Άγονη γραμμή

23 Μαρτίου 2009

Ιστορίες από την Τουρκοκρατία

Filed under: Τσιγδινός Γεώργιος — Άγονη Γραμμή @ 10:01 πμ
Tags:

Όσο και να ξεδιπλώνει την ιστορία μας ο σημερινός αναγνώστης ,δεν μπορεί να αισθανθεί τον αγώνα και την αγωνία, τον πόνο και το μαρτύριο, τον σπαραγμό και την συντριβή που νιώθαν αυτοί που βίωναν τα πραγματικά γεγονότα κι ήταν Ραγιάδες στην ίδια τους την πατρίδα τα μαύρα και σκοτεινά εκείνα χρόνια . Καθένας απ’ αυτούς, επώνυμος και ανώνυμος, ζούσε το μαρτύριό του , ανέβαινε το Γολγοθά του και πρόσθετε μια αράδα στην εθνική ιστορία .Το αναρίθμητο πλήθος με τα μικροπεριστατικά, όπως αυτό που θα σας διηγηθώ παρακάτω, δεν μπόρεσε να το καταγράψει η ιστορία, όμως το διάσωσε προφορικά η παράδοση, η οποία αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμά της.

Λίγο πριν αποδιαφωτίσε η μέρα της λεφτεριάς στο πολύπαθο Νησί μας, ένας ιερέας από κάποιο χωριό του νομού ξεκίνησε για το Ρέθεμνος. Ήξερε σφαλώς πως πήγαινε στη «φωλιά του λύκου», αλλά η ανάγκη,ως φαίνεται, θα ήτανε επιτακτική. Καθισμένος στο υπομονετικό υποζύγιό του κατηφόριζε προς την πολιτεία από ένα πολυσύχναστο δρόμο. Κι ενώ η σκυθρωπή συντροφιά του καβαλάρη ιερωμένου με το υποζύγιο πλησίαζαν στο Ρέθεμνος, τους βρήκε η «κακή ώρα». Το κακό συναπάντημα δεν ήταν άλλο από μια παρέα τουρκόπουλα, που ερχόταν από την αντίθετη μεριά του δρόμου, τα οποία βρήκαν την ευκαιρία που έψαχναν στο πρόσωπο του ιερέα των Ραγιάδων. Τα μισά πρόσταζαν το δυστυχισμένο ιερέα να κατέβει από το ζώο, που μόλις εκτελούσε την εντολή, τα άλλα μισά  πρόσταζαν το αντίθετο, δηλαδή ν’ ανέβει πάνω.

Το συνεχόμενο ανεβοκατέβασμα τον έκανε να δαγκώσει τα χείλη και να κάμει την καρδιά του πέτρα και για για ικανοποιήσει τα ασυμβίβαστα ανέβασε το ένα πόδι πάνω στο σαμάρι του ζώου και με  τ’ άλλο πατούσε κάτω.  Με τα δυο του χέρια κρατήθηκε σταθερά από το σαμάρι για ν’ αντέξει στο ξέφρενο κυνηγητό που ακολούθησε….

Δεν ξέρομε πόσο κράτησε το σαρκαστικό τους «παιχνίδι». Ο ιερέας ωστόσο γύρισε πίσω στο χωριό του τσακισμένος ψυχικά και σωματικά.  Δεν πέρασαν όμως πολλά χρόνια και ανάτειλε η μέρα της λεφτεριάς και της λύτρωσης από τη βάρβαρη σκλαβιά.  Τα πονεμένα στήθη του ιερέα -ζούσε ακόμη- γέμισαν λέφτερο αέρα, φτερούγισε μεθυσμένη από λεφτεριά η καρδιά του, δάκρυσε από συγκίνηση και δόξασε το Θεό, που τον αξίωσε να δει την άγια μέρα του λυτρωμού. Τότε στόλισε καλά το σαμάρι του ζώου του, κάθισε αρχοντικά απάνω και ξεχύθηκε κατά τη στράτα του Ρεθέμνου. Αντίκρισε τη μικρή πολιτεία, που γιόρταζε κι εκείνη. Ήθελε κι αυτός να γιορτάσει, να πιστέψει πως όλα αυτά δεν ήτανε όνειρο. Φαίνεται πως πολλές φορές θα είχε δει παρόμοιο όνειρο. Κάποτε έφταξε στη Μεγάλη Πόρτη, έξω δηλαδή από την πόλη του Ρεθύμνου. Σταμάτησε λίγο πριν, σήκωσε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο, κοίταξε ολόγυρα και φώναξε δυνατά τονίζοντας μία-μία τις λέξεις: «Σα θέλω μπαίνω στο Ρέθεμνος, σα θέλω δεν μπαίνω! Ε, δεν μπαίνω!»

Ξεκίνησε το ζώο του και γύρισε πίσω.  Ήτανε λέφτερος ν’ αποφασίσει.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: