Άγονη γραμμή

12 Φεβρουαρίου 2009

Νενεδάκη Ανδρέα, Άδεια Ηνιοχείας (Βουκέφαλοι 2)

Filed under: Φρυγανάκης Γεώργιος — Άγονη Γραμμή @ 9:00 πμ
Tags:

adia-inioxias

Για τους δημιουργούς – τους πραγματικούς δημιουργούς – θάνατος δεν  υπάρχει, αφού συνεχίζουν να ζουν μέσα από το έργο τους. Και ο Ανδρέας Νενεδάκης θα μείνει αθάνατος! Το εγγυάται το έργο του γενικά(30 βιβλία) και η Άδεια Ηνιοχείας ειδικότερα! Το εγγυούνται οι φιλό – λογοι, με τη στενότερη και την ευρύτερη έννοια του όρου, όπως όλοι εμείς που παρευρισκόμαστε σήμερα στη σεμνή αυτή εκδήλωση μνήμης!

Πιστεύω, όμως, ότι η τιμητική μνήμη της Στάσης αυτού του Ανθρώπου είναι χρέος μας να πάρει την υλική υπόσταση μιας προτομής σε περίοπτη θέση της πόλης μας. Το επιβάλλει το «δίκαιον», η ιδέα της υποχρέωσης που πηγάζει από τη φύση του έργου του ως Πνευματικού Ανθρώπου, Κοινωνικού Αγωνιστή και Ρεθυμνολάτρη. Το επιβάλλει και το «πρέπον», η ιδέα της υποχρέωσης απέναντι στον εαυτό μας, που πηγάζει από τον αυτοσεβασμό μας! Και ελπίζω ότι αυτή την τιμή δεν θα την αρνηθεί η Πόλη των Γραμμάτων ούτε στο παιδί της ούτε στον εαυτό της!…»

Στις ιστορίες των κοινωνιών, μικρών ή μεγάλων, όχι σπάνια, αναδύονται άτομα ή ομάδες που αρνούνται να ενταχθούν δουλικά και μοιρολατρικά στο πλαίσιο της ισοπέδωσης και αντιτάσσουν την ασυμβίβαστη  ορθοστασία τους στην πρακτική των εκ-πτώσεων· άτομα ή ομάδες που προτιμούν την τιμητική διαφωνία από την ατιμωτική γι’ αυτούς συμφωνία ή αφωνία, αδιαφορώντας για το προσωπικό τίμημα της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» τους.

Η περίπτωση του συντοπίτη μας Ανδρέα Νενεδάκη συγκαταλέγεται αυτοδίκαια στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων· γιατί ο Νε-νε-δάκης μπορεί να έχει στο επίθετό του δύο «ναι», ακουστικά, ολόκληρη όμως η ζωή του ήταν ένα διαρκές και ηχηρό «όχι» στο συμβιβασμό! Υπερβολικός; Ίσως. Βολικός; Ούτε για τον εαυτό του!…

Και αν οι συγγραφείς ανήκουν στο είδος που γράφουν, ο Νενεδάκης ως συγγραφέας ανήκει στη μαχητική λογοτεχνία, που παρακάμπτει το ψευτοδίλημμα «τέχνη ή ζωή» και πορεύεται με πυξίδα της το «η τέχνη για τη ζωή».

Αυτή η πορεία αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στο προτελευταίο βιβλίο του με τον τίτλο Άδεια Ηνιοχείας (Εκδ. Κέδρος,Αθήνα, 1999).

Η «Άδεια Ηνιοχείας» είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που αναφέρεται σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που αναδεικνύουν το ήθος και το ύφος της ρεθυμνιώτικης κοινωνίας του μεσοπολέμου (1920-1940), αποτελώντας έτσι τη συνέχεια των «Βουκεφάλων». Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο ίδιος ο συγγραφέας το υποτιτλίζει «Βουκέφαλοι 2». Κίνητρό του να φέρει στο φως τα πραγματικά χρώματα της πόλης χωρίς τους επιχρωματισμούς και τις επισκιάσεις των χρόνων που ακολούθησαν. Έτσι ίσως εξηγείται το «πνεύμα του συγκεκριμένου» που «χαρακτηρίζει» το έργο.

Ο συγγραφέας αντλεί κι εδώ τα θέματά του από τα ανεξάντλητα αποθέματα της δεξαμενής των βιωμάτων του και τα διαχειρίζεται ανεπιτήδευτα και με ελεγχόμενη  νοηματική φόρτιση, παρά το ότι το έργο του δεν είναι παρά μια φυσική προέκταση του εαυτού του, ένα είδος πιστοποίησης της ίδιας του της εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας.

Στο μυθιστόρημα αντιπαρατίθενται ο κόσμος των δυνατών και ο κόσμος των αδυνάτων, των «ανώτερων» στρωμάτων και των «κατώτερων», με τις εσωτερικές τους, βέβαια,  διαβαθμίσεις: οι μεγαλέμποροι, οι πρόξενοι, οι άνθρωποι της εξουσίας και γενικά οι «βουκέφαλοι» από τη μια και από την άλλη οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι μικροαστοί, οι μικροεπαγγελματίες και οι λαϊκοί τύποι. Δύο κόσμοι τόσο αντίθετοι που αναρωτιέται κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν να συνεννοηθούν και πώς. Θα λέγαμε ότι συγκροτείται  ένας πολυμορφικός θίασος ανθρώπινων χαρακτήρων που οι ιστορίες τους συμπλέκονται, αλληλοκαλύπτονται και αποκαλύπτονται μέσα από τις καθημερινές σκηνές ανθρωπιάς και απανθρωπιάς που διαδραματίζονται στην ορχήστρα της μικρής μας πόλης.

Το κατάντημα της χώρας μας, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σε «Ψωροκώσταινα» αντικαθρεφτίζεται, φυσικά, και στο χώρο του Ρεθύμνου και ειδικότερα στην άλλοτε ένδοξη «Οδό Τσάρων», όπου ο συγγραφέας παρουσιάζει,  χωρίς περιστροφές, την αλλαγή φρουράς του οικονομικού κατεστημένου της πόλης: «Οι περισσότεροι από τους μεγαλέμπορους, τους μεγαλοϊδιοκτήτες και τους μικροαστούς που είχαν βουτήξει στο μεγάλο φαγοπότι της εποχής της Ηγεμονίας (1898-1913), στο διαγούμισμα των τούρκικων περιουσιών και αργότερα στο λαθρεμπόριο της εποχής του πολέμου (1914-1922), έχουν παροπλιστεί, όσοι ζουν. Και το χειρότερο είναι πως τα μεγάλα κεφάλαια που προέρχονταν από την τοκογλυφία, από την εκμετάλλευση των χωρικών με το εμπόριο του αλατιού και των τροφίμων επενδύονταν στην Αθήνα. Στις τάξεις τους έχουν εισχωρήσει μικρέμποροι άσημοι, χωρικοί που πούλησαν κάποιο χωράφι και εμπορεύονται δυναμικά…Οι νέοι μαγαζάτορες του δρόμου των Τσάρων έχουν άλλο ύφος. Είναι καινούριοι και στην όψη και στη συμπεριφορά. Φορούν όλοι τώρα φράγκικα, γραβάτες, κολάρα, τσάκιση. Και χαμογελούν όλοι. Δεν είναι σαν τους παλιούς βρακάδες που είχαν τσουβαλιάσει το χρυσάφι κι είχαν καταπιεί την πoλιτεία… Όμως τη σήμερον ημέρα, που είναι γεμάτοι οι δρόμοι ξυπόλυτους, που οι Μικρασιάτες είναι οι περισσότεροι άνεργοι, που το κουβέρνο έχει φτωχάνει με τον πόλεμο και την Καταστροφή, δυσκόλεψαν όλα. Τώρα, πώς κατόρθωναν μερικοί να ξεχωρίσουν είναι το μεγάλο ερώτημα…».(σελ.36-37)

30-xronia1

Ο Νενεδάκης, σε αντίθεση ή συμπληρωματικά προς την πρεβελάκεια εξιδανίκευση, προχωρεί πιο βαθιά και ξεσκεπάζει αναδρομικά τις «αταξίες» της ανώτερης τάξης (των προξένων και εμπόρων) με τα τρανταχτά ονόματα την επιφάνεια πλούτου και τις περγαμηνές: «Όλοι, βέβαια, από τις οικογένειες των ντόπιων και των επιφανών, οι ιδρυτές των οίκων και των οικοσήμων, υπήρξαν υπάλληλοι και μερικοί φαμέγοι και συνεργάτες των Τούρκων τα τέλη του περασμένου αιώνα που μπήκαν στην πολιτεία από τα χωριά τους, χωρίς να παραλείπουν και καμιά φορά να παρουσιάζονται και επαναστάτες τις στιγμές και τις ώρες που τα ξεσηκώματα στην ύπαιθρο έπαιρναν το τέλος τους. Και δεν είναι περίεργο, γιατί όλοι είναι έξυπνοι άνθρωποι, πώς κατορθώνουν πάντοτε όχι μόνο να επιζούν τις τελευταίες φοβερές δεκαετίες, αλλά να βγαίνουν ισχυρότεροι οικονομικά, να στεριώνουν το όνομά τους και να αυγατίζουν τις περιουσίες τους».(σ.23) Χαραχτηριστική η περίπτωση του τοκογλύφου Τριαμάτη, (παρατσούκλι, επειδή «σ’ όλη τη ζωή του έδινε ένα και έπαιρνε τρία»), που είχε γίνει πλούσιος από το αλισιβερίσι του με το Σαλίκ μπέη – γι’ αυτό και τον φώναζαν «Σαλίκ Τριαμάτη».

Στιγματίζει τους εκμεταλλευτές της φτώχιας σ’ όλα τα επίπεδα, όπως τον παντοπώλη Τιμολέοντα, που πανώγραφε στα βερεσέδια της φτωχολογιάς και το «μακρύ του χέρι» τον έστειλε τελικά από το Μακρύ Στενό στη «στενή» για ασέλγεια σε βάρος ανήλικης.

Μέσα από το μυθιστόρημα ζωντανεύει το αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα με κύριο εκφραστή ένα θεολόγο καθηγητή που «έβλεπε Σόδομα και Γόμορα την πολιτεία και το γυμνάσιο και ήθελε να μετατρέψει το γυμνάσιο σε ιεροδιδασκαλείο  και τους καθηγητές σε ιεροδιδασκάλους και ιεροεξεταστές», δίνοντας την εντύπωση «μαινόμενου δερβίση-αποστόλου»(σ.103), αλλά και να επεκτείνει τη δράση των παιδονόμων και στην κοινωνική ζωή της πόλης, κάνοντας προτάσεις προς τα σωματεία των Ελληνίδων και Κυριών να τοποθετούν στα συμβούλιά τους κυρίες γνωστές για την αφοσίωσή τους στα εκκλησιαστικά. Ακόμη και το χορό δαιμονοποιεί (εκτός από το ποδήλατο τον κινηματογράφο και το ποδόσφαιρο) ως «το όργιον της φλογισμένης σάρκας και το οιστρηλάτημα της ζωώδικης παραφοράς των κατώτερων φυλών»(  ), σύμφωνα με ένα δημοσίευμά του στον τοπικό τύπο. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να κατηγορεί και το Δεσπότη για εκκοσμίκευση της εκκλησίας. Η διαμάχη μεταξύ του καθηγητή με το ασκητικό πνεύμα και του κοσμικού Δεσπότη προκαλούσαν σύγχυση στους πιστούς.

Παράλληλα, αναβιώνει το περίφημο «Αλφαδύο», ο φόβος και τρόμος στρατιωτών και πολιτών. Αλλά και η αστυνομοκρατία, ιδιαίτερα στο πρόσωπο του χωροφύλακα Μήτσου Α., που «στις ανάπαυλες της τακτικής του απασχόλησης – παρακολούθηση αντιφρονούντων, βενιζελικών και μη, δημοκρατικών και αντικαθεστωτικών, δυσαρεστημένων και υπονομευτών της δημόσιας τάξης – μοίραζε φόλες στους σκύλους γύρω στα κρεοπωλεία και αστειευόμενος έλεγε: «Άλλοι πρέπει να φάνε τις φόλες να ησυχάσουμε. Θα ‘ρθει όμως και η σειρά τους»».(σ.253)

Μέσα από το μυθιστόρημα ζωντανεύουν, για να περάσουμε και στην άλλη «όχθη», οι τραγικές φιγούρες των Μικρασιατών προσφύγων που περιφέρονται άνεργοι και ξυπόλυτοι οι περισσότεροι, και αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους. Δεν έχουν συνηθίσει ακόμη. Δεν στεριώνουν. Νομίζουν πως είναι προσωρινοί, πως θα ξαναγυρίσουν στη χώρα τους!… Οι Μικρασιάτισσες που δουλεύουν στα καπνοχώραφα όλο αναστενάζουν σαν χορός αρχαίας τραγωδίας: «Αχ, πού ‘ναι κείνα τα χώματα της Προύσας, της Σμύρνης του Μπουρνόβα!…Να δεις χώμα και να το φας με το κουτάλι. Μαύρο, παχύ και μαλακό σαν το κουκούλι…». (σ.149) «Όλη την ώρα μιλούσαν για τον τόπο τους, για τα χωράφια τους, για τα σπίτια τους…Τι κόσμος αλήθεια. Και στέκονταν όλες και κοίταζαν εκεί στα βόρεια προς τη θάλασσα, αναστενάζοντας και δακρυσμένες. Και στιγμές στιγμές ξεχνιόνταν και ταξίδευαν νοερά και έφταναν στα χώματά τους και το πρόσωπό τους έλαμπε παράξενα, εξαντλημένο…Οι περισσότερες είχαν χάσει τους δικούς τους, τους άντρες και τα παιδιά τους. Κι όμως είχαν μια εγκαρτέρηση, μια ευπρέπεια στο φέρσιμό τους, που ήθελες να τις αγκαλιάσεις, να κλάψεις και να θρηνήσεις μαζί τους…» (σ.151)

Ανάμεσά τους και ο πατέρας της μικρής Χρυσής, που έβγαλε «άδεια ηνιοχείας» (άδεια για άμαξα/κάρο) και αγόρασε με δόσεις ένα άλογο, που όμως έχασε, γιατί δεν είχε να επιστρέψει τα δανεικά που πήρε από τον τοκογλύφο Τριφύλλη για να βγει από το κρατητήριο όπου είχε προσαχθεί όταν το άλογό του αφόδευσε στο δρόμο κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας! Από τότε μιλούσε μόνο για το άλογο, ενώ οι άλλοι Μικρασιάτες συνέχιζαν τις ιστορίες τους για τις αλησμόνητες πατρίδες τους! Μέχρι που βρήκε φρικτό θάνατο στη μάταιη προσπάθειά του να το σώσει από τον ασβεστόλακο που είχε πέσει. Κι ας ανήκε πια σε άλλο αφεντικό!…

Μέσα σ’ αυτό το  σκηνικό ο συγγραφέας, συχνά με χιούμορ και ειρωνεία, εστιάζει την κριτική ματιά του ιδιαίτερα σε κάποιες μικρότητες της μικρής μας πόλης.

Και πρώτα πρώτα στο ρατσισμό «σχεδόν όλων» απέναντι στους πρόσφυγες. Ας ακούσουμε τι μας αφηγείται η μικρή προσφυγοπούλα Χρυσή με την οπτική γωνία της παιδικής ηλικίας: «Το τούρκικο σχολείο είναι ένα δίπατο χτίριο με μεγάλα καμαρωτά παράθυρα, ευρύχωρο και καλύτερο από την ισόγεια αίθουσα του δημοτικού σχολείου των ντόπιων. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είμαστε έτσι χωρισμένοι. Μόνο στα διαλείμματα συναντιόμαστε. Όμως δεν έχουμε πολλές σχέσεις μαζί τους. Κάτι μας χωρίζει εχτός από τα ρούχα που φορούμε, που είναι όλα αναραμμένα πρόχειρα, και από τα παπούτσια, όσοι φορούμε. Αλλά και από άλλα που  δεν μπορώ να καταλάβω, παρά μόνο πως εμείς είμαστε προσφυγάκια. Όμως μιλάμε όπως αυτά, μερικά από τα κορίτσια μας είναι πιο όμορφα και τα περισσότερα από τα αγόρια μας είναι δυνατότερα. Σαν να βρισκόμαστε σε ξένο σπίτι, επισκέπτες. Όταν σχολάζουμε, βγαίνουμε από άλλη πόρτα. Κάνουμε γυμναστικές εξετάσεις διαφορετικές μέρες χωριστά, τραγουδούμε άλλα τραγούδια εμείς, άλλα εκείνα. Και μόνο τον ίδιο εθνικό ύμνο τραγουδούμε κι εμείς και κείνα. Αλλά γιατί έχουμε τον ίδιο εθνικό ύμνο, αφού εμείς είμαστε οι πρόσφυγες και κείνοι οι ντόπιοι;».(σ.45-46)

Ο κοινωνικός ρατσισμός, βέβαια, δεν είχε αποδέκτες μόνο τους πρόσφυγες. Έτσι εκδηλώνεται μέσα από την περιφρόνηση των καταστηματαρχών της «Οδού των Τσάρων» προς τον «ξενομπάτη» (από το Τσιρίγο) Τριφύλλη, που, παρά την οικονομική του άνοδο (ως πρόξενος των Ευρωπαίων, τοκογλύφος και λαθρέμπορος πετρελαίου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), δεν κέρδισε ποτέ την αποδοχή των συναδέλφων του, που τον θεωρούσαν πάντα «ξένο» και δεν του άνοιγαν την πόρτα των σπιτιών τους· μέσα από το φθόνο των ίδιων προς τον μπολσεβίκο και πρόσφυγα υποδηματοποιό της Οδού των Τσάρων, ιδιαίτερα όταν στεφανώθηκε ένα «κορίτσι» της Φορτέτζας, τη Μαγδαληνή (και μάλιστα με την έγκριση του Δεσπότη, που κατηγορείται για εκκοσμίκευση), στερώντας τους το…«επιδόρπιό» τους· μέσα από την περιφρόνηση των «ντόπιων» κυριών («συζύγων ή συγγενών προξένων και εμπόρων με τρανταχτά ονόματα, με επιφάνεια πλούτου και περγαμηνών») προς τις «ξενομπάτισσες» κυρίες (συζύγους των νέων εμπόρων, που «δεν είχαν αποχτήσει τη συμπεριφορά, το λούστρο ή έστω την αποδεκτή εμφάνιση της χωραΐτισσας»)· μέσα από την περιφρόνηση προς τον Πεντεφούντη τον τελάλη ακόμη και μετά το θάνατό του: «Το πρωΐ τον φόρτωσαν στη νεκροφόρα του Δήμου για τη Μεσαμπελίτισσα. Αλλά όσο και να ψάξει κανείς δεν θα βρει το μνήμα του. Δεν ταιριάζει το όνομα του Πεντεφούντη να φιγουράρει δίπλα στα μαρμαρένια πολυτελή μαυσωλεία της ματαιοδοξίας».(σ. 244)

Έντονα, επίσης, φωτίζεται η υποκρισία και η μανία επίδειξης κάποιων  μεγαλοκυριών που στην εκκλησία «επιδεικνύουν το καινούριο καπέλο τους, τις γόβες ή τις μεταξωτές κάλτσες τους, που έρχονταν κατευθείαν από την πρωτεύουσα, όπως παλιότερα από την Τεργέστη»(σ.193), αλλά και εκείνων που μόνη τους έγνοια ήταν να φωτογραφηθούν και να απαθανατίσουν το φιλάνθρωπο έργο τους, ακόμη κι αν πρόκειται για το «λαπά που περίσσεψε από το γεύμα τους».. Η προσφυγοπούλα Χρυσή αναθυμάται: «Θα ήμουν δέκα χρονώ. Μας μάζεψαν από την προκυμαία που κοιμόμαστε για να μας περιποιηθούν, να μας βοηθήσουν. Ήταν πολλές κυρίες, διάφοροι που μας χάιδευαν τα κεφάλια και μαζευτήκαμε δίπλα σ’ ένα καζάνι με φαγητό… Όλοι τους ήταν καλοντυμένοι, φορούσαν παπούτσια, καθαρά ρούχα και τριγύριζαν με προσοχή και σεβασμό μερικές κυρίες. Ήταν όλες παχιές, καθαρές, μα τα χέρια τους δε μας άγγιξαν. Φοβόνταν μην λερωθούν. Περπατούσαν αργά και μιλούσαν λιγότερο. Τα ρούχα τους φαίνονταν ακριβά, πλούσια.  Θα ‘ταν μεγάλες κυρίες για να τις προσέχουν τόσο και να κρέμονται όλοι από τα χείλη τους. Μας έβαλαν στη γραμμή για να πάρουμε φαγητό. Ύστερα είπαν να βγάλουν μια φωτογραφία. Φαίνεται πως εδώ πριν να φάνε βγάζουν φωτογραφίες. Καθίσαμε χάμω και τριγύρω μας όλοι, οι κυρίες, οι άλλοι. Εγώ κρατούσα ένα πήλινο πιάτο και περίμενα όρθια να μου βάλει η κυρία το ρύζι. Αλλά η κουτάλα δεν άδειαζε. Φοβόμουνα να σηκώσω τα μάτια μου. Όμως είδα πως η κυρία με την κουτάλα κοίταζε μπροστά της. Γύρισα τρομαγμένη και βλέπω ένα κουτί πάνω σε τρίποδα κι έναν άνθρωπο που έστεκε πίσω του. Η κυρία τον κοίταζε και περίμενε με την κουτάλα γεμάτη πάνω απ’ τη γαβάθα μου. Φοβήθηκα. Δεν καταλάβαινα γιατί έστεκαν και περίμεναν και δεν μου έδιναν φαγητό. Εκείνος πίσω από το κουτί έκανε χειρονομίες. «Εδώ, εδώ κοιτάτε», έλεγε και μας έδειχνε το κουτί. Μας φωτογράφησε. Και τότε η κυρία άδειασε την κουτάλα στη γαβάθα μου».(σ.25)

Με χιούμορ και πικρή ειρωνεία προβάλλεται και η υποκρισία που εκδηλώνεται γύρω από την υπόθεση ενός γυναικείου λευκώματος που κυκλοφόρησε κρυφά αναστατώνοντας με το περιεχόμενό του την «καθώς πρέπει κοινωνία», άσχετα αν από τους κόλπους της προέρχονταν οι πιο φανατικές αναγνώστριες και οι πιο αθυρόστομες συγγραφείς του. Μια όμως και οι «τίμιες» γυναίκες , όπως τις έλεγαν οι «άλλες», ήταν υπεράνω πάσης υποψίας, θα… εκπορευόταν από τα «σπίτια» της Φορτέτζας! Και φυσικά η Χρυσή, που δούλευε εκεί ως καθαρίστρια, θα είχε βάλει για τα καλά το χεράκι της! Το νόθο, άλλωστε, παιδί της ήταν ένα καλό «άλλοθι» για να την καταστήσουν εξιλαστήριο θύμα! «Μούλοι, βέβαια, υπάρχουν πολλοί», όπως επισημαίνει ο συγραφέας, «σ’ όλο τον κόσμο και μερικούς συμπολίτες μας τους ακολουθεί αυτό το κουσούρι. Όμως η κοινωνικη θέση και η οικονομική επιφάνεια αυτά τα σκεπάζει».(σ.233)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η περίπτωση του Καμή, ιδιοκτήτη χαρτοπαικτικής λέσχης στην Οδό Τσάρων και τοκογλύφου, που καταχρώμενος τα χρήματα που του εμπιστεύτηκαν τα «κορίτσια» της Φορτέτζας αγόρασε σκάφος για τις ανάγκες του λαθρεμπορίου τσιγαρόχαρτου. «Τώρα τον Καμή τον λένε «εφοπλιστή» και όλοι τώρα στην πολιτεία του βγάζουν το καπέλο, τον εκτιμούν και τον αγαπούν».(σ.135)

Αλλά και όταν έπεσε στα δίχτυα της αστυνομίας, γρήγορα ξεγλίστρησε: «Όμως ο Καμής δεν ήταν από τους ανθρώπους που χάνονται εύκολα. Είχε τους δικούς του ανθρώπους, το «μέσο» του που λένε και που είναι πιο δυνατό κι από την χωροφυλακή κι από το ίδιο το κουβέρνο…Ξεσηκώθηκαν οι αντιπρόσωποι του νομού μας οι βουλευτές μας, μόλις μαθεύτηκε το ατύχημά του…να ανταποδώσουν τον αγώνα του Καμή που σκοτωνόταν και ξοδιαζόταν για να πετύχουν στις εκλογές. Και δεν πέρασε μήνας από το ατύχημά του και φούνταρε το τρεχαντήρι του στο λιμάνι. Και σε λίγες μέρες αποκατέστησε τις ζημιές στη λέσχη του, τις φιλίες του, την αξιοπιστία του και είναι σα να μη συνέβηκε τίποτα. «Ήταν ένα ταξίδι για να ξεσκάσω», λέει».(σ.135-136)

Μέσα από το μυθιστόρημα αναδύεται μια πολιτεία που αναπνέει την πυχτή μπόχα των ταμπάκηκων του Αγίου Νικολάου (δυτική παραλία), πίνει το νερό της Χαβούζας και τρώει ψωμί-«λάσπη» αδιαμαρτύρητα! Μια πολιτεία που «σκύβει»,όπως οι χαμάληδες του πολύβουου λιμανιού της, που αγκομαχούν ολημερίς κάτω από τα τσουβάλια που φόρτωναν και ξεφόρτωναν τις μαούνες με συχνά ατυχήματα χωρίς αποζημίωση! Μια κοινωνία δέσμια προλήψεων και δεισιδαιμονιών, όπως αυτή με τα «δεμένα» με μάγια ζευγάρια (που οδήγησε στον πνιγμό ένα νιόπαντρο ζευγάρι), έρμαιο των αγυρτών που παζάρευαν το «λύσιμο» αντί αδράς αμοιβής! Μια κοινωνία επιφυλακτική, καχύποπτη για όλους και για όλα, αποδεκατισμένη από την ανέχεια, ξεχασμένη από τις άπραγες βραχυπρόθεσμες κυβερνήσεις που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή! Μια πολιτεία «των Γραμμάτων», αλλά χωρίς βιβλιοθήκη, με ελάχιστους συνδρομητές εφημερίδων και αναγνώστες βιβλίων (αν και ο Αριστόδημος ο βιβλιοπώλης τα πουλούσε με δόσεις!). Μια πολιτεία με μια προκυμαία που  την καταστρέφει η θάλασσα κάθε χρόνο και κάθε χρόνο επισκευάζεται. Μια πολιτεία που στις φυλακές της έχει μικροκλέφτες και μικροαπατεώνες!  Μια κοινωνία της ματαιοδοξίας, του κουτσομπολιού, της σχεδόν καθολικής ανοχής!

Μέσα σ όλα αυτά, όσο κι αν «Τα τραγούδια» του καλοκάγαθου Γιώργου Καλομενόπουλου αλαφρώνουν κάπως την πνιγηρή ατμόσφαιρα με κάποιες νότες ευθυμίας, η λύρα του περιφρονημένου Καρεκλά ηχεί το ρέκβιεμ της πόλης! Ενός λυράρη που «ήταν περισσότερο πειστικός όταν έπαιζε τα κάλαντα στους δρόμους από τον πιο στοχαστικό και μελίρρυτο ιεροκήρυκα».(σ.242)

Μάταια ο Χαρίδημος ο νεκροθάφτης τους θύμιζε τη ματαιότητα των εγκοσμίων με την «προειδοποιητική» παρουσία του ή τον απειλητικό αστεϊσμό του «θα σε στριμώξω εγώ» προς κάποιους «αμέριμνους» συμπολίτες του.

Ποιος να δώσει σημασία στον τελάλη τον Πεντεφούντη, που «τα μάτια του δεν ήξερες αν έτρεχαν δάκρυα ή κρασί» και «όλο του το είναι – τα στραπατσαρισμένα του ρούχα και τα ξεχαρβαλωμένα παπούτσια, η κατάντια του – ήταν μια έκφραση διαμαρτυρίας για τον περίγυρό του» και  που συχνά στόλιζε όποιους του ‘μπαιναν στο μάτι με τα υπονοούμενά του για «χαλβάδες, παρτσάδες και γαϊδούρια». (σ.237)

Μα και η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο που τα ξημερώματα κάποιας Πρωτομαγιάς ανέμιζε στο καμπαναριό απλώς έδωσε την ευκαιρία στο λαό να χασκογελά και να κοροϊδεύει τη Διοίκηση της χωροφυλακής και τους παπάδες. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν δουλειά του βασιλικού Δεσπότη, για να εξευτελίσει τους βενιζελικούς (όπως το θεολόγο καθηγητή), και άλλοι της χωροφυλακής, για να πιάσει τους διανοούμενους. Εντωμεταξύ, με εντολή του Συνταγματάρχη-Διοικητή του στρατοπέδου που είχε άλλη άποψη, βασανίζονταν στα πειθαρχεία οι ταλαίπωροι νταμπάκηδες για να παραδεχτούν την…ενοχή τους! Πού να υποψιαστεί κανείς ότι ο πραγματικός δράστης ήταν η μικρή Χρυσή, βαλτή από τον πατέρα της. Η υπόθεση μάλιστα είχε τραγελαφική κατάληξη: Στην είσοδο του καμπαναριού περνούσε τις νύχτες του, χειμώνα- καλοκαίρι, ο αλκοολικός Γκόγκος, «λερός και άστεγος από συνείδηση και πίστη…, που έδινε την εντύπωση ξεπεσμένου μικροαστού λόγω της καστορένιας ρεμπούπλικάς του» (σ.93). Στην κατάθεση που του ζητήθηκε από την αστυνομία μίλησε για ένα κοριτσάκι που είδε μέσα στη θολούρα του να περνά την είσοδο· όμως αυτό παρερμηνεύθηκε και ενοχοποιήθηκε ένας διάσημος γκέι του «καλού κόσμου» του δρόμου των Τσάρων, που τον επισκεπτόταν που και που στο καμπαναριό και έλεγε ότι ήταν το «κοριτσάκι του»!…

Και οι διανοούμενοι; Να τι έκαναν οι διανοούμενοι, σε αντίθεση με τους παλαιότερους: «Μερικές παρεούλες, κάποια συνθήματα στις βόλτες και στα κέντρα στο δρόμο των Τσάρων, που έδειχναν φτηνή μικροφιλοδοξία, πως δήθεν ξεχωρίζουν από το κοπάδι και πέραν αυτού η καινούρια γραβάτα, η καλή εμφάνιση συμπλήρωναν την επιθυμία και τη δίψα για διάκριση»(σ.99). Παραδέχεται, όμως, ο συγγραφέας ότι «οι αντιστάσεις τώρα είναι σκληρότερες, γιατί έχουν να κάμουν με αντίπαλο που έχει την βοήθεια και την ευλογία όλων. Των παλιών επαναστατών, των αρχηγών της εκκλησίας, της κοινωνίας και το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού, βουβό, ανέκφραστο να παρασύρεται και που είναι ο χειρότερος εχθρός. Γιατί, ενώ εκείνοι παλεύουν για λογαριασμό του, εκείνος τους διαλύει με τη στάση του, την συμπεριφορά του, με την αδιαφορία του»(σ.99).

Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση της εκμετάλλευσης, των κοινωνικών διακρίσεων και της υποκρισίας, της κακομοιριάς και της μοιρολατρίας, της ενοχής και της ανοχής, ορθώνει το ανάστημά του ο δημοσιογράφος Δρακάκης (το alter ego του συγγραφέα), που μέσα από την εφημερίδα του την «Αστραπή» άστραφτε και βρόνταε σαν άλλος «ενοχλητικός» Σωκράτης, που ήταν και το ίνδαλμά του. Ο Δρακάκης επιδόθηκε σ’ ένα πολυμέτωπο αγώνα με τις δημοτικές αρχές, τους βουλευτές, τη χωροφυλακή, τα ταμεία, την εφορία, τα δικαστήρια και προπαντός με τους οικονομικούς …δράκους της Οδού Τσάρων.

Ονειροπόλος και απροσάρμοστος, πολιτικοποιημένος και ακομμάτιστος, δηκτικός αλλά καλοπροαίρετος καλεί τους συμπατριώτες του σε αυτοκριτική και αντίσταση:

Ημείς οι ίδιοι είμεθα άξιοι της τύχης μας όντες οίοι είμεθα. Ιδιοτελείς, ασυστηματοποίητοι, δι’ ουδέν άλλον φροντίζοντες ή περί των ιδίων έκαστος, ουδόλως προσέχοντες διά το κοινόν της πόλεως συμφέρον».(σ.140)

-«Σηκώστε το κεφάλι σας, άνθρωποι, οπλίσατε την στιβαράν σας χείρα όχι με βούνευρο, αλλά με ασπαλαθένιο στελιάρι και χτυπήσατε την πλάτην των κωφευόντων εις την δικαίαν φωνήν σας…Σύρετε βιαίως τους εντεταλμένους την καθαριότητα και την υγείαν των παιδιών σας μέχρι του πολυθρηλύτου αποχωρητηρίου της Άμμου Πόρτας διά να αντιληφθούν την κατάστασιν εκ του πλησίον και κατόπιν κλείσετέ τους εις τα βυρσοδεψεία της Καλλιθέας επί σαρανταοκτώ ώρας». (σ.50)

Τα πύρινα άρθρα του δεν αφήνουν κανένα και τίποτα στο απυρόβλητό του: την κατάντια των προσφύγων, την ανεργία, και τη φτώχια· το νοθευμένο ψωμί(«κατάλληλον μόνο διά κτήνη») από τους αλευροβιομήχανους, που προσθέτουν στα αρτοποιημένα άλευρα τα αποσυνθεμένα όσπρια· τις μολυσματικές εστίες των βυρσοδεψείων, την έλλειψη αποχωρητηρίων και αποχέτευσης και την ανεπαρκή περίθαλψη στο νοσοκομείο· τις ανεξέλεγκτες διατιμήσεις των προϊόντων· τη συμπεριφορά των «ανώτερων στρωμάτων», των βουλευτών και κομματαρχών· την κατάσταση του Δήμου, που «ουδέν έργον έχει να επιδείξει, παρά μόνον την εκκαθάρισιν του δημοτικού ταμείου από παντός μολυσμένου και μικροβιοβριθούς χαρτονομίσματος»· το ρόλο των βουλευτών: «Ποίος εκ των ημετέρων πληρεξουσίων ηκούσθη ποτέ ομιλών στη Βουλή;Ποιος ενδιεφέρθη διά τα συμφέροντα του αποστείλαντος αυτούς εκεί λαού; Κανείς!».(σ.140) Δημοσιεύει και ανοικτή επιστολή προς τον πρόεδρο της κυβέρνησης που ενόχλησε περισσότερο τις δημόσιες υπηρεσίες. «Τρελάθηκε ο Δρακάκης. Χρειάζεται δέσιμο. Να τον δέσομε να ησυχάσομε», έλεγαν.(σ.140)

Ενδεικτικό το απόσπασμα από ένα άρθρο του στην «Αστραπή» κατά της νοθείας: «Και πλήρης νοθειών υπήρξεν η εκλογή της παρελθούσης Κυριακής. Πολύ φυσικόν άλλωστε, αφού ζώμεν εις την εποχήν των νοθειών. Αφού νοθεύομεν την πρώτην τροφήν του ανθρώπου, το ψωμί, γιατί να μη νοθεύομεν και τας εκλογάς; Και το άξιον περισσοτέρας προσοχής είναι ότι  η νοθεία παίζει σπουδαιότερον ρόλον εις την ζωήν του ανθρώπου. Νοθεύεις το ψωμί; Πλουτίζεις. Νοθεύεις την ιστορίαν; Γίνεσαι μέγας ιστορικός. Νοθεύεις την γλώσσαν; Kαταλαμβάνεις περίοπτον θέσιν εν τω μέσω των διανοουμένων του κόσμου. Νοθεύεις την αλήθειαν και το δίκαιον; Ευρίσκεσαι έξω των φυλακών καταγελών τους εντός, απολαμβάνων μεγάλης τιμής και υπολήψεως. Νοθεύεις την εκκλησίαν μετατρέπων ταύτην εις θέατρον; Θαυμάζεσαι ως μέγας καινοτόμος και επιχειρηματτικόν πνεύμα. Νοθεύεις τας εκλογάς; Παίρνεις την νίκην και χειροκροτείσαι ως μέγας πολιτικός».

«Είναι λυπηρόν διά τον χριστιανικόν λαόν ότι οι λειτουργοί του Υψίστου σπεύδουν να κόψουν και τα μαλλιά των , ώστε να μην έχει ούτος από πού να τους σηκώσει ψηλά και να τους εκσφεντονίσει εις την άβυσσον την οποίαν προετοιμάζουν διά την ανθρωπότητα».(σ.194)  

Ο  «αιθεροβάμων» Δρακάκης νόμιζε ότι ήταν αρκετό να σηκώσει το λάβαρο της διαμαρτυρίας και της καταγγελίας για να τον ακολουθήσουν. Όμως…έκανε λογαριασμούς χωρίς τον ξενοδόχο! Οι «βουκέφαλοι» πολέμιοί του πιέζουν το χαρτοπώλη και τον τυπογράφο του να κόψουν κάθε συνεργασία μαζί του και καλούν τους αναγνώστες του να μην αγοράζουν και να επιστρέφουν όλοι την εφημερίδα του, που «δυναμιτίζει τα θεμέλια της κοινωνίας, του έθνους, της πατρίδας».(   )

Η «Αστραπή» πήρε τον κατήφορο, γιατί «αυτός που θέλει να κάνει το δημοσιογράφο, να κρίνει, να κατηγορεί και να επικρίνει πρέπει να ‘χει γερά οικονομικά, γερές πλάτες, όχι μόνο ηθική» και γιατί «ακόμη και αυτοί που αδικούνται θέλουν πολλές φορές την ησυχία τους και στρέφονται εναντίον αυτών που αγωνίζονται και παλεύουν».(σ.266)

Η αδυναμία του να ξεπληρώσει τον τυπογράφο λόγω των επιστροφών της εφημερίδας του ήταν η αρχή του τέλους. Ακολουθεί η αυτεπάγγελτη παραπομπή του στο κακουργοδικείο, «διότι ως υπεύθυνος συντάκτης της εφημερίδας «Αστραπή» εβλαστήμησεν εγγράφως, εχλεύασεν και ελοιδώρησεν αποκαλών ασυνειδήτους και αναξίους τα δημοσίας αρχάς»(σ.269 ), σύμφωνα με το βούλευμα (που παραπέμπει στη «Γραφή ασεβείας» του Σωκράτη).

Η απαλλαγή του Δρακάκη, με την Αμνηστία του Πάγκαλου, και η αναλαμπή της «Αστραπής», μετά τη σκηνοθετημένη από τον ίδιο κηδεία του, δεν απέτρεψαν το  τέλος της εφημερίδας. Ο Δρακάκης, ένα ψυχικό ράκος, θα μετοικήσει στην Αθήνα, όπου θα πεθάνει στην ψάθα, με το όραμα της πόλης του στα μάτια! Της πόλης που τόσο αγάπησε και τόσο τον πόνεσε. Και ήταν μόνο πενήντα χρονών!

O δρόμος των (Γενι)Τσάρων είχε πάρει την εκδίκησή του!

Λίγο πριν είχε επιχειρήσει να στήσει μια εφημερίδα με το χαρακτηριστικό  τίτλο «Γροθιές στους τοίχους», που θα ταίριαζε να ήταν και ο τίτλος της βιογραφίας του!…

Έτσι ο εξωσυστημικός συγγραφέας, αφού αποδείξει ότι με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής σωτηρία δεν υπάρχει, βάζει στο στόμα του ήρωά του, σαν επιμύθιο, τα τελευταία λόγια του  προσφιλή του Σωκράτη πριν πιει το κώνειο: «Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα κατορθώσει να σωθεί όταν αποφασίσει να εναντιούται προς εσάς και να σας εμποδίζει και να ελέγχει όσα εσείς πράττετε κατά των πολιτών άδικα και παράνομα». (σ.283)

Θα ταίριαζαν όμως, νομίζω, στην περίπτωση του και τα λόγια του χορού προς την καταδικασμένη Αντιγόνη και μάλιστα στη γλώσσα που τόσο καλά γνώριζε: Σέβειν μεν ευσέβεια τις / κράτος δ’ ότω κράτος μέλει / παραβατόν ουδαμά πέλει / σε δ’ αυτόγνωτος ώλεσ’ αργά. Δηλαδή: Καλός ο σεβασμός στην άγια τάξη, όμως χαμένος κόπος ν’ αψηφάς την εξουσία κι όποιον την εξουσία κρατά. Εσένα σε χαντάκωσε η αυτόνομη πορεία. (Σοφοκλή, Αντιγόνη, στ. 842 – 875)

Είναι φανερό ότι ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής αναστοχασμός του παρελθόντος που αναδίδει όχι τη νοσταλγία αλλά το άλγος του εξωσυστημικού συγγραφέα για τη «συστηματική» αναλγησία των προνομιούχων του

τόπου του. Ένα άλγος που μετουσιώνεται σε καταγγελία.

Η ιδεολογική αυτή στοχοθεσία κάθε άλλο παρά ζημιώνει το μυθιστόρημα, που πλάθεται με υλικά τη ρωμαλέα γλώσσα, τη βαθιά ιστορική γνώση, την εικονοπλαστική και σκηνοθετική  δεξιοτεχνία, την ψυχογραφική ικανότητα, τη βαθιά αίσθηση του τραγικού του συγγραφέα και με μαγιά την αγάπη του για το Ρέθεμνος. Ένα μυθιστόρημα που αφήνει στην ψυχή του αναγνώστη σαν κατακάθι μια βαθιά συμπόνια και μια βαθιά αγανάκτηση, αλλά και του προκαλεί ένα βαθύ προβληματισμό. Πόσο μάλλον που πολλά σημεία της αφήγησης μοιάζουν να μην έρχονται από το παρελθόν του αφηγητή αλλά από το παρόν του αναγνώστη.

Ο αντιστασιακός συγγραφέας και με αυτό το έργο του άφησε άλλο ένα «κτήμα ες αεί»·ένα βιβλίο – καθρέφτη για να αναμετριέται ο τόπος του με τον εαυτό του, εντοπίζοντας τις αλλαγές, τις παραλλαγές ή τα απαράλλαχτά του· ένα από τα  βαριά «κλειδιά» ερμηνείας του παρόντος και οργάνωσης του μέλλοντος του τόπου μας. Μ’ αυτό τον τρόπο η μνήμη αποκτά ιστορική και διδακτική λειτουργία.

Παράλληλα, βέβαια, το μυθιστόρημα αποκτά καθολικότητα, καθώς ο τόπος, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις του παίρνουν συμβολικές διαστάσεις.

Έτσι, σε μια δεύτερη ανάγνωση λειτουργεί ως διαχρονική καταγγελία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά και διαχρονικός ύμνος, έστω και «επιτάφιος», για τους…ξεροκέφαλους εκείνους που με «αρετή και τόλμη» ορθώνουν κάθε φορά το κεφάλι τους πάνω από τον ορίζοντα της μάζας και αντιστέκονται με αυταπάρνηση στους «βουκέφαλους» των καιρών τους!…

Κυρίες και Κύριοι,

Για τους δημιουργούς – τους πραγματικούς δημιουργούς – θάνατος δεν  υπάρχει, αφού συνεχίζουν να ζουν μέσα από το έργο τους. Και ο Ανδρέας Νενεδάκης θα μείνει αθάνατος! Το εγγυάται το έργο του γενικά και η Άδεια Ηνιοχείας ειδικότερα! Το εγγυούνται οι φιλό – λογοι, με τη στενότερη και την ευρύτερη έννοια του όρου, όπως όλοι εμείς που παρευρισκόμαστε σήμερα στη σεμνή αυτή εκδήλωση μνήμης!

Πιστεύω, όμως, ότι η τιμητική μνήμη της Στάσης αυτού του Ανθρώπου είναι χρέος μας να πάρει την υλική υπόσταση τουλάχιστον μιας προτομής σε περίοπτη θέση της πόλης μας. Το επιβάλλει το «δίκαιον», η ιδέα της υποχρέωσης που πηγάζει από τη φύση του έργου του ως πνευματικού ανθρώπου και κοινωνικού αγωνιστή. Το επιβάλλει και το «πρέπον», η ιδέα της υποχρέωσης απέναντι στον εαυτό μας, που πηγάζει από τον αυτοσεβασμό μας! Και είμαι βέβαιος ότι αυτή την τιμή δεν θα την αρνηθεί η Πόλη των Γραμμάτων ούτε στο παιδί της ούτε στον εαυτό της!…

v     Παρουσίαση στο Φιλολογικό μνημόσυνο του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου στη μνήμη του συντοπίτη μας συγγραφέα Ανδρέα Νενεδάκη. Κυριακή 10-2-2008, Εργατικό Κέντρο Ρεθύμνου.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: