Άγονη γραμμή

8 Φεβρουαρίου 2009

Το «Ανακάλημα» του Συνοικισμού των Προσφύγων

Filed under: Φρυγανάκης Γεώργιος — Άγονη Γραμμή @ 11:12 μμ
Tags:

deneke1Στα πέτρινα πεζούλια του Ντενεκέ Μαχαλά (κάτω γειτονιά Καλλιθέας) οι Μικρασιάτες με κουτάλια και τουμπελέκια διασκέδαζαν όχι μόνο τις Απόκριες αλλά και τις καθημερινές βεγγέρες με αστεία και τραγούδια (Η φωτογραφία και η λεζάντα από το ημερολόγιο του έτους 2001, που εξεδωσε ο Σύλλογος Ρεθυμνίων Μικρασιατών ΙΩΝΙΑ).

Τα εκατοντάδες παιδιά, και όχι μόνο, που καθημερινά διασχίζουν τη Ν. Ασκούτση, από τη Λεωφόρο Κουντουριώτη προς το Δεύτερο Γυμνάσιο-Λύκειο και αντίστροφα, ασφαλώς δεν υποψιάζονται ότι βαδίζουν πάνω σ’ ένα ποτάμι. Ούτε, φυσικά, ότι ο δρόμος αυτός, σκεπάζοντας το ποτάμι, ένωσε δύο τραγωδίες του Ελληνισμού κατά τον προηγούμενο αιώνα∙ της Γερμανοκατοχής και της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.

Μάρτυρες της πρώτης, στα δεξιά του δρόμου όπως ανεβαίνουμε, παραμένουν οι οκτώ πετρόκτιστες «τετρακατοικίες των βομβοπλήκτων», ανέπαφες από το χρόνο και τη μόδα της αντιπαροχής. Μάρτυρες της δεύτερης, τουλάχιστον υλικοί, δεν υπάρχουν. Κι όμως στα δεξιά του δρόμου υπήρχε ο  Συνοικισμός των Προσφύγων.

Έτσι λεγόταν η περιοχή που μέ­σες – άκρες οριο­θετείται σήμερα από τις οδούς Ν. Ασκούτση, Καλομενοπούλου, Καντανoλέoντoς (Μουσικό Λύκειο, πρώην Ορφανοτροφείο, παλιότερα «τεκές») και Κυρίλου Λούκαρη και περιελάμβανε καμιά εικοσαριά ομοιόμορφα μακρόστενα σπίτια.

Εδώ έβγαλαν τα κύματα της Καταστροφής του ’22 ένα τσούρμο απ’ τα ξεριζωμένα παιδιά της Μικρασίας, που μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής τους δεν έπαψαν να σκαλίζουν τη χόβολη της συμφοράς τους, αναμετρώνrας με τις xάντρες των δακρύων τους τις μέρες των χαμένων παραδείσων… Ούτε έπαψαν να oνειρεύoνrαι το «νόστιμον ήμαρ» και συγχρόνως να παλεύουν πεισματικά και υποδειγματικά για την επιβίωση και την προκοπή μέσα σε μια χώρα που πάσχιζε να επουλώσει τις πληγές της από τη μεγαλύτερη μετά την Άλω­ση της Πόλης τραγωδία του Νεοελληνισμού. Μπορεί να έριχναν λίγο λάδι στο φαγητό τους, αλλά τα καντήλια τους ήταν πάντα γεμάτα, για να φωτίζουν τις εικόνες που έφεραν από τις πατρίδες τους ως πολύτιμο θησαυρό και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των θαμμένων και άταφων νεκρών τους που άφησαν πίσω τους…

Ξύνoντας με τα νύχια της μνήμης το παλίμψη­στο του χρόνου, αναδύεται ο μικρόκοσμος του Συνοικισμού των Προσφύγων. Σαν μέσα από «χαρώνειες κλίμακες», ξεπετάγονται στην ορχήστρα της φαντασίας μου οι πρώτοι πρόσφυγες «άποικοι» του Συνοικισμού, όπως τους θυμάμαι εγώ και οι άλλοι προσφυγογενείς της δεύτε­ρης γενιάς: ο Μπάρμπα – Θανάσης Μαστρανrώνης και η Γαρυφαλιά του, ο Κώστας Mαστραντώνης και η Αμαλία του, ο Νίκος Φατσής και η Χρύσα του, ο Δημητρός Μανώλαρος και η Ελεονώρα του, ο Κωστής Παπιομύτογλου και η Μαρίτσα του, ο Μήτσος Μπατζές και η Στέλλα του, ο Χρήστος Μανιάτογλου και η Στασία του, ο Γιάννης Κόλλιας και η Ευδοξία του, ο Στεφανής Φλώρος και η Ανδρονίκη του, ο Παναγιώτης Σαραντίδης και η Μαρία του, ο Σίμος Γραμματικόγλου και η Αργυρώ του, ο Ηλίας Ηλιάδης και η Θεοχάρη του, ο Δημητρός Γαλάνης και η αδελφή του Μαρία, ο Γιώργης Λεμονιάς με τη γυναίκα του Μαρία και την αδελφή του Αθηνά, ο Γιάννης Μαγιάφας, η Ροδάνθη Aνrωνακάκη, ο Γιώργος Βοριάς, ο Μιχάλης Ζωγράφος με τη Γεωργία του και το γιο του Ανδρέα, ο Παναγιώτης Παπα­δόπουλος και η Χαρίκλειά του, ο Αναστάσης Τριαντάφυλλος και η Δέσποι­νά του και η Στάσα Φρυγανάκη με το γιό της Δημήτρη και την κόρη της Μαρίτσα – Θωμαΐτσα (Παπιομύτογλου). Μαζί τους και ο Παναγιώτης Καρνής και η Μαρίτσα του, ο Αντώνης Βράκας και η Αρχοντία του, η Γιαννούλα Καραμανώλη και ο γιος της Νίκος με τη Μαρία του, που έμεναν στις παρακείμενες τετρακατοικίες των «βομβ0πλήκτων» της Γερμανοκατοχής. Ξωπίσω τους ο Παναγιώτης Σιμιτζής, ο Νίκος Μανωλέας, ο Σπύρoς Κρητικός και η Στέλλα του, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αργότερα και συγ­χωνεύτηκαν.

Και ακόμη απορώ με το μεγαλείο που υπήρχε στους «μικρούς» αυτούς ανθρώπους…

Ξύνoντας με τα νύχια της μνήμης το παλίμψηστο του χρόνου, ο αέρας πλημμυρίζει από τα αρώματα του γιασεμιoύ, του αγιοκλήματος και του καντιφέ∙ από τις μυρω­διές της φρεσκοασβεστωμένης γλάστρας και της ανατολίτικης κουζίνας∙ από το σούσουρο των γυναικών γύρω από τη μοναδική βρύση∙ από τους μαγευτικούς ήχους των σμυρναίικων τρα­γουδιών∙ από τα παραμύθια και τις ατελείωτες ιστορίες του ξεριζωμού σε μικρασιάτικο ιδίωμα, γύρω από το μα­γκάλι ή κάτω από τ’ άστρα∙ από τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα παραγγέλματα των καραγωγέηδων, που είχαν την πλειοψηφία μαζί με τους κτίστες και τους φορτοεκφορτωτές∙ από τις φωνές των παιδιών που παίζαμε ξυλίκι, γυαλένια (βώλους), σβούρους, γουβίτσες (λακκάκια) ή αυτοσχέδια μπάλα και «πολεμούσαμε» με αυτοσχέδια όπλα ή «σπρινιάραμε» με αυτοσχέδια πατίνια και τσούρεκλα∙ από τις φωνές του αυτοσχέδιου υπαίθριου Καραγκιόζη∙ ανάμεσα σ’ αυτά και άλλα πολλά, η μελιστά­λακτη φωνή του υπομονετικού Αρμένη δοσατζή Αγκόπ, που όλο του κρύ­βονταν οι νοικοκυρές!…

Πόσο ταιριαστοί στην περίπτωση μού ακούγονται οι στίχοι του Καβάφη από το ποίημα του «Φωνές»:

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες…

κάποτε μες τα όνειρά μας ομιλούνε∙

και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας-

σα μουσική, τη νύχτα, μακρινή, που σβύνει.

 

Ακόμη απορώ με τον παιδικό επίγειο παράδεισο που μας χάρισαν οι άνθρωποι που γνώρισαν την επίγεια κόλαση. Κι όταν ξυπνώ απ’ τ’ όνειρο, η γειτονιά μου μού φαίνεται ξένη και απόμακρη…

Σήμερα σχεδόν τίποτε εξωτερικά δε θυμίζει το παρελθόν του Συνοικισμού των Προσφύγων. Μόνο ένα σπιτάκι, κι αυτό κρυμμένο πίσω από τα τείχη πού ύψωσε η «σύγχρονη» οικιστική και η ανάγκη. Πιο πολύ σου τον θυμίζουν κάποιες φαμίλιες οικονομικών μεταναστών και κάποιες νύχτες το ούτι από το ημιυπόγειο του Σύριου…

Όμως, αν μπει κανείς σε σπίτι κά­ποιου από τους προσφυγογενείς κα­τοίκους, θα διαπιστώσει ότι ο χρόνος που πέρασε δεν κατάφερε να σβήσει εντελώς τις μνήμες και όλο και κάποιο κειμήλιο αντιστέκεται στη λήθη. Όπως το εικό­νισμα της Σταύρωσης του Χριστού, που έφερε η  γιαγιά μου η Στάσα από τη Σμύρνη, το καλυμμένο από τα  τάματα των άλλων προσφύγων του Συνοικισμού και  τέσσερα δικά της, για τον άντρα και τους τρείς γιούς της που «έμειναν πίσω»!…

Μέσα από την παλιά φωτογραφία του με κοιτάζει ο γιος της, ο τελευταίος των προσφύγων της πρώτης γενιάς, με κείνο το μοναδικό μειδίαμα, το «μικρασιάτικο μειδίαμα»…Μόνο που εγώ δεν μπορώ να μειδιάσω! Και σταματώ «εδώ», που ήταν και η αιτία του σημερινού «ανακαλήματος«…

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Πράγματι, είναι συγκινητικό ότι σιγά -σιγά αρχίζει μια εξιστόρηση των προσφύγων του Ρεθύμνου έστω και με τη μορφή των αναμνήσεων σαν του Γιώργη. Θα ήταν χρήσιμο να συνεχιστεί και από άλλους. Φωτογραφίες του συνοικισμού άραγε υπάρχουν;

    Σχόλιο από Παναγιώτης Μιχ. Παρασκευάς — 9 Φεβρουαρίου 2009 @ 7:45 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: