Άγονη γραμμή

18 Δεκεμβρίου 2008

Το Άδελε και η Αγία Παρασκευή

Filed under: Άγονη Γραμμή — Άγονη Γραμμή @ 9:39 πμ
Tags:

f35-paraskevas-panagiotis

ΤΟ ΑΔΕΛΕ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Μ ι α  δ ι α δ ρ ο μ ή  μ έ σ α  σ τ ο  χ ρ ό ν ο

[Εκδόση «Πολιτιστικού Συλλόγου Άδελε- Αγίας Παρασκευής», Εκτύπωση «Καλαϊτζάκης», Ρέθυμνο 2008, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 233]

Παπαδάκης Κωστής

Θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή τής ιστορίας του κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στη σύνθεση του μωσαϊκού τής Τοπικής και, κατ’ επέκτασιν, και της Γενικής Ιστορίας. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση αυτών. Κάτι τέτοιο αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν ή διαμένουν μόνιμα σε αυτόν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό ερωτικής αγάπης και αφοσίωσης προς τον τόπο.

Ως τέτοιο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και το βιβλίο «Το Άδελε και η Αγία Παρασκευή, Μια διαδρομή μέσα στο χρόνο» του Παναγιώτη Μιχ. Παρασκευά, που παρουσιάζουμε σήμερα με το παρόν σημείωμά μας, γιατί πληροί, νομίζουμε, όλα τα στοιχεία τής αγαπητικής αυτής παρόρμησης, του πόθου και της προσκόλλησης προς τον τόπο, στον οποίο ο συγγραφέας συμβαίνει να διαμένει μόνιμα με την οικογένειά του.

Ο κ. Παρασκευάς ειδικός επιστήμων, διδάκτωρ Ιστορικός και Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Χανίων, προσεγγίζει το θέμα του με επιστημονική δεοντολογία και ακρίβεια. Ακολουθεί την κλασική πορεία μελέτης τής Ιστορίας των δυο χωριών. Μελετά αρχικά την… «άδηλη» ετυμολογία τού ονόματος τού χωριού [το χωριό, κατά την άποψη αυτήν, είναι μη ορατό, «άδηλο» («Άδελε») από τη θάλασσα], προσκομίζοντας περί αυτού στοιχεία σημαντικά, που βεβαιώνουν για την υπεύθυνη προσέγγιση τού θέματος τής ονομασίας τού χωριού από τον συγγραφέα.

Η Ιστορία τού χωριού εξιχνιάζεται, στη συνέχεια, και ιχνηλατείται κατά μήκος όλων των ιστορικών περιόδων. Αρχαία, βυζαντινή, Βενετοκρατία [χρήσιμες εδώ οι νοταριακές πράξεις ποικίλων δικαιοπραξιών κατοίκων τής περιοχής από τις γνωστές εκδόσεις των Ενετών νοταρίων (Καλλέργη, Τρωίλου, Αρκολέου) τού Γιάννη Γρυντάκη], Τουρκοκρατία (με δημοσίευση και εδώ όλων των αφορώντων στα δύο χωριά από τα Έγγραφα τού Ιεροδικείου Ρεθύμνου τού ομώνυμου βιβλίου τού Γ. Παπιομύτογλου, ενώ χρήσιμοι, στην περίοδο αυτήν, αποδεικνύονται στον συγγραφέα και οι Πίνακες που αφορούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών Άδελε και Αγίας Παρασκευής από το Οθωμανικό Κτηματολόγιο των Eυ. Μπαλτά και Μ. Oguz. Σαφέστατη, επίσης, και αναμενόμενη- στην ίδια περίοδο- η άποψη τού συγγραφέα για τον Αδελιανό Πυρπολητή τού Αρκαδιού Κωστή Γιαμπουδάκη, διερμηνεύει και τις προσωπικές μας επί τού θέματος πεποιθήσεις [πρβλ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Η Αρκαδική Εποποιία στη Ρομαντική Ποίηση τού ΙΘ΄αιώνα», Κρητολογικά Γράμματα 12 (1996), 194]. Και η ιχνηλάτηση τής ιστορικής τού χωριού διαδρομής συνεχίζεται με τη Σύγχρονη Ιστορία, με έμφαση, εδώ, στα χρόνια τής Κρητικής Πολιτείας (1898-1913) και του Μακεδονικού Αγώνα, στον οποίο έδωσαν το παρόν τους ευάριθμοι Αδελιανοί. Ακολουθούν τα πρόσφατα χρόνια (1913 μέχρι σήμερα) τής ελευθερίας τής Μεγαλονήσου, όπου τα υπάρχοντα στοιχεία (έγγραφα που απεικονίζουν τη δράση οπλαρχηγών και εθελοντικών Ομάδων στους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασία και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και δεκάδες επιστολών των περιόδων 1912-13, 1919-22 και 1940-41) προσκομίζουν και αρθρώνουν επαρκή ιστορικό λόγο. Τα έγγραφα και την έρευνα τού συγγραφέα στον χώρο αυτόν επεξηγούν και συμπληρώνουν αποτελεσματικά δεκάδες φωτογραφίες πολεμιστών, που ανασταίνουν μέσα μας μορφές ξεθωριασμένες από τον χρόνο και συντηρούν στη θύμηση μνήμες συγκινητικές από τον χώρο των απελευθερωτικών, κυρίως, αγώνων τού Έθνους, καθώς και των δεκαοκτώ εκτελεσθέντων στην Αδελιανή τοποθεσία Σαρακήνα ως αντίποινα για τη συμμετοχή των Αδελιανών στη Μάχη τής Κρήτης.

Από τα σύγχρονη εποχή στο βιβλίο μελετώνται και θέματα απτόμενα τού πολιτισμικού χάρτη των δυο χωριών, όπως ο Σκοπευτικός Σύλλογος Άδελε «Ο Ιδομενεύς», η ιστορία τού Δημοτικού Σχολείου και τής Κοινότητας Άδελε- Αγίας Παρασκευής, όπου παραθέτονται οι διατελέσαντες πρόεδροι αυτής από το έτος 1926 (χρόνος σύστασης τής κοινότητας), μέχρι και τη σύσταση τού Δήμου Αρκαδίου με έδρα το Άδελε.

Καταγράφονται, επίσης, οι Πρόεδροι τού Πολιτιστικού Συλλόγου Άδελε και Αγίας Παρακευής, οι εκκλησίες και οι ιερείς, καθώς και η κοινωνία των δύο χωριών, όπου παρουσιάζονται Αδελιανοί και Αγιοπαρασκιανοί που διακρίθηκαν ή συνεχίζουν, όντες εν ζωή, να διακρίνονται στην κοινωνία τού τόπου μας και ευρύτερα (αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός, Γιώργης Μ. Καλομενόπουλος, Γιώργης Αλεξανδράκης κ.ά). Εξαιρετικοί χρήσιμοι κρίνονται και ο πίνακας των τοπωνυμίων Άδελε- Αγίας Παρασκευής (έστω και ανετυμολόγητα, καθώς και η παράθεση πλούσιων λαογραφικών στοιχείων και παραδόσεων των χωριών [Το λογάρι (θησαυρός) της Σαρακήνας]. Σημασία γι’ αυτά τα τελευταία έχει η έστω και απλή συγκέντρωση και περίσωσή τους από την εξαφάνιση που τα απειλεί, κάτω από την επέλαση τού οδοστρωτήρα τής…προόδου. Εντυπωσιάζει, περαιτέρω, και το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που, εν πολλοίς, αναδεικνύει την παράδοση και αρχιτεκτονική των σπιτιών και των εκκλησιών των δύο χωριών, το εξαντλητικό ονοματολογικό Ευρετήριο, στο τέλος τού βιβλίου, καθώς και η πλούσια Βιβλιογραφία.

Το πόνημα αυτό του φίλου Παναγιώτη Παρασκευά αποτελεί προσφορά υπέρτατης αγάπης προς τη γενέθλια γη, τους συγχωριανούς του, το Ρέθυμνο και την Κρήτη γενικότερα. Είναι καρπός μόχθου και πολλαπλής βιβλιογραφικής έρευνας για τα οποία είναι άξιος επαίνου, τιμής και πολλών ευχαριστιών. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στους συγχωριανούς του είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειες του και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Τέτοιες προσπάθειες μάς ενθαρρύνουν και μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δε χάθηκαν ακόμα όλα κάτω από τον αδυσώπητο οδοστρωτήρα τού σύγχρονου τεχνοκρατούμενου πολιτισμού και την ισοπεδωτική λαίλαπα τής παγκοσμιοποίησης και του συγκρητισμού.

Παπαδάκης Κωστής

Βιβλιοκριτική 2

Κάθε φορά που η αυθόρμητη λαϊκή ψυχή εγγράφει τα δημιουργήματά της, διεκδικώντας τις σελίδες της τοπικής ιστορίας, γεννιέται μιαν ακόμη ελπίδα για τη γνώση του παλιού κόσμου σε μας  τους νεότερους. Αρκετοί πιστεύουν πώς η μελέτη του παρελθόντος είναι ματαιοπονία, καθώς φαινομενικά δυσκολεύεται μπορεί κανείς ν’ ανασυνθέσει τα δημιουργήματα του χθες, ώστε να κατανοήσει τη διαχρονική τους εξέλιξη. Ωστόσο από το 1904, χρονιά σημαδιακή για την ελληνική λαογραφία, καθώς  ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Ν. Πολίτης, προέτρεπε τους τότε δημοδιδασκάλους να διασώσουν τα «μνημεία του εθνικού μας πολιτισμού», ως αυθόρμητες λαϊκές δημιουργίες, έχουν εκδοθεί πλήθος από μελέτες καταγραφής για το ελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Η διαπίστωση αυτή καταδείχνει  ασφαλώς την «ακοίμητη» σχέση και παραγωγή  των εκδηλώσεων του λαού μας. Η καταγραφή και τεκμηρίωση των διασωθέντων μνημείων του λόγου είναι ασφαλώς δύσκολη υπόθεση.

Σκέψεις μοναχικές κι αγαπημένες που  γεννήθηκαν κατά  τη μελέτη του τελευταίου βιβλίου του εξαίρετου φίλου Παναγιώτη Μιχ. Παρασκευά, δρα αρχαίας ιστορίας και Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων ν. Χανίων. Στο βιβλίο αυτό καταγράφεται ο κύκλος ζωής δυο συγκοινωνούντων οικισμών, του Άδελε και της Αγίας Παρασκευής.

Αρχίζοντας από τις τυπωμένες απλές σκέψεις, από τον πρόλογο, Στον πρόλογο του βιβλίου φανερώνεται μεθοδικά η πρόθεση του συγγραφέα, σε μια ρέουσα από αγάπη και γραμματική ακρίβεια γλώσσα, να προτρέψει τον αναγνώστη να μεταφερθεί ως επισκέπτης σ’ ένα περίοπτο φυσικό τοπίο. Η ετυμολογία του λέξης ΄΄Άδελε», κατά την επικρατέστερη άποψη, »ισιωμένος τόπος»,  ως σπάνιο εδαφωνύμιο ενισχύει την παραπάνω πρόθεση. Το Άδελε ωστόσο μαρτυρείται ως οικισμός και τόπος δράσης από την έσχατη Βενετοκρατία, ανήκον στη δικαιοδοσία του καπιτάνου Μυλοποτάμου.  Μια πρώτη αρετή του βιβλίου : τα ιστορικά και λαογραφικά τεκμήρια καταγράφονται όχι ως μεμονωμένα γεγονότα, (με την έγνοια ίσως να τεκμηριώσουν την ιστορική συνέχεια του τόπου), αλλά ως «ζωντανοί οργανισμοί» που συνεισέφεραν,  στη φθορά του χρόνου, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το τοπικό πολιτισμό. Για παράδειγμα : οι αναφορές σε αγοραπωλησίες κτημάτων επωνύμων Αδελιανών, όπως των : Α. Καλλέργη, Ι. Κονταρίνη, Παπά Γιακουμή Καροφυλάτου, και άλλων, ερμηνεύονται ως ζωντανές παρουσίες  προσώπων σχετικών με την τοπική ιστορία και παράδοση. Μην μας διαφεύγει πώς αρκετά ζητήματα του βιβλίου δεν επιδέχονται εύκολα αιτιολόγηση (όπως η σκοπιμότητα της συμμετοχής των προσώπων σε δικαιοπραξίες, η συμμετοχή πολλών Αδελιανών και Αγιοπαρασκιανών στους επαναστατικούς αγώνες, η λειτουργία του τοπικού δημοτικού σχολείου και η κοινωνική του προσφορά, οι πτυχές της θρησκευτικής ζωής, καθώς πριν από το 1933, δεν υπάρχουν ληξιαρχικά έγγραφα). Η προσφορά ντόπιων ανθρώπων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και της εγγραμματοσύνης (Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός Χαρκιανάκης, Εμμ. Βροντάκης διακεκριμένος δικαστικός λειτουργός, Γ. Καλομενόπουλος, νομικός με αξιόλογη λογοτεχνική εισφορά στα Ρεθεμνιώτικα γράμματα, Γ. Αλεξανδράκης, Καθηγητής Φυσικής σε αμερικανικό παν/μιο). αποτελεί κρίκο και δεσμό τιμής για τα χωριά που μελετούμε. Με προσοχή και αμεροληψία παρουσιάζεται το κοινοτικό ημερολόγιο του Άδελε, από τον Εμμ. Κυριακάκη και την πολύμορφη προσφορά τουΌπως προανέφερα, η τοπική παράδοση στηρίζεται στη δράση και προσφορά ντόπιων πολιτών, όπως του Εμμανουήλ Κυριακάκη, δικαστικού επιμελητή στα χρόνια της αυτονομίας αλλά και μέλος του Σκοπευτικού Συλλόγου Άδελε «Ιδομενεύς».

Οι παραπάνω διαπιστώσεις εντάσσονται και πρέπει ν’ αξιολογηθούν στα πλαίσια της κοινοτικής οργάνωσης των χωριών, από τον κοινοτάρχη Εμμανουήλ Κυριακάκη ως τον σημερινό Δήμαρχο Αρκαδίου.

Θα αναρωτιέται ακόμη ο αναγνώστης σε ποιο βαθμό επέδρασε η προφορική- λαϊκή παράδοση στη διαμόρφωση του τοπικού πολιτισμού ; Ο φιλίστωρ συγγραφέας φροντίζει από νωρίς να συνταιριάσει προσεκτικά την προφορική με τη γραπτή παράδοση. Για την πρώτη, ο δρόμος μελέτης είναι μακρύς και ακατάγραφτος, για τη δεύτερη, η προσθήκη ή η »διαθήκη» ικανού αριθμούς εγγράφων πηγάζει τα θεμέλια γνώσης του τοπικού πολιτισμού (τα παραπάνω έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτο άρθρο του στο, περιοδικό »Κρητολογικά Γράμματα», που εκδίδει η από 20ετίας και πλέον ζώσα και δρώσα Ι. Λ. Ε. Ρ. Η γλώσσα των εγγράφων αποτυπώνει την προτίμηση των ντόπιων σε εγγράμματους και κοινωνικά εδραιωμένους.

Ειδική μνεία αξίζει να γίνει για την τοπική εκκλησιαστική παράδοση. Πολυάριθμα ιερά κτίσματα. Η γνώση ωστόσο πλουτίζεται με τις ποικίλες εικόνες του ιερού χώρου, ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την εσωτερική μικροτεχνία. Τα εκκλησιαστικά κτίσματα επαρκώς συνοδεύονται από  σημαντική κτητορική παράδοση (αξιόλογη η αναφορά σε πρόσωπα που με το κύρος και τις ενέργειές τους διαμόρφωσαν την εκκλησιαστική παράδοση). Η βαθιά χριστιανική πίστη των ανθρώπων τελειωθήσεται στην προσωπική τους χορηγία. Ώστε να έχουμε πλήθος ναών και αγιωνυμίων. Ιδιαίτερος λόγος για το ονοματολόγιο των αγίων εκκλησιών στην ενορία των δυο χωριών.  Ευάριθμα ξωκκλήσια, αντικείμενο περιήγησης και μελέτης για τους εξής λόγους : α. η θέση των μικρών εκκλησιών (όπως διαφαίνεται από τις ένθετες φωτογραφήσεις) συγγενεύει με τον περιβάλλοντα χώρο που θεωρείται τόπος συνάθροισης των πιστών, αλλά και πανυγηρότοπος, εκεί όπου μεγάλες και μικρές γειτονιές στεριώνουν τα όνειρα και την πίστη των ανθρώπων Ο φυσικός χώρος δένει όχι μόνο με το χρόνο αλλά και με το διάχυτο φυσικό περιβάλλον. Και τα δυο μαζί σημαίνουν την ιερότητα του χώρου. Με ενδιαφέρον μελετούμε την αρχιτεκτονική διάταξη των εκκλησιών, επώνυμες ενοριτικές ή μοναστικές δημιουργίες. Οι εκκλησίες από την ποικιλωνυμία τους και τις τοποθεσίες καταδεικνύουν τις θρησκευτικές δομές της κοινωνίας των Αδελιανών του περασμένου αιώνα, συγκριτικά με τους σύγχρονους που εξάντλησαν, κάτι κοινότοπο για τους νεοέλληνες, την θρησκευτικότητά τους στους ποικίλους νεωτερισμούς των εκκλησιαστικών κτισμάτων !

Η ναοδομία του ιερού χώρου, θα μελετήσει τα όρια που καταλαμβάνει κάθε εκκλησία. Η χρονολόγηση των εκκλησιών, (κάτι που φαίνεται στη συχνότητα των κτισμάτων) αποτελεί σοβαρό δείκτη και τεκμήριο για την τοπική ιστορία. Οι ιστορίες των ναών, πολύτιμες μαρτυρίες πίστης και λατρείας εγγράφουν στη μνήμη του λαού τη δική του ιστορία (για παράδειγμα η εκκλησία του νεκροταφείου μπορεί να θεωρηθεί δείκτης για τα όρια του χωριού και τις πιθανές μετατοπίσεις του). Πολύ περισσότερο (κάτι που εύλογα υπονοεί ο συγγραφέας) οι περισσότερες εκκλησίες βρίσκονται σε φυσικά μέρη μοναδικής ομορφιάς. Έτσι διαιωνίζεται με τον καλύτερο τρόπο η σχέση χώρου και χρόνου. Εκεί όπου βαθύσκιοι τόποι στεγάζουν μικρές ή μεγάλες εκκλησίες, όπως αντιπροσωπεύουν τις επίπονες προσπάθειες των ενοριτών αλλά και κείνων που ως άτομα ή ομάδες έχτισαν το ναό τους. Θα πρέπει να προσεχθεί εδώ η επιμέλεια του συγγραφέα να αξιοποιήσει τις παραπάνω μαρτυρίες ως ιστορικά τεκμήρια για τη ζωή και την εξέλιξη του τόπου. Οι περίτεχνες τέλος απεικονίσεις μας προσανατολίζουν όχι μόνο για την τεχνοτροπία της λειασμένη2 πέτρας από φιλότεχνους μαστόρους (σημαντική αφορμή για ειδικότερη αρχιτεκτονική μελέτη) αλλά και  για σημαντικά κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα (που ξαναγράφουν την πολιτισμική ιστορία του Άδελε). Ευνόητο είναι ότι η εκκλησιαστική παράδοση συνεχίζεται σε τούτο τον  εκκλησιαστικό τόπο σε ιερείς, διακόνους και ιεροψάλτες, στο χώρο που συγκλίνει η τοπική ιστορία, ανάμεσα σε μια συστάδα χωριών, από τον Άγιο Δημήτριο ως το Χαμαλεύρι, δοκιμασμένοι τόποι από τα δεινά των Τούρκων  ως μαρτυρείται στον «Κρητικό Πόλεμο» του Τζάνε Μπουνιαλή, το 1646.

Κάθε προσκυνηστάρι και μια ιστορία, καθώς ισάριθμα ξωκκλήσια μαρτυρούν ισάριθμες ιστορίες ανθρώπων που έταξαν να ζήσουν και να πεθάνουν στο γενέθλιο τόπο τους.

Η ανάγνωση ενός βιβλίου για το Άδελε δικαιώνει τους τιμητές της τοπικής πατρίδας, τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο και την εκκλησία. Η εικονογραφία του χωριού δεν φαίνεται να υπέκυψε στην χειμαρρώδη τουριστική ανάπτυξη, αντιστάθηκε στα τελειώματα του τοπικού πολιτισμού, γύρισε με υπομονή το ρολόϊ του χρόνου σε περιστάσεις που συνέθεσαν την Αδελιανή και Αγιοπαρασκιανή παράδοση. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο κατάλογος των τοπωνυμίων, μια μορφή της ντοπιολαλιάς άγραφη και αδιάβαστη ακόμη σελίδα της κρητικής μικροϊστορίας,  ερμηνεύει τα εσώτερα της περιοχής, με τους χαλασέδες, τα θυμοκέφαλα, τα μετόχια, τα ξεριζάμπελα, τα πατητήρια, τσι Ρουσσές, τα Σώχωρα και άλλα.

Ο Παναγιώτης Παρασκευάς ενέταξε τη βαθιά ιστορική του γνώση (συμπληρωματικά έχει πραγματοποιήσει λαμπρές μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές), στο μνημείο τιμής και προσφοράς του χωριού και δήμου, όπου οικογενειακώς κατοικεί. Απέθεσε ήδη ένα μεγάλο λιθάρι στην ιστορία του Άδελε, σημάδι και εμπόδιο λησμονιάς μαζί, κανόνας μελέτης για την »μικρή» ιστορία και γνώση, γεγονότων που δεν φιλοξενούνται ακόμη στα σχολικά βιβλία.  H  γραφή και θροφή του ιστορικού λόγου, μας έκαμε να νοσταλγήσουμε απόψε χίλιες στιγμές του παλιού καιρού.

Στο Άδελε και την Αγία Παρασκεύ (-σκή) του 21ου αιώνα, η αξιοποίηση της τοπικής παράδοσης έχει τη δική της σελίδας μνήμης για τους παλιότερους, ευθύνης για νεότερους. Άραγε δικαιώνονται οι παλιοί λαογράφοι καθώς η μνημειακή ιστορία του Άδελε, γραμμένη με πάθος και μεθοδικότητα, υπερβαίνει τις αναμνήσεις των ζώντων, αφού μας ωθεί να περπατήσουμε ξανά στις κλεισούρες του παρελθόντος, εκεί που έσμιξαν οι »ματωμένες» μέρες των προσφύγων με την ακάματη διάθεση των ντόπιων για να στεριώσουν τα έργα τους. Στο μακρυνό τούτο οδοιπορικό, διαδρομή αγώνα και ψυχής,  ο Παναγιώτης  Μιχ. Παρασκευάς, μας ταξίδεψε χίλιες φορές απόψε. Το βιβλίο που όλοι με ενδιαφέρον και αγάπη για τον τόπο που περίτεχνα προβάλλει, έργο πνοής και πολιτισμού του τοπικού πολιτισμού, διαβάζουμε,  μας έφερε απόψε κοντά στους ανθρώπους που ομάδι, πάλαι και επ’ εσχάτων, αγκάλιαζαν τη ζωή. Σαν τη γραφή του δημοτικού τραγουδιού : »χριστέ μου πως μ’ αρέσουνε τα ρόδα όταν ανθούνε και τω μανάδω τα παιδιά όντε μονομεριούνε»….Ευχαριστώ.

Στον καλό φίλο και ακριβό μου συμφοιτητή και συνάδελφο Τάκη, αλλά και στην ομότεχνη οικογένειά του, χρέος τιμής τριών δεκαετιών, συνοδοιπορίας πνευματικής κι αγαπημένης. Είη πάντα ισόφιλη η γραφή με την αγάπη του για τη γνώση και τους ανθρώπους.

Ρέθυμνο, 22 Δεκεμβρίου 2008.

Μανόλης      Γ.    Ανδρουλιδάκης (απ’ τον Ορθέ Μυλ/μου)

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: