Άγονη γραμμή

27 Οκτωβρίου 2008

Το Έπος του ’40 και η πείνα του ’41

Filed under: Στυλιανουδάκη Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 8:24 μμ
Tags:

Έφτασε πάλι και φέτος η 28η Οκτωβρίου. Σύσσωμο το Έθνος, μαζί και η πόλη μας, ετοιμάζεται να γιορτάσει την εθνική επέτειο. Η γαλανόλευκη κυματίζει περήφανη στα δημόσια καταστήματα. Το άγαλμα του Αγνώστου Στρατιώτη στην ανασκαμμένη του πλατεία, με το βλέμμα στραμμένο αλλού, θα δεχτεί, έστω και σκονισμένο, τα δάφνινα στεφάνια από μαθητές, προσκόπους και άλλους φορείς.

Οι καμπάνες της Δοξολογίας θα ηχήσουν χαρμόσυνες. Οι στομφώδεις πανηγυρικοί θα τονίσουν, για μια ακόμη φορά, τον άνισο αγώνα του λαού μας, ενάντια στη γερμανική λαίλαπα.

Τα εμβατήρια θα δώσουν τον ηρωικό τόνο της ημέρας, σκορπίζοντας ρίγη συγκινήσεως στους πιο μεγάλους, θα αφήσουν όμως παγερά αδιάφορη την πλειονότητα της νεολαίας μας, που σε αιφνιδιαστική ερώτηση δεν ξέρει να απαντήσει, αν το 1940 πολεμήσαμε τους Γερμανούς ή τους Τούρκους.

Η λεωφόρος θα πλημμυρίσει από τις διμοιρίες των αγύμναστων μαθητών και των μαθητριών με την εξεζητημένη εμφάνιση, που αγωνίζονται να βρουν το σωστό βηματισμό.

Τα αναπλασμένα πεζοδρόμια θα αποδειχτούν ανεπαρκή για να χωρέσουν τον κόσμο, που θα τρέξει να χειροκροτήσει την ελπίδα του Έθνους.

Στο τέλος θα γίνουν όλοι ένας συρφετός που θα καταλήξει στις καφετέριες, τα ταχυφαγεία και τα άλλα κέντρα αναψυχής και εστιάσεως.

Αυτός θεωρείται εορτασμός της Εθνικής Επετείου, που, σε τελευταία ανάλυση προσφέρει στους μαθητές τουλάχιστον ένα διήμερο ξενοιασιάς, στους εργαζόμενους λίγη χαλάρωση από την πίεση της δουλειάς και στα καταστήματα που εμπλέκονται στην όλη διαδικασία, ασυνήθιστες εισπράξεις. Το τελευταίο, κυρίως, είναι και ο λόγος που δεν πρόκειται να καταργηθούν οι παρελάσεις, αλλά και κανείς θεσμός οικονομικού χαρακτήρα.

Εγώ, όμως, σήμερα, ως ελάχιστη συμβολή στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, θέλω να καταθέσω δυο περιστατικά που συνέβησαν στο Ρέθυμνο και που μου τα διηγήθηκε ο μακαρίτης ο πατέρας μου.

Το Μάη του ’41, όπως ξέρομε, έπεσαν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο Νησί μας, και καθώς οι στρατευμένοι Κρητικοί πολεμούσαν στο Μέτωπο, τους αντιμετώπισε ο άμαχος πληθυσμός με ό,τι μέσo διέθετε, ακόμη και με αγροτικά εργαλεία και ξύλα. Τότε γράφτηκαν πραγματικά μεγαλειώδεις σελίδες στην ιστορία μας, που αποτέλεσαν τη θρυλική Μάχη της Κρήτης.

Τα Περιβόλια και η ευρύτερη περιοχή διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στη μάχη εκείνη και γι αυτό τιμωρήθηκαν σκληρά από τους Γερμανούς με τις ομαδικές εκτελέσεις στα Μισίρια, όπως μαρτυρεί το Ηρώο, που στήθηκε στο σημείο της θυσίας τους.

Οι Περβολιανοί έντρομοι από τους συνεχείς βομβαρδισμούς οδήγησαν τις γυναίκες ,τα παιδιά και τους γέρους σε κάποιες σπηλιές, κοντά στους γειτονικούς οικισμούς, Αγία Ειρήνη και Καστελλάκια, αφήνοντας τα σπίτια και το βιος τους στο έλεος των επιδρομέων, αλλά και των ντόπιων δωσίλογων και πατριδοκάπηλων. Οι κασέλες των γυναικών παραβιάστηκαν και πολύτιμα υφαντά κι εργόχειρα έκαμαν φτερά. Φτερά έκαμαν και τα αποθηκευμένα τρόφιμα των νοικοκυριών. Τα οικόσιτα ζώα μέρα με τη μέρα εξαφανίζονταν, για να καλύψουν τις γαστρονομικές ανάγκες των κατακτητών και των συνεργατών τους. Τα αγαθά, κυρίως τα εισαγόμενα, άρχισαν να λιγοστεύουν, οι καιροσκόποι και οι μαυραγορίτες έκαναν χρυσές δουλειές. Ο χειμώνας προμηνυόταν βαρύς και δύσκολος.

Εγώ, έξι μηνών βρέφος στις φασκιές, δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα συνέβαιναν γύρω μου. ΄Εκλαιγα μόνο, γιατί το γάλα της μητέρας μου δεν έφτανε για να χορτάσω. Εκείνη το καταλάβαινε, αλλά δεν είχε να μου δώσει κάποιο συμπλήρωμα, γιατί τις κατσίκες μας τις είχαν πάρει οι Γερμανοί. Ο πατέρας προσπαθούσε να βρει τρόπο να εξοικονομήσει κάτι για να βολέψει την κατάσταση, αλλά μάταια.

Κάποια μέρα άκουσε πως ένα καΐκι είχε ξεφορτώσει κρυφά ρύζι στη Σούδα, αλλά οι Γερμανοί το αντιλήφθηκαν, έσκισαν τα σακιά και το ρύζι χύθηκε στην προβλήτα του λιμανιού. Ο κόσμος έτρεχε και το μάζευε πατείς με πατώ σε. Ο πατέρας χωρίς δισταγμό καβαλίκεψε ένα κουτσό μουλάρι που δεν το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και ξεκίνησε για τη Σούδα, παίρνοντας μαζί του και μια σκούπα για ευνόητους λόγους.

Όταν έφτασε, ο κόσμος είχε μαζέψει τον κύριο όγκο του ρυζιού. Ήταν, όμως, αρκετό ακόμη διασκορπισμένο σε μεγάλη ακτίνα, ανάμεσα σε χώματα και κοπριές, πράγμα που δεν εμπόδιζε τους πεινασμένους Κρητικούς να το μαζεύουν με γρήγορες κινήσεις, για να προλάβουν το διπλανό τους. Πόσο, αλήθεια, εξαχρειώνει τους ανθρώπους ο πόλεμος!

Ο πατέρας μου έβαλε σε ενέργεια τη σκούπα και άρχισε κι αυτός να σωριάζει τα χώματα με τις ακαθαρσίες με την ελπίδα ότι το ρύζι που θα ξεκαθάριζε θα άξιζε τον κόπο. Μετά από πολλή προσπάθεια, γέμισε δυο τσουβαλάκια, τα φόρτωσε στο μουλάρι και επέστρεψε στο Ρέθυμνο.

Η μητέρα μου ανάλαβε να το πλύνει, αμέτρητα νερά, μέχρι να το καθαρίσει. Το ζύγισε με το κανταράκι. Ήταν μόνο τρεις οκάδες! Το στέγνωσε, το άλεσε στο χειρόμυλο και μου έφτιαχνε λίγη σούπα, συμπλήρωμα στο μητρικό θηλασμό. Έτσι πέρασα το δύσκολο χειμώνα του ’41.

Οι μεγάλοι τα βόλευαν, κάπως, με τα προϊόντα της γης. Κάποια περιβολάκια που φύτευαν πίσω από τα σπίτια τους, ελιές, λαδάκι, λίγα όσπρια και άγρια χόρτα τους βοήθησαν να αντέξουν. Αυτοί που υπόφεραν ήταν οι εκτός Κρήτης προερχόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι, που εγκλωβίστηκαν στο νησί, χωρίς εισοδήματα, αφού τα όποια χρήματα που βρέθηκαν στα χέρια τους δεν είχαν καμιά αγοραστική αξία. Αυτοί πραγματικά πείνασαν. Όσο κι αν τους βοήθησε η κρητική φιλοξενία τον πρώτο καιρό, όμως, στη συνέχεια, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης των ντόπιων και ο φόβος για το αύριο λειτούργησε αρνητικά γι αυτούς.

Ένα απόγευμα, που ο πατέρας μου βρισκόταν στο περιβόλι, ψάχνοντας για κάτι φαγώσιμο, τον χαιρέτισε ευγενικά μια ώριμη κυρία με αριστοκρατική εμφάνιση. Εκείνος, όπως ήταν φυσικό, τη ρώτησε ποια είναι και ποιος ο σκοπός τής εκεί παρουσίας της. Η κυρία με δάκρυα στα μάτια του απάντησε πως είναι η γυναίκα του εισαγγελέα και του περιέγραψε το δράμα της, ότι αδυνατούσε να εξοικονομήσει λίγο φαγητό για τα τρία της παιδιά, γεγονός που την έκαμε να παραμερίσει την ντροπή και να βγει στη ζητιανιά. Ο πατέρας μου τη λυπήθηκε, αλλά της είπε πως δεν είχε να της δώσει τίποτα, γιατί και η δική του οικογένεια αντιμετώπιζε ανάλογο πρόβλημα.

Η γυναίκα τού έδειξε μια κίτρινη κολοκύθα που είχε σωθεί μισοκρυμμένη ανάμεσα στους ξεραμένους της βλαστούς και τον παρακάλεσε να της την δώσει. Την πήρε παραμάσχαλα λάμποντας από χαρά, τον ευχαρίστησε από καρδιάς και έφυγε τρέχοντας.

Η Κατοχή πέρασε με θλιβερούς απολογισμούς. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν, άργησαν να συνέλθουν, αλλά σιγά σιγά οι πληγές έκλεισαν και η ζωή επανήλθε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του ’45 μια ωραία κυρία με άσπρα μαλλιά έκαμε την εμφάνισή της στα Περιβόλια, έδειχνε το περιβόλι μας σε μια γειτόνισσα και έψαχνε τον ιδιοκτήτη. Ο πατέρας μου έκπληκτος αναγνώρισε τη σύζυγο του εισαγγελέα. Εκείνη τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ευχαρίστησε και πάλι για την ευγενική του χειρονομία, που, όπως του είπε, εξασφάλισε στα παιδιά της φαγητό για μιαν εβδομάδα. Ύστερα, άνοιξε την τσάντα της, του έδωσε ένα πακέτο και τον αποχαιρέτησε πληροφορώντας τον πως ο άνδρας της είχε πάρει μετάθεση για την Αθήνα και ότι είχε έρθει στο Ρέθυμνο, για να ευχαριστήσει τους ανθρώπους που τη στήριξαν τις δύσκολες μέρες. Το δέμα περιείχε μια χαρτοσακούλα ζάχαρη, ένα πακετάκι καφέ και μια κούτα τσιγάρα!

-Ζήτω, αθάνατη Ελλάδα μας, με την αδάμαστη ψυχή, τη μεγάλη σου καρδιά και το μοναδικό σου φιλότιμο!!

Στέλλα Στυλιανουδάκη-Δερεδάκη

27 Οκτωβρίου 2008

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: