Άγονη γραμμή

24 Νοεμβρίου 2008

Όλα θα πάνε καλά…

Filed under: Μαμαλάκης Μιχαήλ — Άγονη Γραμμή @ 2:00 μμ
Tags:

Γ’Βραβείο 2ου Μαθητικού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου στην κατηγορία: Διήγημα Γυμνασίου (2004)

Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν μία και είκοσι εννιά το μεσημέρι. Ένα λεπτό απόμενε για να σημάνει το κουδούνι του σχολείου. Ένα λεπτό από το τέλος της σχολικής χρονιάς και την έναρξη των καλοκαιρινών διακοπών. Ο Νικόλας μαζί με το φίλο του Παντελή είχαν καρφώσει τα μάτια τους πάνω στους δείκτες του ρολογιού που βρισκόταν δίπλα στον πίνακα.

Ο δάσκαλος, όπως πάντα τέτοια ώρα, έκανε το πιο βαρετό μάθημα, « Πολιτική Αγωγή». Εκείνη τη στιγμή έλεγε:

–  Λοιπόν παιδιά, ανακεφαλαιώνω. Το Ελληνικό κοινοβούλιο είπαμε ότι αποτελείται από τριακόσιους εκπροσώπους του λαού που ονομάζονται…

Δεν πρόλαβε, όμως, να ολοκληρώσει τη φράση του. Εκείνη τη στιγμή ο Νικόλας και ο Παντελής φώναξαν δυνατά:

–  Τρία, δυο, ένα! Γιούπι!!! Άρχισαν οι διακοπές! Τέλος το σχολείο!!!

Το κουδούνι ήχησε δυνατά και χαρούμενα αντηχώντας σε όλο το χωριό, γιατί κάπου εδώ τελείωνε και η δική του εργασία και έτσι θα μπορούσε και αυτό να ξεκουραστεί λίγους μήνες. Η αυλή πλημμύρισε από παιδικές χαρούμενες φωνές. Όλα τα παιδιά έτρεχαν να αφήσουν τις βαριές τσάντες στα σπίτια τους και να αρχίσουν το παιγνίδι και τη διασκέ­δαση χωρίς να χάσουν λεπτό. Ο Νικόλας θα ασχολιόταν με την αγαπημένη του δραστηριότητα, που συγχρόνως του έδινε την ευκαιρία να παίζει. Θα έβοσκε τα λίγα πρόβατα της γιαγιάς του, της κυρά-Γιαννούλας, για να την ξεκουράσει λιγάκι. Ήταν γριά και ανήμπορη με ασθενική καρδιά. Όμως τη λάτρευε. Εξάλλου, ήταν και ο μοναδικός συγγενής που είχε, αφού ένα τροχαίο τον είχε ορφανέψει και από τους δύο γονείς.

Στο σταυροδρόμι που χώριζαν οι δρόμοι των δυο παιδιών ο Νικόλας πρότεινε στο Παντελή αν ήθελε να πάνε μαζί να βοσκήσουν τα προβατάκια. Ο φίλος του δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, και έτσι τα δυο παιδιά έδωσαν ραντεβού την επόμενη μέρα το πρωί στον ποταμό του « Πράσινου Κάμπου». Μετά τράβηξε ο καθένας το δρόμο του σιγοτραγουδώντας.

Ο Νικόλας έφτασε στο σπίτι του και βρήκε τη γιαγιά του καθισμένη στο καναπέ να πλέκει. Έπλεκε μια κουβέρτα για τις κρύες νύχτες του χειμώνα και το σχέδιό της ήταν δυο ήλιοι και δυο ουρανοί. Το σχέδιο ήταν πρωτότυπο. Δεν το είχε καμιά άλλη γυναίκα στο χωριό. Της το είχε φέρει μια ανιψιά της από την πρωτεύουσα. Μπαίνοντας ο Νικόλας τη χαιρέτησε γελαστός και τη φίλησε. Άφησε την τσάντα του γρήγορα δίπλα στη γιαγιά και πήγε να φύγει.

– Που πας παιδί μου; Κάτσε παλικάρι μου να φας και μετά θα παίξεις!

– Δε μπορώ τώρα, γιαγιά! Με περιμένουν! Τι φαΐ έχει;

– Έβρασα χορταράκια, γιε μου, που βρήκα στο βουνό το πρωί που πήγα τα ζώα να βοσκήσουν. Είναι νόστιμα, γιατί είναι διάφορα…

– Πάλι χόρτα, καλέ γιαγιά, έκανε ο Νικόλας κακόκεφα.

Όμως αμέσως σκέφτηκε ότι θα στενοχωρηθεί η γιαγιά του και πρόσθεσε:

– Καλά, μα τώρα δε πεινάω. Πάω να παίξω και ύστερα… Με περιμένουν… Το έχουμε κανονίσει πριν δυο βδομάδες.

Ο Νικόλας πετάχτηκε έξω τρέχοντας και η γιαγιά κούνησε το κεφάλι λέγοντας.

– Αχ παιδιά… Πάντα τα ίδια… Η μεγαλύτερή τους έγνοια και σκοτούρα το παιγνίδι.

Ύστερα σηκώθηκε και με αργά, κουρασμένα βήματα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, για να μαγειρέψει κάτι άλλο στον εγγονό της, μιας και τα χόρτα το ήξερε καλά πως δεν θα τα έτρωγε. Τα ρυτιδιασμένα της χέρια έσυραν μια κατσαρόλα και την ακούμπησαν πάνω στο πετρογκάζ. Έπειτα έριξε νερό μέσα και το έβαλε να βράσει. Πήρε από ένα σακούλι μια χούφτα μαυρομάτικα φασόλια που είχε ξεράνει από το περασμένο καλοκαίρι και τα έριξε στην κατσαρόλα.

Οι ώρες πέρασαν γρήγορα και ήρθε το βράδυ. Ο Νικόλας είχε επιστρέψει από το παιγνίδι του πριν να νυχτώσει και τώρα έπινε ένα γάλα για βραδινό μαζί με τη γιαγιά του. Όταν τέλειωσαν κουβέντιασαν λίγο, είπαν τα νέα της ημέρας και έπειτα ο Νικόλας καληνύχτισε και ανέβηκε την ξύλινη σκάλα για να κοιμηθεί στο μικρό κρεβατάκι που βρισκόταν στο πάνω δωμάτιο. Η γιαγιά, αφού μάζεψε τα πιάτα και τα έπλυνε, κατευθύνθηκε και εκείνη προς το κρεβάτι της. Αυτό βρισκόταν κάτω δίπλα στον ξύλινο καναπέ, γιατί η ηλικία της δεν της επέτρεπε να ανεβοκατεβαίνει πολλές φορές τη σκάλα. Έκανε την προσευχή της και παρακάλεσε το Θεό να έχει γερό και δυνατό το εγγονάκι της και την ίδια, για να το προσέχει και να το μεγαλώσει. Κατόπιν ξάπλωσε με αργές πάντα κινήσεις στο κρεβάτι της, αφού πρώτα σταύρωσε το μαξιλάρι της. Τα μάτια της έκλεισαν και ο νους της ταξίδεψε σε τόπους γνώριμους, που ήταν γεμάτοι αναμνήσεις· τότε που ζούσαν η κόρη, ο άνδρας της και ο γαμπρός της….

Ο Νικόλας ξαπλωμένος χάζευε τα αστέρια από το παράθυρο που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του. Ο ουρανός, αν και σκοτεινός, έδειχνε καθαρός, ξάστερος και το ολόγιομο φεγγάρι απολάμβανε τον περίπατό του καλησπερίζοντας τα αστέρια.

Σε λίγο ο ύπνος άρχισε σιγά-σιγά να του κλείνει γλυκά τα βλέφαρα. Ένα αστέρι έπεφτε εκείνη τη στιγμή. Ο Νικόλας έκανε μια ευχή.

– Ο Θεός να προστατεύει τη γιαγιούλα μου και να της δίνει πάντα υγεία και χρόνια πολλά.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ενώ χάζευε ακόμη τα αστέρια χασμουρήθηκε βαθιά και έπειτα βυθίστηκε και αυτός στα δικά του όνειρα.

Η νύχτα, σαν οδοιπόρος που ταξίδευε ώρες ατέλειωτες, κάθισε να ξαποστάσει για λίγο στο μικρό χωριό του Νικόλα. Τη «Μεγάλη Βρύση», όπως το έλεγαν. Αφού ξεκουράστηκε πήρε τους καλούς της φίλους, τα αστέρια και το φεγγάρι, και συνέχισε πάλι το ταξίδι της. Είχε ξεμακρύνει πολύ, μέχρι που χάθηκε από το στερέωμα. Τη θέση της πήρε τώρα « ο ήλιος ο ηλιάτορας», όπως λέει και ο Ελύτης, που ξεπρόβαλε από το απέναντι βουνό, που το όνομά του ήταν «Πάνδος». Οι αχτίνες του φώτισαν τον ουρανό και έφτασαν στη γη. Μια από αυτές, πιο παιγνιδιάρα από τις άλλες, πέρασε μέσα από μια χαραμάδα του παράθυρου του Νικόλα και πήγε και στρογγυλοκάθισε στα μάτια του. Ο Νικόλας τα άνοιξε, χασμουρήθηκε, έξυσε το κεφάλι του, σηκώθηκε και ντύθηκε. Μαζί του πήρε μια φλογέρα που είχε στο συρταράκι του μικρού τραπεζιού που τοποθετούσε τα βιβλία του. Μετά βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε τη σκάλα χοροπηδώντας.

Η γιαγιά του είχε σηκωθεί από πολύ νωρίς, συγύριζε το σπίτι και ετοίμαζε το πρωινό του εγγονού της. Γάλα από τα προβατάκια τους και παξιμάδι που το είχε φτιάξει η ίδια.

Ο Νικόλας κατέβηκε χαρωπός, καλημέρισε τη γιαγιά του και, αφού την αγκάλιασε σφιχτά, τη φίλησε με πολύ αγάπη. Μετά πήρε το παξιμάδι, ήπιε μια γουλιά γάλα, πήρε από το τραπέζι τη πάνινη τσάντα με το κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η κυρά-Γιαννούλα και έφυγε βιαστικά χαιρετώντας την πάλι.

Η γιαγιά προσπάθησε να τον προλάβει στην πόρτα αλλά πού… Πρόλαβε μόνο να του φωνάξει καθώς απομακρυνόταν τρέχοντας:

– Πού πας, παιδί μου, νηστικός; Δεν έφαγες τίποτα! Έλα ‘δώ!

– Δεν πεινάω, γιαγιούλα. Εξάλλου πήρα μαζί το κολατσιό μου!

– Και πότε πεινάς εσύ; Μου έχεις ρέψει τελευταία, αγοράκι μου. Θα μου αρρωστήσεις και τότε τι θα κάνω!

Ο εγγονός της είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά και σίγουρα τις τελευταίες λέξεις της γιαγιά του δεν τις άκουσε. Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι της και μπήκε στη κουζίνα για να συνεχίσει το συγύρισμα. Ο Νικόλας έβγαλε τα ζώα από τη στάνη και τα κατεύθυνε στο σημείο που είχαν συνεννοηθεί με τον Παντελή ότι θα συναντηθούν. Ο φίλος του ήταν εκεί από πιο νωρίς και τον περίμενε κρατώντας στα χέρια του μια μπάλα. Την είχε φέρει για να παίξουν. Όταν έφτασε εκεί, αφού χαιρετήθηκαν, ξεκίνησαν μαζί για το « Πράσινο Κάμπο», ένα καταπράσινο λιβάδι που ήταν λίγο πιο κάτω, στους πρόποδες του « Πάνδου».

Μετά από λίγη ώρα οι δυο φίλοι βρίσκονταν καθισμένοι κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά να συζητάνε, ενώ πιο πέρα τα πρόβατα έβοσκαν στο παχύ και ψηλό χορτάρι που βρισκόταν γύρω από τις όχθες του ποταμού, που κυλούσε τα πεντακάθαρα νερά του σιγοτραγουδώντας κάποιους σκοπούς που μόνο η φύση γνώριζε.

Στο σπίτι η γιαγιά συνέχιζε να κάνει τις καθημερινές της δουλειές ανακουφισμένη και πιο ξεκούραστη, αφού από σήμερα και για τρεις μήνες περίπου δεν θα χρειαζόταν να ξαναβοσκήσει τα πρόβατα. Τη δουλειά αυτή την είχε αναλάβει το «παλικάρι» της, όπως έλεγε, «ο άνδρας του σπιτιού».

Ο Γιωργάκης της κυρά-Πόπης, ένα γειτονόπουλο, συνήθιζε κάθε χρόνο, αφού έκλειναν τα σχολεία, να πηγαίνει τα πρωινά στη γιαγιά για να της κάνει παρέα και να τη βοηθάει όπου μπορούσε. Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά-Γιαννούλα ο Γιωργάκης. Την είχε σαν γιαγιά του, αφού αυτός δεν πρόλαβε να γνωρίσει καμία από τις δικές του. Και κείνη τον φίλευε πάντα ό,τι είχε· καρύδια, σταφίδες, καμιά καραμέλα, κανένα κουλουράκι. Και όταν δεν είχε τίποτα από αυτά τον φίλευε πολλή αγάπη και άλλα τόσα φιλιά και ευχές. Πιο πολύ τον ήθελε για παρέα η γιαγιά. Σπάνια του έλεγε να τη βοηθήσει σε κάτι.

Έτσι και σήμερα, πρώτη μέρα των διακοπών, η γιαγιά τον περίμενε από το πρωί. Άργησε όμως να φανεί και τον αναζητούσε.

– Πρώτη μέρα σήμερα. Άσ’ το και αυτό το καημένο να ξεκουραστεί από το μπελά του σχολειού. Να χορτάσει τουλάχιστον αυτό ύπνο. Γιατί το δικό μου, το πουλάκι μου, έφυγε αξημέρωτα, μονολογούσε.

Θα ήταν δώδεκα παρά όταν ακούστηκε ένα δειλό κτύπημα στην πόρτα. Η γιαγιά αναρωτήθηκε ποιος να ήταν τάχα, αφού πια  δεν περίμενε το Γιωργάκη τόσο αργά. Με μικρά και όσο γρήγορα βήματα μπορούσε, πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε. Μπροστά της αντίκρισε ένα κοντούλικο ξανθό αγοράκι με δυο μάτια σαν θάλασσες μεγάλα και γαλάζια. Κι όμως ήταν ο Γιωργάκης!

Μόλις τον είδε η γιαγιά έλαμψε το πρόσωπό της. Άνοιξε τα δυο της χέρια σε μια μεγάλη αγκαλιά και τον έσφιξε μέσα.

– Καλώς το το παλικάρι μου! Καλώς το το Γιωργάκη μου! Γιατί άργησες παιδί μου να έρθεις και είπα και εγώ πως με ξέχασες! Προβιβάστηκες; Καλές διακοπές, καλό καλοκαίρι!

– Δεν σε ξέχασα γιαγιά-Γιαννούλα. Αλλά ήθελε η μητέρα μου να της ποτίσω το λαχανόκηπο, γιατί είχε τέσσερις μέρες να τον ποτίσει και με τις ζέστες θα ξεραινόταν, και καθυστέρησα λιγάκι. Ναι, προβιβάστηκα και του χρόνου θα πάω στην τετάρτη τάξη. Όμως πες μου τι δουλειά θέλεις να σου κάνω να σε βοηθήσω. Πρόλαβα ή τις έκανες όλες μόνη σου;

– Εσύ θα μου κάμεις την καλύτερη δουλειά! Θα κάτσεις εδώ κοντά μου να μου κάνεις παρέα που είμαι ολομόναχη. Να μου κουβεντιάζεις, να σου λέω και εγώ ιστορίες και να πλέκω, να περνά η ώρα μας.

– Δεν είναι αυτή γιαγιά δουλειά αλλά τι να κάνω! Άργησα να έρθω και τις τελείωσες όλες. Μα τρελαίνομαι να μου λες ιστορίες από τα παλιά.

Ο Γιωργάκης στρογγυλοκάθισε, λοιπόν, στον καναπέ και η γιαγιά κατευθύνθηκε με αργά βήματα, όπως συνήθιζε, προς την κουζίνα. Έπιασε από το τραπέζι ένα μπουκάλι με πορτοκαλάδα, κατέβασε και ένα ποτήρι από τον μπουφέ και ξεβίδωσε το καπάκι του μπουκαλιού. Ήθελε να κεράσει έστω μια πορτοκαλάδα το καλό αυτό παιδί, που και πάλι φέτος θα το είχε συντροφιά τα πρωινά.

Ο Γιωργάκης που είχε μαντέψει γιατί τον άφησε η γιαγιά και μπήκε στην κουζίνα περίμενε με ανυπομονησία το κέρασμα. Καθόταν πάνω στον καναπέ και κουνούσε με ρυθμό τα πόδια του πέρα-δώθε μιας, και δεν έφταναν να ακουμπήσουν στο ξύλινο πάτωμα.Ξαφνικά ακούει ένα γδούπο και ένα δυνατό θόρυβο μέσα στην κουζίνα. Σαν ένα σώμα που πέφτει κάτω και ένα μπουκάλι που πέφτει και σπάει. Συγχρόνως ακούει και τη φωνή της γιαγιάς να φωνάζει:

– Παναγιά μου! Παναγιά μου! Τι πόνος είναι αυτός! Βοήθα με, Παναγιά μου! Θα πεθάνω! Ωχ! Ωχ! Ωχ!

Ο Γιωργάκης τρομοκρατημένος ορμάει μέσα στην κουζίνα και βλέπει τη γιαγιά πεσμένη στο πάτωμα να σφαδάζει από πόνους. Δίπλα της βρισκόταν σπασμένα γυαλιά και χυμένη πορτοκαλάδα. Την άρπαξε και προσπάθησε να την σηκώσει, αλλά ήταν αδύνατο.

– Γιαγιά! Γιαγιά! Τι έπαθες, γιαγιά; Είσαι καλά; Πού πονάς; Πώς έπεσες; Τι να σου κάνω; Δεν μπορώ να σε σηκώσω!

Η κυρά-Γιαννούλα είχε γίνει κάτασπρη και κρύος ιδρώτας έλουζε το πρόσωπό της. Με μεγάλη δυσκολία του ψιθύρισε:

– Πονάω… Πονάω παιδί μου πολύ…φώναξε κάποιον … γρήγο­ρα … Ύστερα η κυρά-Γιαννούλα έκλεισε τα μάτια της και δεν έδειχνε να έχει επαφή με το περιβάλλον. Είχε λιποθυμήσει.

Ο Γιωργάκης πανικόβλητος πετιέται έξω από το σπίτι και τρέχει προς το δικό του φωνάζοντας:

-Βοήθεια! Βοήθεια! Η Γιαγιά- Γιαννούλα κάτι έπαθε! Πονάει πολύ! Πεθαίνει! Βοήθεια! Μαμά! Μπαμπά! Που είναι ο μπαμπάς;

Είχε πια φτάσει στο σπίτι και η μητέρα του τον ρωτούσε γεμάτη αγωνία να μάθει τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να καταλάβει έτσι μαζεμένα που τα έλεγε ο Γιωργάκης. Εκείνη την ώρα ακούστηκε η μηχανή του αυτοκινήτου του κυρ- Βασίλη, του πατέρα του Γιωργάκη. Ο Γιωργάκης μαζί με τους γείτονες που είχαν μαζευτεί από τις φωνές του, έτρεξαν κοντά στον κυρ-Βασίλη, που μόλις είχε επιστρέψει με το αγροτικό του από τα χωράφια. Αφού με τα πολλά κατάφερε ο Γιωργάκης μέσα στην ταραχή του να τους εξηγήσει τι συμβαίνει, πήγαν στο σπίτι στης γιαγιάς και, αφού την συνέφεραν, την έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο για να την πάνε στο νοσοκομείο. Η καημένη η γιαγιά κρατούσε τη δεξιά πλευρά της κοιλιά της και σφάδαζε από τους πόνους. Μαζί με τον πατέρα του Γιωργάκη μπήκε στο αυτοκίνητο και ο κυρ-Ανέστης, ο πατέρας του Παντελή, για να συνοδεύσει τη γιαγιά. Πριν κλείσει όμως την πόρτα του αγροτικού είπε στον Γιωργάκη:

– Ηρέμησε, αγόρι μου. Δεν έχει τίποτα σοβαρό η γιαγιά. Θα την πάμε στο νοσοκομείο και θα γίνει καλά. Πήγαινε όμως να το πεις στο Νικόλα. Ξέρεις που βόσκει τα πρόβατα. Στον «Πράσινο Κάμπο». Να του πεις να έρθει. Και να πεις του Θωμά, ξέρεις, του βοηθού μου, πως είπα εγώ να πάει να φυλάξει αυτός τα πρόβατα και, μόλις σουρουπώσει, να τα φέρει στο μαντρί και να τα αρμέξει.

Έτσι και έγινε. Μόλις απομακρύνθηκε το αυτοκίνητο ο Γιωργάκης έκανε το σταυρό του μαζί με τους άλλους γείτονες, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να τρέχει σαν σφαίρα προς τα εκεί που ήταν ο Νικόλας…

Ο Νικόλας με το φίλο του τον Παντελή βρισκόταν στο δρόμο για το νοσοκομείο. Ήταν μια ώρα δρόμος. Ο καλός του φίλος πήγε μαζί του χωρίς καν να του το ζητήσει ο Νικόλας. Είχε και αυτός τόση αγωνία! Και αγαπούσε τόσο το Νικόλα, που σε καμία περίπτωση δεν θα τον άφηνε μόνο του σε μια τέτοια στιγμή. Ο κυρ-Ζήσης ο καφετζής προθυμοποιήθηκε να τους πάει με το αυτοκίνητό του και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς όμως να κινδυνεύει και η ζωή τους.

Ο Νικόλας κόντευε να τρελαθεί από αγωνία και στο μικρό μυαλουδάκι του είχαν φωλιάσει τώρα ένα σωρό σκέψεις και ερωτηματικά. Άραγε τι είχε η γιαγιούλα του; Ήταν κάτι σοβαρό; Πρόλαβε να πάει στο νοσοκομείο; Θα ζήσει; Τι θα γινόταν, αν πάθαινε κάτι η γιαγιά του; Παναγιά μου! ούτε να σκέφτεται δεν ήθελε. Όσο και αν προσπαθούσε να του δώσει κουράγιο ο κυρ- Ζήσης και να του αποσπάσει την σκέψη, στο νου του τριγυρνούσαν όλο άσχημα πράγματα, που τον γέμιζαν φόβο και απελπισία.

Όταν έφτασαν στο νοσοκομείο, συνάντησαν στις « Πρώτες Βοήθειες» τον κυρ- Βασίλη και τον κυρ- Ανέστη να περιμένουν περπατώντας στο διάδρομο με αγωνία. Τη γιαγιά την είχαν μέσα στο ιατρείο και την εξέταζαν δυο τρεις γιατροί. Σε λίγο βγήκε μια νοσοκόμα που κρατούσε στα χέρια της ένα φιαλίδιο με αίμα. Έπεσαν όλοι επάνω της.

– Τι έγινε; Τι έχει η γιαγιά; Είναι σοβαρό; Κινδυνεύει;

– Σιγά! Σιγά! Ηρεμήστε! Μην κάνετε έτσι! τους απάντησε η νοσοκόμα. Ψυχραιμία σας παρακαλώ! Ακόμη δεν ξέρουμε τίποτα! Την εξετάζουν οι γιατροί. Τώρα πάω το αίμα στο εργαστήριο για εξετάσεις. Θα κάνει και άλλες εξετάσεις και ακτινογραφία και υπέρηχους. Θα πρέπει να έχετε υπομονή και να περιμένετε.

Είχε περάσει περίπου μια ώρα όταν επιτέλους άνοιξε η πόρτα του ιατρείου και μια νοσοκόμα κάλεσε τους πιο στενούς συγγενείς να περάσουν μέσα. Ο Νικόλας πετάχτηκε σαν ελατήριο. Μαζί του και οι υπόλοιποι. Όμως η νοσοκόμα με αυστηρό ύφος ρώτησε πάλι ποιος ήταν ο πιο στενός συγγενής και έτσι επέτρεψε μόνο στο Νικόλα και τον κυρ­Βασίλη, σαν ενήλικο, να περάσουν.

Ένας από τους γιατρούς, ο πιο ηλικιωμένος, τους ενημέρωσε:

– Κύριοι, θα σας μιλήσω με απλά λόγια για να με καταλάβετε, είπε και κοίταξε το Νικόλα. Η κυρία πάσχει από οξύ κολικό της χολής. Η κατάστασή της είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, διότι η χολή της έχει συρρικνωθεί. Η εικόνα που έδωσε στο υπερηχογράφημα ήταν απογοητευτική. Είναι σχεδόν διαλυμένη. Παράλληλα, μια μικρή πετρούλα έχει κλείσει το σωληνάκι που επικοινωνεί με το πάγκρεας και βρισκόμαστε μπροστά στην πιθανότητα εντός ολίγων στιγμών να έχουμε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη παγκρεατίτιδα. Θα απειληθεί η ζωή της κυρίας. Γι’ αυτό αποφασίσαμε ότι είναι απαραίτητη η άμεση χειρουργική επέμβαση. Δεν σας κρύβω ότι η όλη ιδιαίτερη κατάσταση και η μεγάλη ηλικία της ασθενούς δημιουργεί επί πλέον κινδύνους από ότι σε μια συνηθισμένη τέτοια επέμβαση. Γι’ αυτό θα θέλαμε να αποφασίσετε αν επιθυμείτε να γίνει η επέμβαση και, αν ναι, τότε θα πρέπει να υπογράψετε αυτό το χαρτί.

Ο Νικόλας πάγωσε. Γύρισε και κοίταξε με αγωνία τον κυρ- Βασίλη και τα όμορφα ματάκια του πλημμύρισαν δάκρια.

– Είναι πολύ σοβαρά η γιαγιούλα μου… Φοβάμαι ότι θα πεθάνει… Δεν θα αντέξει την εγχείριση… Είναι γριούλα…

– Νικόλα μου, δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αν δεν κάνει την εγχείρηση, τότε θα πεθάνει σίγουρα. Εγώ πιστεύω ότι ο Θεός θα τη βοηθήσει. Είναι σκληρό καρύδι η γιαγιά σου. Μην φοβάσαι. Έλα να υπογράψουμε. Μην χάνουμε χρόνο, γιατί είναι πολύτιμος, του απάντησε ο κυρ-Βασίλης αγκαλιάζοντάς τον και χαϊδεύοντάς του το κεφάλι.

– Εντάξει, θα συμφωνήσω. Πιστεύω και εγώ ότι θα τη βοηθήσει ο Θεός. Όμως, γιατρέ, θέλω να δω για λίγο τη γιαγιά μου, σας παρακαλώ.

Ο γιατρός οδήγησε χαμογελαστός το παιδί στο διπλανό ιατρείο, όπου βρισκόταν η γιαγιά ξαπλωμένη σε ένα ψηλό κρεβάτι. Δεν πονούσε πια, γιατί οι γιατροί της είχαν κάνει παυσίπονη ένεση. Ο Νικόλας σκούπισε βιαστικά τα δάκριά του, χαμογέλασε όσο μπορούσε πιο φυσικά και πήγε κοντά της. Την αγκάλιασε και γεμίζοντάς τη φιλιά της είπε:

– Γιαγιούλα μου, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Θα κάνεις μια μικρή εγχείριση. Μια πετρούλα θα σου βγάλουν από τη χολή και θα γίνεις περδίκι. Δεν θα ξαναπονέσεις ποτέ. Δεν είναι τίποτα, γιαγιούλα μου. Δεν θα καταλάβεις τίποτα, γιατί θα κοιμάσαι. Εγώ θα παρακαλέσω το Θεούλη και όλα θα πάνε καλά. Θα δεις. Στο υπόσχομαι. Και μετά θα πάμε πάλι στο σπίτι μας και στα προβατάκια μας.

– Το ξέρω, παλικάρι μου, πως δεν είναι τίποτα σοβαρό. Να, σταμάτησε και ο πόνος. Μη φοβάσαι, αγοράκι μου. Δεν παθαίνω τίποτα εγώ. Δε σε αφήνω μόνο σου. Έχω κάνει συμφωνία με το Θεό, αν δεν δω τα παιδιά σου να μη φύγω από αυτή τη ζωή.

Ο γιατρός τράβηξε το παιδί από τη γιαγιά του που το αγκάλιαζε και το φίλαγε συνέχεια. Δεν έπρεπε να συγκινηθεί περισσότερο. Ο Νικόλας, μόλις απομακρύνθηκε, ξέσπασε σε δυνατό κλάμα. Χώθηκε στην αγκαλιά του κυρ- Βασίλη και έκλαψε με αναφιλητά.

Είχαν περάσει πάνω από τρεις ώρες από τότε που όλοι μαζί είχαν καθίσει στο μικρό σαλόνι της αίθουσας αναμονής του χειρουργείου. Ο Νικόλας καθόταν αμίλητος και σκεφτικός. Σπάνια απαντούσε στους τρεις άνδρες που προσπαθούσαν συνέχεια μιλώντας του να τον αποσπάσουν από τις σκέψεις του και να τον παρηγορήσουν. Ούτε το σάντουιτς με την πορτοκαλάδα που του έφεραν μπόρεσε να φάει. Καθόταν δίπλα στο φίλο του τον Παντελή, του κρατούσε σφιχτά το χέρι και προσευχόταν.

– Σε παρακαλώ πολύ, Θεούλη μου, βοήθησε τη γιαγιούλα μου. Μην μου την πάρεις. Δεν έχω κανένα άλλο στον κόσμο. Κάνε να πετύχει η εγχείρηση και να μην ξαναρρωστήσει. Βοήθησέ, την Θεούλη μου, και εγώ σου υπόσχομαι ότι θα γίνω πιο καλό παιδί. Δεν θα ξανατσακωθώ με τον Παντελή. Δεν θα ξαναπετάξω κρυφά το φαγητό που δεν μου αρέσει στα σκουπίδια και δεν θα ξαναπώ από μέσα μου το δάσκαλο «βλάκα», όταν μου βάζει τιμωρία. Αλήθεια σου λέω, Θεούλη μου! Βοήθησε όμως και συ τη γιαγιούλα μου! Σε παρακαλώ πολύ!…

Είχε περάσει μια ώρα επί πλέον από την ώρα που τους είχε πει ο χειρούργος ότι θα διαρκούσε η επέμβαση. Ο χρόνος κυλούσε πολύ αργά, βασανιστικά, ήταν ατέλειωτος. Η αγωνία, οι προβληματισμοί και οι άσχημες σκέψεις του Νικόλα είχαν πια εξαντλήσει την υπομονή του. Δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα. Ο Παντελής έβγαλε το μαντήλι του από την τσέπη και το έδωσε στο φίλο του παρηγορώντας τον, ενώ οι τρεις άνδρες έκαναν το ίδιο.

Εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα του χειρουργείου. Η καρδιά του Νικόλα πάει να σπάσει. Μέσα από τις χειρουργικές πόρτες βγαίνει το φορείο με τη γιαγιά του ξαπλωμένη, λίγο ζαλισμένη ακόμη από τη νάρκωση και με ένα σωρό σωληνάκια να κρέμονται δεξιά και αριστερά. Τον κοιτάει και του σκάει ένα χαμόγελο. Αυτός τρέχει κοντά της την αγκαλιάζει, την γεμίζει με φιλιά και κλαίει από χαρά. Όλα είχαν τελειώσει πια και είχαν τελειώσει καλά. Δόξα τω Θεώ! Όλοι είναι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.

Ο χειρούργος εμφανίζεται στην πόρτα.

– Πώς πήγαμε, γιατρέ; ρωτάει ο κυρ- Ανέστης.

– Όλα πήγαν περίφημα. Καλύτερα δεν γινότανε. Η γιαγιά σύντομα θα γίνει περδίκι. Έχει πολλά χρόνια ζωής ακόμη.

Μετά ο γιατρός στράφηκε προς το Νίκόλα.

– Νικόλα, να μην φοβάσαι. Στο εξής όλα θα πάνε καλά, του είπε και του έκλεισε το μάτι κτυπώντας τον με τρυφερότητα στην πλάτη…

Μαμαλάκης Μιχαήλ, μαθητής 3ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, τάξη Β’, σχολ. Έτος 2003 – 2004

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: