Άγονη γραμμή

15 Δεκεμβρίου 2008

Άλλη μία μικρή ιστορία!

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 12:50 μμ
Tags:

Ξαφνικά ο δρόμος μπροστά του μπλόκαρε και αναγκάστηκε να σταματήσει βρίζοντας. Έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο του αυτοκινήτου, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Φασαρία, φωνές, σειρήνες, κορναρίσματα, κλάματα, ένα τραγούδι στην διαπασών από το πίσω αυτοκίνητο, βρισιές από τον οδηγό του αυτοκινήτου μπροστά του και όλοι αυτοί οι ήχοι ανάκατοι με ένα σύννεφο απελπισίας, ιδρώτα, καταστροφής και μεσημεριάτικης, καλοκαιρινής υστερίας.

Βγήκε και πλησίασε την συρροή του κόσμου, που είχε αρχίσει να διαλύεται. Ένα φορείο σκεπασμένο με άσπρο κάλυμμα πέρασε από δίπλα του, αστυνομικοί έτρεχαν δεξιά, αριστερά, πυροσβέστες έφευγαν και τους ακολουθούσε καπνός και μια σκούρα σκιά πάνω στην άσφαλτο μεγάλωνε συνεχώς. Ήχος κινητού τον έβγαλε από την ζάλη. Δεν αντέδρασε, εξάλλου παντού τον κυνηγάει, δεν τον αφήνει ήσυχο ποτέ, χτυπάει σε οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να σέβεται τίποτα. Όπως τώρα. Χτυπάει με αναίδεια, επιτακτικά ή με αγωνία; Βάζει το χέρι στην τσέπη, δεν το έχει μαζί του, το άφησε δίπλα στο κάθισμα του συνοδηγού. Τον κυνηγάει και στην φαντασία του; Ο ήχος του  επιμένει, σαν να φωνάζει βοήθεια, σαν κλάμα μωρού, που ζητάει το γάλα του ή σαν θηρίο που έχασε το μικρό του.

Τότε το είδε. Παρατημένο στην άκρη του δρόμου, κάποιος το είχε κλωτσήσει και όλοι περνάνε δίπλα του, χωρίς να του δίνουν σημασία. Δεν σταματάει, ο ήχος του τον εκνευρίζει και το σηκώνει. Μια φωνή, άγνωστη, ποιος ξέρει από πού, φθάνει στ’ αυτιά του, μια γυναικεία, μεστή φωνή, με τον ιδιαίτερο τόνο τρυφερότητας, γλύκας και προσποιητής αυστηρότητας, που χαρακτηρίζει την φωνή μιας μάνας.

«Έλα βρε παιδί μου, επιτέλους, τι έγινες; Ξέρεις πόσες φορές σ’ έχω πάρει; Βέβαια το ξέρεις, το βλέπεις. Γιατί λοιπόν δεν απαντούσες; Αμάν αυτά τα κινητά και τι τα έχετε, αφού δεν τα σηκώνετε! Ήθελα να μάθω πώς έγραψες; Καλά έτσι; Δόξα το Θεό, πάει και το τελευταίο μάθημα. Καλά, καλά θα μου τα πεις στο σπίτι. Έλα γρήγορα, είναι και η γιαγιά εδώ, μην αργήσεις. Πέρασε από το φούρνο να κρατάς ψωμί. Και να προσέχεις, άκουσες; Να προσέχεις».

Έκλεισε το τηλέφωνο και απαλά, ευλαβικά το τοποθέτησε στο μέρος που το είχε βρει, της ασφάλτου. Όλοι γύρω του είχαν χαθεί και μόνο το δικό του αυτοκίνητο ήταν στην μέση του δρόμου. Βιάστηκε να φύγει πριν αρχίσουν πίσω του κορναρίσματα. ….

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: