Άγονη γραμμή

3 Απριλίου 2009

Ξενοφοβία

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 8:19 πμ
Tags:

Σαββάτο βράδυ αποκριάς και το Ρέθυμνο έχει μεταμφιεστεί σε πόλη κεφιού και διασκέδασης. Πίσω από την περίτεχνη μάσκα του έκρυψε όλα τα προβλήματα και τα βάσανα του και διασκεδάζει με κέφι και ξεγνοιασιά. Ο βασιλιάς καρνάβαλος κατεβαίνει στην λεωφόρο και απολαμβάνει την υποδοχή που του γίνεται από τις ομάδες, χωρίς να υποψιάζεται το κάψιμο, που του επιφυλάσσουν την επόμενη μέρα.. Σαν ένα ξέφρενο πολύχρωμο ποτάμι ξεχύνονται οι καρναβαλιστές στα στενά της πόλης, παρασύροντας στο γλέντι τους επισκέπτες, που αναζητούν λίγες ώρες χάρτινης χαράς.

Κουρασμένοι από το ρυθμικό λίκνισμα και λίγο ζαλισμένοι από το κρασί, κοιμηθήκαμε ήσυχοι, περιμένοντας την μεγάλη παρέλαση της Κυριακής.

Κόντευε να ξημερώσει όταν με ξύπνησαν τραγούδια από μια δυνατή φάλτσα φωνή. Σηκώθηκα και προσπαθούσα να προσδιορίσω από πού ερχόντουσαν, ποιός διασκέδαζε ακόμα στην ήσυχη γειτονιά μας και δεν σεβόταν τον ύπνο μας; Άναψα το φως και πήγα μέχρι την εξώπορτα. Βρήκα τον άντρα μου να παραφυλάει πίσω της και κάνοντας μου νόημα, να μη μιλήσω, το έσβησε πάλι.

«Μα τι συμβαίνει;» τον ρώτησα  ψιθυριστά. Ωστόσο εντόπισα, πως ο τραγουδιστής της αυγής καθόταν στην σκάλα του δευτέρου ορόφου.

«Τι κάνουνε τώρα;» ξαναρώτησα.

«Σςςςς!» μου απάντησε ο άντρας μου.

«Δεν μου λες, εδώ θα την βγάλομε, σαν να παρακολουθούμε λαϊκή συναυλία;»

Πάνω στο κρύσταλλο της πόρτας διαγράφησαν δυο σκιές, που περνούσαν σκυφτές απ’ έξω, με φόντο ένα κομμάτι φεγγαριού. Πριν με προλάβει  άνοιξα γρήγορα και βρέθηκα μπροστά στο ζευγάρι του κάτω διαμερίσματος,  που τρόμαξαν με την απότομη εμφάνιση μου.

«Α εσύ είσαι; μας τρόμαξες», ψιθύρισαν, ενώ συγχρόνως ο άντρας μου φώναζε «τι κάνεις τρελάθηκες;». Σταματήσαμε και κοιταζόμαστε αμήχανοι και αναποφάσιστοι.

«Βρε παιδιά πάμε επιτέλους να δούμε τι συμβαίνει». Ο τραγουδιστής  απτόητος από τον Καζαντζίδη είχε περάσει στον Νταλάρα. Προχώρησα προς την σκάλα.

«Όχι μη» έβαλαν τις φωνές οι άλλοι « μπορεί να σου επιτεθεί. Ξέρεις αν έχει όπλο μαζί του, αν είναι αλλοδαπός;»

«Ελληνικά τραγουδάει» απάντησα συγχυσμένη και τράβηξα τον άντρα μου προς την σκάλα. Η πόρτα του επάνω διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και από το φως που άφηνε είδα έναν άντρα, τον φάλτσο τραγουδιστή, καθισμένο στα σκαλοπάτια,  και ψηλά τον συγκάτοικο του επάνω διαμερίσματος με τα σώβρακα, να παραφυλάει κρατώντας ένα ξύλο, έτοιμος να επιτεθεί στον εχθρό, ενώ η γυναίκα του πίσω του σταυροκοπιότανε.

«Κατέβα κάτω να δούμε τι θα κάνουμε» του είπε σιγά ο άντρας μου, «ελάτε εσείς πάνω» απάντησε εκείνος. Εγώ με το ζόρι κρατούσα τα γέλια μου από το αστείο θέαμα που παρουσιάζαμε.

«Αναίσθητη είσαι;» μου έλεγε η συγκάτοικος πίσω μου «μπορεί να μας κλέψει, ποιος ξέρει από πού είναι;».

«Σωπάστε επιτέλους, μη τον εξαγριώσετε» μας είπε θυμωμένη η από πάνω κυρία μαζεύοντας την σέξι ρόμπα της.

Με όλη αυτή την φασαρία, τα τραγούδια και τις κουβέντες μας, ξύπνησαν οι γείτονες από τα γύρω σπίτια και βγήκαν στα μπαλκόνια. Ζητούσαν εξηγήσεις, ρωτούσαν τι συμβαίνει και κάποιος πήρε τηλέφωνο το εκατό. Εμείς παρακολουθούσαμε αμέτοχοι την συνέχεια του σίριαλ. Οι αστυνομικοί πήρανε τον άγνωστο, που τους ακολούθησε χωρίς αντίσταση, εξηγώντας στους αστυνομικούς, πως αυτό ήταν το σπίτι του, δηλαδή δεν ήξερε τι του γινότανε από το μεθύσι.

Μπήκαμε στο σπίτι μας και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε λίγο ακόμη, μέχρι να ξημερώσει, αλλά εγώ δεν σταματούσα την γκρίνια:

«Μεθυσμένος ήταν ο άνθρωπος, σιγά να μην ήταν ο δολοφόνος με το τσεκούρι και μείς τον παραδώσαμε στην αστυνομία, σαν  εγκληματία».

«Το πρωί θα τα πούμε κοιμήσου».

«Ναι να κοιμηθώ, ξέρεις πού τον κλείσανε τον άνθρωπο; Έχεις πάει να δεις τι άθλιες συνθήκες επικρατούν στα κρατητήρια μας; Ο Θεός να φυλάει άνθρωπος, να μη διαβαίνει αυτό το κατώφλι!»

Τέλος πάντων το πρωί για να γλιτώσει ο άντρας μου από την μουρμούρα μου, πήγε στο αστυνομικό τμήμα, να μάθει, τι απέγινε ο απρόσκλητος τραγουδιστής.

Λοιπόν ήταν δάσκαλος από την Σητεία και τον είχε καλέσει να μοιραστεί μαζί μας την εμπειρία του καρναβαλιού μας, ο κουμπάρος του, που έμενε πάνω ψηλά στην γειτονιά μας. Ο άνθρωπος ήταν χωρισμένος και ο κουμπάρος παίζοντας ρόλο μεσολαβητή είχε καλέσει και την γυναίκα του. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε στην πρόταση, δηλώνοντας έτσι την άρνηση της για επανασύνδεση.

Ο άνθρωπος μας την περίμενε και χάνοντας την υπομονή του περιπλανήθηκε στην πόλη, πίνοντας από παρέα σε παρέα, από μπαρ σε μπαρ, μέχρι που έγινε φέσι.

Πού καταντήσαμε να μην εμπιστευόμαστε κανένα γύρω μας! Θα μπορούσαμε να του κάνουμε ένα καφέ και να τον βοηθούσαμε να βρει το σπίτι του κουμπάρου του.

Κάποτε τα σπίτια μας στην γειτονιά δεν έκλειναν ποτέ με κλειδί, ούτε την νύχτα!!

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: