Άγονη γραμμή

17 Μαρτίου 2009

Σαν Μανες

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 2:02 μμ
Tags:

Σμύρνη Σεπτέμβριος 1922

«Βιάσου…..μη χασομεράς……»

Πάνω στον θολό αδιευκρίνιστο ορίζοντα η μοίρα της πόλης έχει βάψει  μια μαύρη γραμμή καπνού, που κανένας δεν την έχει προσέξει. «Κλείσε το παράθυρο τζάνουμ, μη σε δουν….»

Ψηλά στην τούρκικη συνοικία ανεμίζουν παντού κρεμασμένα, κόκκινα πανιά. Μπήκε στην Σμύρνη το τούρκικο ιππικό την Πρώτη μέρα.

«Τρέχα….. μη σταματάς……»

Την Δεύτερη μέρα ο ήλιος άστραφτε πάνω στα σηκωμένα γιαταγάνια των αδίσταχτων καβαλάρηδων, που ξεχύθηκαν αλαλάζοντας στους δρόμους της πόλης των Αμαζόνων. Λεηλατούν, ληστεύουν, σφάζουν, βιάζουν. Ένας μακρόσυρτος θρήνος συνοδεύει το καταλυτικό πέρασμα τους. Ο αδίσταχτος κατακτητής φόρεσε το ψεύτικο προσωπείο του, παραγγελμένο ειδικά για την περίσταση, κατευθείαν στην πολιτισμένη Δύση. Οι εξαγγελίες του τοιχοκολλούνται παντού:

«…..οι κάτοικοι της πόλης μπορούν άφοβα να συνεχίσουν τις ασχολίες τους……Όποιος κακοποιήσει Χριστιανό θα τουφεκιστεί………..»

«Σκέπασε τζιέρι μ’ το κεφάλι σου με την κουβέρτα…τρέχα…»

Την Τρίτη μέρα, το ηλιοβασίλεμα βρήκε τον ουρανό βαμμένο με όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, να στέλνει ιριδίζουσες αντάβγες στην ανυποψίαστη θάλασσα.

«Μη σταματάς τζιέρι μ’……μακριά από τα κτίρια…..σκύβε…..»

«Σώπα μάνα, κάνε πάλε ‘πομονή……»

«Τρέχα……στην μέση του δρόμου….μη καθυστερείς…..»

Οι δρόμοι της Σμύρνης το καλοκαίρι ήταν πλαισιωμένοι με καλάθια γεμάτα ροδοπέταλα. Πόσος αβάσταχτος χρόνος έχει περάσει και χάθηκε η ευωδιά τους; Μυρίζει θάνατος, κηροζίνη, πόλεμος και ανελέητο γιαγκίνι.

«Τρέξε….λίγο ακόμη Γιασεμή…..σήκω γρήγορα……..πάμε….»

Μετά το ηλιοβασίλεμα, η ασελγής νύχτα της ντροπής. Τα μάτια του πολιτισμένου κόσμου παρακολουθούν αδιάφορα.

Όταν σήμανε μεσάνυχτα, ο αέρας άλλαξε πορεία. Άρχισε να φυσάει νοτιοδυτικά προς το λιμάνι, συνεργός του Κεμάλ. Άραγε από πιο σημείο του ορίζοντα, μεθυσμένος παρακολουθούσε, όπως ο Νέρων,  το θεαματικό έργο της φωτιάς;

«Μάνα φωτιές…παντού….σα να είναι απέραντο πανηγύρι τ’ Αι-Γιαννιού……»

«Κλείσε το παράθυρο Γιασεμί…. Γρήγορα…πάμε..»

Τέσσερις χιλιάδες ψυχές μέσα στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Σβήστε την φωτιά να σωθούν. Είναι αδύνατον…ο αέρας την δυναμώνει…δεν υπάρχει νερό…..εκρήξεις….φωτιά….φωτιά….καπνός…. πού βρέθηκαν στις άκριες των δρόμων, κάρα με άχυρα; »

Οι σπίθες σηκώνονται μέχρι τον ουρανό και φωτίζουν τη ροζ κορδέλα της Τακουί, το παπούτσι της Ανίτας, την κούκλα της Ρόζας, την καμένη πόρτα του Στεπάν, το λεηλατημένο μαγαζί του Κερακίν……

«Μη κοιτάζεις πίσω σου……τρέξε….»

Η Γιασεμή και η μάνα της, η Ευθυμία, τραγικοί ίσκιοι μέσα στους ίσκιους, κραυγές μέσα στις κραυγές, τρέχουν, αφού μόνο τα πόδια έχουν απομείνει, από τ’ ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Οι Τούρκοι έχουν κλείσει τους δρόμους με λοστούς, ψάχνουν με αγωνία τα περάσματα, που είναι  ακόμη ανοικτά προς το λιμάνι.

Ο θρήνος του καπνού τις ακολουθεί, σαν παράπονο, σαν μανές[3], σαν τραγούδι ξεχασμένο από τις γιορτές της κοσμοπολίτικης πόλης που χάνεται:

«Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι στον ντουνιά δεν έχει γίνει. Κάηκε κι έγινε στάχτη κι έβγαλε ο Κεμάλ τοάχτι…»

«Η Σμύρνη μάνα μ’ καίγεται, καίγεται και το βιός μας…..»

«Σώπα τζάνουμ, κάνε πάλε ‘πομονή…..»

Οι δυο γυναίκες τρέχουν μέσα στο πανικόβλητο πλήθος και αφήνουν πίσω τους, στο έλεος της φωτιάς, την πόλη που αγάπησαν:

Η περίφημη προκυμαία του Κιε, γεμάτη κάθε βράδυ από το φιλοθεάμον κοινό της Σμύρνης, ήταν πλημμυρισμένη χιλιάδες απελπισμένους ανθρώπους, που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους και έλπιζαν σαν μόνη σωτηρία την θάλασσα.

«Κουράγιο φθάνουμε….πρόσεχε…τα καρφιά….»

Από τα κτίρια που καίγονταν εκφσεντονίζονταν κατακόκκινα, πυρακτωμένα καρφιά, που με θεαματική ημικυκλική τροχιά, έπεφταν πάνω στους ανυπεράσπιστους, που έτρεχαν να ξεφύγουν ουρλιάζοντας.

«Φθάσαμε, εδώ είναι».

Η Ευθυμία χτύπησε με την δύναμη, που της έδινε η απελπισία, την πόρτα ενός σπιτιού, στην αρχή του λιμανιού. Οι στιγμές έπεφταν ανελέητα αδιάφορες. Ο χρόνος είχε χάσει την υπόσταση του. Πόση ώρα πέρασε για τις απελπισμένες γυναίκες, μέχρι ν’ ανοίξει η μοιραία πόρτα;

Η γυναίκα, που εμφανίστηκε στο άνοιγμα της, κοίταξε ξαφνιασμένη τις αλαφιασμένες σκιές, που σωριάστηκαν μπροστά της. Έκανε πίσω τρομαγμένη και οι γυναίκες σύρθηκαν μέσα. Μια φωνή υπόκωφη, σαν ξεχασμένη στο άπυρο από αρχαία τραγωδία, έσπασε την ερημιά του σπιτιού της.

«Έλεος μαντάμ Ζαζά, λυπήσου την, σώσε την, εσύ μπορείς».

«Σήκω πάνω, ποια είσαι; Εσύ κοκόνα Ευθυμία; Η τρανή κυρά; Η καλή χριστιανή; Πώς διάβηκες το κατώφλι του άνομου σπιτιού μου; Ποιος είναι αυτός;»

«Η κόρη μου μαντάμ Ζαζά, σώσε την, δεκατεσσάρων χρονών παιδί είναι, να μη πέσει στα νύχια των βιαστών. Δεκάδες κορίτσια, βιάζουν μέσα στους δρόμους, τ’ άπιστα σκυλιά. Εσύ είσαι Γαλλίδα, μόνο τους Γάλλους αφήνουνε οι τσέτες, να περάσουνε από τους λοστούς, που έχουν κλείσει τους δρόμους και όταν φθάσουν στο λιμάνι, το Γαλλικό προξενείο τους διώχνει από δω με ασφάλεια, σώσε την…»

«Εσύ μ’ έσωσες κοκόνα Ευθυμία, όταν οι άσπιλες κυράδες με διώξατε από την εκκλησία; Ορθόδοξη χριστιανή είμαι, ο άντρας μου ήτανε Γάλλος. Σας μόλυνα τα ιερά σας; Ή φοβόσαστε μη ξεμυαλίσω τους άντρες σας; Εμπιστεύεσαι σε μένα την αθωότητα της;»

«Την ζωή της. Ήμαρτον μαντάμ Ζαζά, όμως βιάσου, Ο κόσμος χάνεται φύγε, πάρε την μαζί σου. Έλεος».

Δεν ήταν άνθρωπος η σκιά, που έβγαζε καπνό και ήταν ριγμένη στα πόδια της περίφημης μαντάμας. Δεν είχε αισθήματα, ούτε εγωισμό, ούτε υπάκουε σε ηθικούς κανόνες. Όλα είχαν διαλυθεί μέσα στο γιαγκίνι.

Ούτε η μαντάμ Ζαζά μπορούσε να αισθανθεί την θριαμβευτική χαρά που χόρευε γύρω της. Ωστόσο η αιώνια απληστία της, δεν την είχε εγκαταλείψει. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, εκτιμώντας μέσα σε μια στιγμή, τα χρυσά που άφησε πάνω στο τραπέζι η Ευθυμία. Τα μάζεψε και τα πρόσθεσε στη πάνινη σακούλα, που είχε ζωσμένη στη μέση της και περιείχε όλη της την περιουσία, εκποιημένη σε χρυσαφικά και πολύτιμες πέτρες.

«Σήκω πάνω λοιπόν» πρόσταξε το άμοιρο πλάσμα, που με δυσκολία στάθηκε στα πόδια του.

«Πώς να σε πάρω μαζί μου; Με αυτή  τη κατάντια, ποιος θα πιστέψει, πως είσαι από τα κορίτσια μου; Δεν έχομε χρόνο, να η φωτιά είναι κοντά μας. Άκουσε με καλά. Ξέρεις γαλλικά; Όχι; Δεν θα βγάλεις σφήνα από το στόμα σου, θα πω πως είσαι μουγκή; Κατάλαβες».

Όση ώρα μιλούσε η μαντάμ, η Ευθυμία άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε μέσα στην απελπισία της αχόρταγης νύχτας.

Η μαντάμ Ζαζά, πήρε ένα μαύρο, μακρύ επανωφόρι και το έριξε πάνω στα άθλια ρούχα της μικρής και ένα λουσάτο καπέλο στολισμένο με φτερά και έκρυψε τα σημάδια της εξαθλίωσης. Όταν τελείωσε η γελοία μεταμφίεση του δράματος, έσπρωξε την πρωταγωνίστρια του έξω και τραβώντας την, έτρεξαν προς το Γαλλικό προξενείο.

Η καυτή ανάσα της ζέστης, ήταν η πρώτη αίσθηση που ένιωσαν, όταν βρέθηκαν στον δρόμο. Οι χιλιάδες πυγολαμπίδες της φωτιάς φώτιζαν τους τεράστιους όγκους των αραγμένων καραβιών, που λες και περιφρουρούσαν ακίνητα το λιμάνι, να μην αφήσουν κανένα κατατρεγμένο, να βρει δρόμο σωτηρίας. Κόκκινες πινελιές τρεμόπαιζαν πάνω στο σκαρί του αμερικάνικου καραβιού «Λίττσφλντ», του γαλλικού ατμόπλοιου «Πιέρ-Λοτί» και του βρετανικού «Άιρον- Ντιουκ». Η μαντάμ τα αποχαιρέτισε με μια κίνηση, νοσταλγώντας τους χορούς με τους ναύτες και τους αξιωματικούς τους.

Η Γιασεμί έτρεχε πίσω της Δεν πρόσεξε τους αμέτρητους σωρούς των στοιβαγμένων σύκων, κατά μήκος της αποβάθρας, που οι τρομαγμένοι εργάτες δεν είχαν προλάβει, να τα φορτώσουν στα εμπορικά καράβια και έπεσε πάνω τους. Την τράβηξε άτσαλα, βρίζοντας, δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει την νταντά. Η Γιασεμή σηκώθηκε και προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά τα πόδια της γλιστρούσαν, γιατί από την ζέστη τα σύκα είχαν βράσει και σαν μαρμελάδα είχαν κολλήσει στα παπούτσια της.

Το κορίτσι έδινε την εντύπωση, να μην αντιλαμβάνεται, τι συνέβαινε γύρω της. Να μη καταλαβαίνει την τραγική συρροή του κόσμου στην παραλία. Παρατηρούσε αδιάφορα τα πτώματα μέσα στην θάλασσα και ανάμεσα τους, ανθρώπους να κολυμπούν με αγωνία, να φθάσουν στα καράβια. Δεν έδειχνε ν’ αγανακτεί, όταν έσβηναν τους προβολείς τους, κάθε φορά που οι απελπισμένοι έφθαναν δίπλα τους. Δεν έδειχνε ν’ ακούει τις ικεσίες, τους θρήνους, το σπαραγμό. Η μαντάμ Ζαζά, πάντα τραβώντας την από το χέρι, με δυσκολία προσπαθούσε, να φθάσουν στο Γαλλικό προξενείο, σπρώχνοντας, βρίζοντας, ποδοπατώντας. Σκόνταψαν πάνω σε μια γονατισμένη γυναίκα που προέτρεπε το πεθαμένο μωρό της να βυζάξει. Λίγο παρά κάτω μια κοπέλα γεννούσε, ξαπλωμένη χάμω, χωρίς βοήθεια, ενώ ο άντρας της την προφύλασσε, από την κοινή θέα με βρεγμένα τσουβάλια, που βρήκε στην άκρη της θάλασσας.

Επιτέλους έφθασαν στο Γαλλικό Προξενείο, που είχε ανοίξει τις πόρτες του. Μια φρουρά από ναύτες είχαν σχηματίσει δυο σειρές παραταγμένες κατά μήκος της αποβάθρας μέχρι το λιμάνι και ανάμεσα τους μια ατελείωτη ουρά κόσμου. Ένας φρουρός φώναζε:

«Μόνο οι Γάλλοι υπήκοοι θα μεταφερθούν στα καράβια».

Η διαδικασία για την βίζα τελείωνε στα γρήγορα. Μια μηχανοκίνητη βάρκα φόρτωνε, όσους είχαν το προνόμιο να σωθούν. Η Ζαζά έβαλε τις φωνές, όταν της ζήτησαν το διαβατήριο της «κόρης της».

«Μέσα στην φωτιά, τα χαρτιά περίμενες να σωθούνε;»

Η Γιασεμή δεν θυμότανε να εξηγήσει ποτέ πως, βρέθηκε πάνω στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού, που την ξεφόρτωσε, σαν μπόγο η μαντάμ Ζαζά. Αισθάνθηκε μόνο τον έντονο κλυδωνισμό, καθώς το «Ζαν-Μπαρτ» σήκωνε τις άγκυρες.

Ψηλά από τη πρύμνη του η Ζαζά έκανε προσπάθειες, να ξεχωρίσει μέσα στις φλόγες και τους καπνούς την Σμύρνη που χανότανε. Την Σμύρνη του ονείρου, των θρύλων και της αιώνιας θύμησης. Η φωτιά έκαιγε τώρα το θέατρο και θυμήθηκε την όπερα που είχε παρακολουθήσει πριν δέκα μέρες. Μακριά στον ορίζοντα ο καπνός, της έκρυβε την καταστροφή της Αρμένικης συνοικίας.

Σ’ ένα σοκάκι της ένα κορίτσι, με σγουρά κόκκινα μαλλιά, έπαιζε μόνο του ξεχασμένο για πάντα μέσα, στην βίαιη ανυπαρξία της.

Το θλιβερό ταξίδι προς την προσφυγιά ξεκινούσε. Όπως έφευγε το καράβι, έφευγε μαζί του και η παραλία, το όνειρο και οι θρύλοι. Καθώς προσπερνούσαν το βρετανικό «Άιρον Ντιουκ» η μπάντα έπαιζε ένα βαλς. Συνοδευτική μουσική των δραματικών εικόνων.

Ισμίρ Αύγουστος 1986

Το λεωφορείο με τους αμερικανούς τουρίστες διέσχιζε τους δρόμους της Τουρκίας. Στον ορίζοντα αχνοφαίνεται το μισοκατεστραμμένο, μεσαιωνικό κάστρο, σαν έρημη αετοφωλιά, πάνω στη κορυφή του Πάγου. Σε λίγο η αποπνικτική οσμή, των βρωμισμένων νερών του ποταμού Μέλη, προειδοποιεί για την συνέχεια.   Η Σέμι, κρατώντας το χέρι του άντρα της κοίταζε έξω, περιμένοντας με λαχτάρα, ν’ αντικρίσει στα δεξιά του δρόμου την ταμπέλα, που θα σηματοδοτούσε την αρχή του ονείρου της. Στην εμφάνιση της, απογοητευμένη διαβάζει: «Ισμίρ».

Οι εικόνες έξω έτρεχαν και δεν προλάβαινε να τις συνειδητοποιήσει. Αλλά πραγματικά τις ήταν άγνωστες. Αυτά τα μέρη δεν της θύμιζαν τίποτε.

Ίσως η Βιβή να θυμόταν περισσότερα πράγματα. Πολλές φορές διηγιόταν με νοσταλγία γεγονότα της ζωής της εδώ. Έκρυβε με επιμέλεια πολλά, γιατί τα χρυσαφικά που κουβάλησε μαζί της, της επέτρεψαν να ζήσει στην Αμερική μια καινούρια ευυπόληπτη ζωή. Για να συχωρεθούν οι αμαρτίες της, κράτησε κοντά της το ορφανό και το μεγάλωσε. Την σπούδασε και την πάντρεψε και είχε παρηγοριά στα στερνά της, τα παιδιά που εκείνη απέκτησε. Είχε μεγάλη επιθυμία να επισκεφτεί την Σμύρνη, αλλά δεν πρόλαβε. Η Ζηνοβία ή μαντάμ Ζαζά ή μις- Βιβή, μετά από ένα ταραχώδη βίο, άφησε την τελευταία πνοή της στην Αμερική.

Η Γιασεμή τα κατάφερε να πραγματοποιήσει το τάμα της. Όπως έτρεχε το τουριστικό λεωφορείο, έψαχνε μέσα σε δρόμους δίχως θύμηση, ν’ ανακαλύψει ένα ίχνος της παιδικής ψυχής της, που την είχε εναποθέσει εδώ, όταν το αντιτορπιλικό απομακρυνόταν, την μακρινή νύχτα της συμφοράς. Περίμενε με λαχτάρα ν’ αντικρίσει το προάστιο Κοκάρ – Γυαλί, για να ξαναβρεί τους παιδικούς φίλους της, ανάμεσα στους ανθισμένους θάμνους του κήπου της μπυραρίας του Αθανασούλα, όπου γιόρταζαν οι οικογένειες τους τις Πρωτομαγιές. Αποπροσανατολισμένη ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, άδικα έψαχνε σημάδια στην άγνωστη πόλη. Ήταν σίγουρη, πως θ’ αναγνώριζε τη Φράγκικη οδό, τον δρόμο Γυαλάδικων, το τρίστρατο της Αγίας Φωτεινής, όπου ο δρόμος περνούσε κάτω από το πανύψηλο καμπαναριό της και οδηγούσε στην ελληνική συνοικία. Η θέα της θάλασσας ξεδιπλωνόταν μπροστά της, εντυπωσιακή όπως την θυμόταν. Η μνήμη της διεκδικούσε να επιβεβαιωθεί. Άδικα, δεν υπήρχαν τα τσαρσιά[4], τα μπεζεστένια[5], τα παζάρια, τα χαμάμ και το αγαπημένο της τραμ, που το τραβούσαν δυο άλογα. Δεν υπήρχαν τα ξενοδοχεία Χούκ και Κράϊμερ το θέατρο, ο κινηματογράφος Πατέ, η Λέσχη των Κυνηγών, το περίφημο Σπόρτιγκ κλαμπ, το καφενείο του Συντάγματος, η τράπεζα της Ανατολής, δεν υπήρχε η δική της Σμύρνη.

Η Σέμι περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Ισμίρ  αναγνώριζε το τούρκικο ύφος στα μοντέρνα κτήρια, στα πάρκα, στις πλατείες και στις βιοτεχνίες με τις άθλιες συνθήκες δουλειάς.

Αν πάρω τον δρόμο προς την παραλία, αν στρίψω από δω δεξιά, πριν φθάσω στην θάλασσα, λίγο πιο πάνω, αν ακολουθήσω τα σημάδια της μνήμης; Σ’ αυτόν το δρόμο σπίτια ξεχασμένα από τα  παλιά, με ξεχαρβαλωμένα πατζούρια, πόρτες ξεβαμμένες, με τα νερά από τους νεροχύτες να τρέχουν στους δρόμους.

Ο άντρας της την ακολουθούσε με υπομονή. Την είδε να σταματάει στην γωνία μπροστά σ’ ένα ετοιμόρροπο κτίριο.

Ξαφνικά ο δρόμος γέμισε από ένα πολύβουο γκρούπ τουρίστες. Γελούσαν δυνατά, φώναζαν και έκαναν αστεία.  Ένας άντρας, γύρω στα εξηνταπέντε, ξέκοψε από την μεγάλη παρέα και πλησίασε το κτίριο. Κοίταξε την ενοχλητική Αμερικάνα, που στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Τι μπορούσε να καταλάβει αυτή! Του χαλούσε τις στιγμές του προσκυνήματος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, όπως κοιτούσε το μισογκρεμισμένο μπαλκόνι.

Η Αμερικάνα τον κοίταζε επίμονα. Ήταν σίγουρη πως είχε ξαναδεί αυτά τα μάτια. Πότε; Που; Θυμήθηκε την τσαλακωμένη φωτογραφία του πατέρα της, που την είχε πάρει μαζί της την τελευταία στιγμή. Το βλέμμα του άγνωστου, της  θύμιζε την φωτογραφία. Ένιωσε περίεργα, η νοσταλγία, η θύμηση της προσφυγιάς, ο πόνος του ξεριζωμού, άπλωσαν πάνω της ένα αχνό μαγικό φιλμ, που το διέλυσε αμέσως η φωνή της Ελληνίδας, που γύρισε πίσω να πάρει τον άντρα της.

«Μα τι κάνεις επιτέλους εδώ; Πάλι νομίζεις πως θυμάσαι; Τι να θυμάται επιτέλους ένα μωρό τεσσάρων χρονών; Πάμε».

«Let’s go my dear».

Η παραλία απλωνόταν μπροστά της με θέα την θάλασσα και το μεγαλοπρεπές άγαλμα του Κεμάλ, να δείχνει επιτακτικά το Αιγαίο.

Κοίταξε πέρα τον ορίζοντα. Μια αδιευκρίνιστη μαύρη γραμμή από καπνό τον σημάδευε αιώνια. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε να αισθανθεί τις μαγικές μυρωδιές της Σμύρνης. Όμως είχαν χαθεί. Η μυρωδιά του καπνού γέμισε την ψυχή της και το αργό θρηνητικό τραγούδι του, έφθασε στ’ αυτιά της.

«..Σμύρνη δεν ήσουν τούρκισσα, δεν ήσουν του Κεμάλι….»

(….χάθηκε μια ομορφιά…

Όπως βλέπεις την πανσέληνο…

Μια πανσέληνος ήταν η Σμύρνη-

Γιώργης Παπάζογλου)

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Κάθε αναφορα στο όνομα της Προγιαγιάς μου Γιασεμής που γνώρισα και μεγάλωσα μαζί της, είναι συγκινητική.Πόσο μάλλον όταν και αυτή στην ίδια ηλικία έφυγε πρόσφυγας από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας μέσα σε ένα κοφίνι στην πλάτη του γαιδαράκου της οικογένειας, για την Χίο.
    Σήμερα το ίδιο όνομα εχει η μητέρα μου και αισιοδοξώ το παιδί που περιμένω να είναι κορίτσι για να του δώσω αυτό το σπάνιο όνομα «Γιασεμή».
    Ομορφο και αληθινό διήγημα που αγγίζει τις καρδιές μας αν και τέταρτης γενεάς προσφύγων….

    Σχόλιο από Μαργαρίτα Γεωργίου — 19 Οκτωβρίου 2009 @ 10:35 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: