Άγονη γραμμή

30 Ιανουαρίου 2009

Το παιδί των τρελλών

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 12:34 μμ
Tags:

Γραμμένο με αφορμή το «κυνήγι του θησαυρού»

Ήρθε ο χειμώνας, κρύο, βροχή, αέρας κι εγώ εκεί, στην μέση της πλατείας, να παρατηρώ, με προσήλωση, το μέτρημα του χρόνου. Αργά, βασανιστικά, λιγόστευαν οι μήνες. Ήρθαν οι γιορτές, Χριστούγεννα, περίμενα με αγωνία, Πρωτοχρονιά, τώρα θα έρθει, των Φώτων τίποτα, αργεί το μήνυμα του. Ρίζωσα στην πλατεία. Αργά, βασανιστικά λιγόστευαν οι μέρες, οι νύχτες, οι ώρες. Το παλτό μου έγινε μούσκεμα, τα μαλλιά μου τ’ ανακάτευε αλύπητα ο αέρας, τα φύλλα των δένδρων σκάλωναν πάνω μου, πιστεύοντας, πως είχα ριζώσει δίπλα τους!

Έστειλε το μήνυμα του και δεν το άκουσα, δεν το είδα: Ένα σποτ, μια φωτογραφία, μια μνήμη. Τρελάθηκα από την αγωνία μου, όταν το πήρα είδηση. Μες τον πανικό μου γέμισα μια βαλίτσα βιβλία, κοψομεσιάστηκα κουβαλώντας τα κι έτρεξα στο ραντεβού του. Τετάρτη στις οκτώ το βράδυ.. Άργησα δυο λεπτά. Με περίμενε συνεπής στο ραντεβού του, σοβαρό και αδιευκρίνιστο.

Θυμάστε όταν ήθελα να το παρατήσω, γιατί δεν άντεχα την δύσκολη εφηβεία του; Μεγάλωσε, πάτησε τα είκοσι το παιδί των τρελών της πόλης μας. Όλοι μαζί το μεγαλώσαμε, υποφέροντας τις πονηριές, τα παιχνιδίσματα,  τις ιδιοτροπίες και τις φάρσες του.

Θυμάμαι την αγωνία μου, τα βάσανα, τα ξενύχτια μου, το τρέξιμο, το διάβασμα, το αίμα, που έχω δώσει. Παρατούσα για χάρη του το σπίτι μου στο έλεος του Θεού, κατασκόπευα τους φίλους μου, έπαιρνα από πίσω κάθε ύποπτο, μάλωνα με τα παιδιά μου, γιατί ήταν αντίπαλοι και παραφύλαγα μες στα μαύρα μεσάνυχτα στις ερημιές, ν’ ανακαλύψω σημεία και κέρατα.

Το μεγαλώναμε με φροντίδα κι αυτό μας κούραζε με τις απαιτήσεις του. Μας όρισε να παίξουμε  σκάκι με τον Βασκαρδέλο, μας έστειλε στην Πόλη να βρούμε την Βαλιντέ Σουλτάνα, μας κάλεσε στους γάμους της Ανθούλας με τον Λαλάκη και δεν μας σεβάστηκε. Μας κερνούσε κούπες, μέχρι που μας μέθυσε και γελούσε με .τα χάλια μας. Μας κοίταζε κοροϊδευτικά να προσπαθούμε ν’ ανακαλύψουμε το μυστικό του Αδαμαντόπουλου και της Σερατόνια.  Έκλεισε στης φυλακής τα σίδερα τον Χαλκικάκη και μετά αμέριμνο μας κάλεσε στα γενέθλια της κόρης του, της Ευανθούλας. Δεν ξέχασα τον Μεθόδιο Γοργοργολαίνι και το περίφημο θεατρικό έργο, όπου πρωταγωνιστούσε, είναι κι άλλα πολλά, που θα γεμίσω σελίδες, αν τ’ αναφέρω.

Γελώντας και παίζοντας μαζί μας, μας έστειλε να γυρεύουμε μουστάκια και λουκέτα, να ψάχνουμε γύφτισσες, για να μας πουν το κάρμα μας, να μαζεύουνε σπόρους χαρουπιάς απ’ όλα τα κρυφά και φανερά παράθυρα της πόλης, μας τάισε χελωνόσουπα, μας έβγαλε στο πεζοδρόμιο,  μας πήγε μέσα στο καταχείμωνο κρουαζιέρα και μας έριξε  στο ενετικό λιμάνι, να ξεφράξουμε, από την αιώνια άμμο, το Sporatore, όπως όταν ήταν μικρό, που μας είχε πετάξει στα παγωμένα νερά, για να πάρουμε το χρυσόμαλλο δέρας, από τη μέση της θάλασσας.

Τώρα μας έχει καθηλώσει στο ραδιόφωνο και στο ίντερνετ, για  να μας πληροφορήσει για μια προφητεία. ΤΙ πρόκειται, να μας συμβεί; Τι κακό θα προβλέψει για μας; Τι συμφορά θα πέσει πάνω μας; Ποιος σεισμός μας περιμένει; Ποια πυρκαγιά, ποια πλημμύρα; Ομάδες συνταχτείτε, να προλάβουμε! Να μετακομίσουμε πριν μας βρει η συμφορά!

Μετά το ραντεβού της Τετάρτης κατέβηκα στην καινούρια πλατεία. Ξέρετε, εκεί που του μάθαμε τα πρώτα του βήματα, που το παρακολουθούσαμε στα πρώτα του παιχνίδια και ανεχτήκαμε τις σκανταλιές του. Κοίταζα γύρω μου τις αναμνήσεις και τότε το είδα. Καθόταν σ’ ένα παγκάκι, σαν να με περίμενε. Στάθηκα και το καμάρωσα. Μεγάλωσε το παιδί μας, πάτησε τα είκοσι. Μετά την δύσκολή εφηβεία του και το άγχος των πανελλήνιων, είναι τώρα φοιτητής. Δεν μπορώ να το φανταστώ οργισμένο, να σπάει βιτρίνες και να πετάει πέτρες στους αστυνομικούς. Δεν μοιάζει με το άταχτο, απαιτητικό, τσαχπίνικο παιδάκι, που ξέραμε. Συγκινημένη κάθισα δίπλα του.

«Σοβάρεψες, τρόμαξα, να σε γνωρίσω» του είπα.. Μου χαμογέλασε:

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ταυτότητα μας, αν θέλουμε, να μη μας αλλοτριώσει η Παγκοσμιοποίηση».

Μπράβο! σκέφτηκα, το σπουδάζουμε, για να μας δίνει μαθήματα. Νοστάλγησα το χιούμορ του, τα παιδικά του χρόνια. Στα μάτια του λάμπει, σαρδόνια, μια φλογίτσα, σαν πάθος, σαν πονηριά, σαν κάτι να μου ετοιμάζει .

«Απίθανη πλατεία, δεν συμφωνείς;» το ρώτησα πάλι.

«Ναι, έμεινα κατάπληκτος, όταν ήρθα και την είδα»

«Άραγε πώς θα την ονομάσουν;»

«Δεν ξέρεις;»

«Υποψιάζομαι τι θέλεις, αλλά τώρα έχω άλλες απορίες. Με απασχολείς εσύ. Νοστάλγησες και συ τα παιχνίδια; Γι’ αυτό μου ζήτησες να σου βρω παρέα;»

Χαμογέλασε και άστραψε πάλι η φλογίτσα στο βλέμμα του, γνώριμη, πονηρή, σκανταλιάρα και τσαχπίνικη. Σηκώθηκε και χωρίς να με καληνυχτίσει απομακρύνθηκε.  Το καμάρωσα, το παιδί μας, το παιδί των τρελλών της πόλης μας. Μέσα στην νύχτα φωσφόριζε πάνω στο μπουφάν του:

«Κυνήγι θησαυρού».

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: