταξε με μια απορία, που διαισθάνθηκαν όλοι μέσα στο δωμάτιο, αν και κανείς δεν έβλεπε το πρόσωπό του μέσα απ’ την κουκούλα.Ύστερα, την έδωσε στην Καρείτε.

– Μα είναι η ζωή σου! αναφώνησε έκπληκτη εκείνη.

– Σε εσένα χρωστάω τη ζωή μου, της απάντησε. Εξάλλου, δεν τη χρειάζομαι

πια. Είμαι ελεύθερος, χάρη σ’ εσένα. Δε χρειάζομαι την παπαρούνα για να ζω.

Ύστερα, χωρίς καμιά προειδοποίηση, η φιγούρα του άρχισε να γίνεται θολή, όλο και πιο θολή, μέχρι που εξαφανίστηκε. Όχι, μην σας περάσει απ’ το μυαλό ότι πέθανε. Πήγε να κάνει το ταξίδι που του σύστησε η Καρείτε, για να κερδίσει τη ζωή.

Ο Άνβιους κοίταξε έκπληκτος τη φίλη του.

– Ποτέ δεν περίμενα τέτοια εξέλιξη. Μπορούμε να του έχουμε εμπιστοσύνη; Πώς ξέρουμε πως δε θα ξαναρχίσει τα ίδια;

Η Καρείτε του έδειξε την παπαρούνα.

– Δε θα άλλαζε, αν δεν είχε αλλάξει κι αυτός, είπε.

Μετά πήραν το δρόμο του γυρισμού.

– Δηλαδή πιστεύεις, ρώτησε ο Άνβιους την Καρείτε μετά από αρκετή ώρα

Περπάτημα, ότι όλες οι ζωές έχουν αξία;

– Ακριβώς! του απάντησε η κοπέλα χαμογελώντας.

– Ακόμα κι αν θέλεις να πάρεις εκδίκηση;

– Ιδιαίτερα τότε. Οι αθώοι δε φταίνε να πληρώνουν τα λάθη κάποιων άλλων.

Είχε καταλάβει ότι ο Άνβιους μιλούσε γι’ αυτό που της είχε πει κάποτε, ότι θα κάνει τρομοκρατικές επιθέσεις, για να εκδικηθεί για τον άδικο θάνατο του πατέρα του.

– Τότε θα σκεφτώ καλύτερα αν θα κάνω αυτό που σου είπα την πρώτη φορά

που συναντηθήκαμε, είπε το αγόρι βεβαιώνοντας τη σκέψη της Καρείτε.

Μια ξαφνική λάμψη τη διέκοψε. Ήταν σαν να εμφανίστηκε ένας καθρέφτης στον αέρα, μόνο που η εικόνα που παρουσίαζε δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα του δάσους που βρίσκονταν τα παιδιά. Ήταν μια πύλη που, όπως τους είχε πει η νεράιδα, θα τους οδηγούσε πίσω στα σπίτια τους. Απ’ ότι έβλεπαν μέσα, ήταν η πύλη της Καρείτε. Η κοπέλα προχώρησε θαρρετά προς το μέρος της.

– Αντίο Άνβιους! φώναξε στο αγόρι που την κοιτούσε από μακριά, κουνώντας του το χέρι.

– Αντίο! Ελπίζω κάποια μέρα να ξανασυναντηθούμε! της φώναξε.

Αν και αυτό που είπε ήταν δύσκολο να γίνει, κι οι δυο κάπου μέσα τους πίστευαν πως θα ξαναβρισκόντουσαν.

Καθώς η Καρείτε περνούσε απ’ τη μια μεριά της πύλης στην άλλη, εκείνη εξαφανιζόταν. Ο Άνβιους την κοίταξε, ίσως για τελευταία φορά, να διασχίζει την πύλη και σκέφτηκε αυτό που… θα προτιμούσε, άλλη μια αναμέτρηση με το Μαύρο Μάγο, παρά να της πει: «Είσαι σπουδαίο κορίτσι, Καρείτε. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ…».

Μακρή Ιωάννα, μαθήτρια 3ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, τάξη Α`, σχολ. έτος 2003 -2004

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: