Άγονη γραμμή

30 Μαρτίου 2009

Τα παιχνίδια που παίζαμε τότε – Η σκλαβιά

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 8:26 πμ
Tags:

Το πιο αγαπημένο παιγνίδι των παιδικών μας χρόνων! (1945-50). Από τις δέκα φορές που μαζευόμασταν πολλά παιδιά για να παίξουμε κάτι, τις επτά παίζαμε σκλαβιά. Δεν ξέρω αν ήταν αιτία η πραγματική σκλαβιά της τετράχρονης γερμανικής κατοχής που βιώσαμε, τόσο τραγικά, στα νηπιακά μας χρόνια. Μάλλον ναι!

Συνήθης χώρος του παιγνιδιού η αυλή της εκκλησίας, ο ίδιος δηλαδή που ήταν και για τα περισσότερά μας παιγνίδια.

Πρώτα έπρεπε να συγκροτηθούν οι ομάδες. Οι δυο αρχηγοί «τα έβαζαν», για το ποιος θα άρχιζε να διαλέγει πρώτος συμπαίχτες, ως εξής: Στέκονταν απέναντι, σε μικρή απόσταση, κι άρχιζαν να βαδίζουν ο ένας προς τον άλλο, πόδι-πόδι, εναλλάξ. Ο πρώτος που θα πατούσε το πόδι (όχι το παπούτσι, δε φορούσαμε) του άλλου, άρχιζε να διαλέγει συμπαίχτες και συνέχιζαν εναλλάξ μέχρι να μοιραστούν όλοι. Συνήθως πάνω από δέκα. Δεν παιζόταν με λίγους.

Μετά, κάθε ομάδα έπαιρνε τη βάση της. Και το παιγνίδι άρχιζε.

Ένας παίχτης της μιας ομάδας, ας την πούμε ομάδα «Α», έβγαινε πρώτος στο χώρο ανάμεσα στις δύο ομάδες. Αμέσως παίχτης της ομάδας «Β» ομάδας έβγαινε για να τον κυνηγήσει.

Δεύτερος όμως της «Α» έβγαινε αμέσως σε βοήθεια του πρώτου, ο οποίος επέστρεφε στη βάση, ή συνέχιζε να τρέχει στην αυλή υποστηριζόμενος από το συμπαίχτη του, που είχε βγει μετά από αυτόν.

Δεύτερος πάλι της «Β» έβγαινε για να κυνηγήσει τους δυο πρώτους της «Α», προστατεύοντας ταυτόχρονα και τον πρώτο συμπαίχτη του.

Έτσι, ο τελευταίος που έβγαινε κάθε φορά από τη βάση του, «είχε» όλους της αντίπαλης που είχαν βγει πριν από αυτόν.

Καθένας έπρεπε να προσέχει ποιους «είχε» για να τους κυνηγά και ποιοι τον «είχαν» για να τους αποφεύγει.

Αν κάποιος ζοριζόταν, επέστρεφε στη βάση του για να πάρει «αμπάριζα», δηλαδή καινούρια δύναμη, νέα εξουσία ας πούμε, και να ξαναβγεί αργότερα.

Ο αρχηγός της κάθε ομάδας φώναζε συνέχεια οδηγίες και διαταγές: «Έβγα, Μανόλη»! «Γιάιρε (γύρνα πίσω), Κωστή»! «Γιάννη, ο Μιχάλης σ’ έχει μόνο το νου σου»! Και άλλα τέτοια.

Μόλις κάποιος ακουμπούσε, έστω και λίγο, τον αντίπαλο παίχτη, φώναζε με όλη του τη δύναμη: «Επιάσαμεεεεεε»! Αμέσως σταματούσε το παιγνίδι. Πολλές φορές βέβαια είχαμε και αμφισβητήσεις και τις επακόλουθές αντεγκλήσεις: «΄Οι, δε μ’ έπιασες»! «Ναι, ακούμπησά σου»! Γρήγορα όμως τα βρίσκαμε και συνεχίζαμε.

Αυτός λοιπόν που πιανόταν, πήγαινε αιχμάλωτος στη βάση της αντίπαλης ομάδας. Στεκόταν με απλωμένο το χέρι και περίμενε να καταφέρουν οι δικοί του να τον ελευθερώσουν.

Τώρα οι ομάδες είχαν νέους στόχους, πιο δύσκολους:

Οι παίχτες της ομάδας που είχε πιάσει αιχμάλωτο, έπρεπε να τον φυλάνε  να μη τους τον πάρουν οι δικοί του και συγχρόνως προσπαθούσαν να πιάσουν κι άλλον, τώρα μάλιστα που οι αντίπαλοι είχαν έναν παίχτη λιγότερο.

Οι παίχτες της ομάδας που είχε πιαστεί παίχτης της, είχαν καθήκον να τον ελευθερώσουν και συγχρόνως να προσπαθούν συνεχώς να αιχμαλωτίσουν κι αυτοί αντίπαλο.

Ο αιχμάλωτος απελευθερωνόταν αν κατάφερνε συμπαίχτης του να πλησιάσει και να του ακουμπήσει το απλωμένο χέρι. Αμέσως φώναζε: «Ελευθερίαααααα» και το παιγνίδι πάλι διακοπτόταν αμέσως. Οι συμπαίχτες του πρώην αιχμαλώτου τον έπαιρναν και τον συνόδευαν θριαμβευτικά στη βάση τους.

Και το παιγνίδι συνεχιζόταν.

Μπορούσε να έχουν και οι δυο ομάδες αιχμαλώτους, έναν ή περισσότερους. Μερικές φορές, αν η μια ομάδα ήταν αρκετά ανώτερη ή στην πολύ καλή μέρα της, μπορούσε να αιχμαλωτίσει σχεδόν το σύνολο των παιχτών της αντίπαλης.

Τότε το παιγνίδι τελείωνε υποχρεωτικά. Φυσικά με τους θριαμβευτικούς πανηγυρισμούς των νικητών.

Αν όμως οι ομάδες ήταν περίπου ισοδύναμες και στην ίδια καλή φόρμα, το παιγνίδι κρατούσε ώρες. Σταματούσε μόνον όταν πια ξεθεωνόμασταν  -πράγμα σπάνιο-, ή όταν μας έκοβε η πείνα, ή νύχτωνε και οι μανάδες μας άρχιζαν να μας καλούν με φωνές: «Μωρέ Κωστήήή! Δε αναμαζώνεσε, μωρέ, μπλιο στο σπίτι;»

Advertisements

2 Σχόλια »

  1. Αγαπητέ δάσκαλε, τι μου θυμίσατε! Καταφέρατε να με κάνετε να βγω έξω στην γειτονιά μου και να παίξω με τα παιδιά. Ξέρετε και σε μας ήταν από τ’ αγαπημένα μας παιχνίδια η σκλαβιά, παίζαμε όμως κι ένα παρόμοιο, που δεν το θυμάμαι καλά, Θυμάμαι αυτό που φωνάζαμε τα κορίτσια προς τα αγόρια πασάδες:¨»Σκλάβα εγεννήθηκα και σκλάβα θα πεθάνω» Αλήθεια ποιά παιχνίδια θα θυμούνται, όταν μεγαλώσουν τα σημερινά παιδιά. Του υπολογιστή;
    Νάστε καλά

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 30 Μαρτίου 2009 @ 5:13 μμ | Απάντηση

  2. Θυμάμαι πριν 25 χρόνια στο Αμπελάκι:

    1) Σχεδόν πάντα ήταν οι ίδιοι αρχηγοί,
    2) Πάντα αμφισβητούσαμε το ποιος είχε διαλέξει την τελευταία φορά πρώτος,
    3) Και οι πρώτοι «αιχμάλωτοι» ήταν σχεδόν πάντα οι ίδιοι,
    4) Αφού ξέραμε τους «αδύναμους», τους αφήναμε λίγο πιο πίσω για να μην πιαστούν εύκολα,
    5) Αν ελευθερώναμε παίκτη μας, αμέσως χωριζόμασταν προς αντίθετες κατευθύνσεις να μην κάνουμε «μπούγιο», (έτσι κι αλλιώς αποφεύγαμε να είμαστε μαζεμένοι γιατί διευκόλυνε τους άλλους).

    Όπως βλέπετε κύριε Κώστα, δεν απέχουν πολύ τα παιχνίδια μας, η μόνη διαφορά ότι φορούσαμε παπούτσια!

    Σχόλιο από Τσουντάνης Γαβριήλ — 31 Μαρτίου 2009 @ 1:07 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: