Άγονη γραμμή

28 Απριλίου 2009

Μικρή ιστορία Πασχαλινής απόγνωσης

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 9:03 πμ
Tags:

avga-01

Πρωί του Μεγάλου Σαββάτου στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης σημαίνει φόρτιση αντικρουόμενων συναισθημάτων. Ο αέρας  δεν μυρίζει αγιόκλημα, λεμονανθούς και μοσχολίβανο. Μυρίζει μανία εξευρωπαϊσμού, βαρύ ανατολίτικο άρωμα και ντελικάτη μυρωδιά τουλίπας.

Οι τρεις κυρίες της ιστορίας μας θαύμαζαν τα υπέροχα χρώματα που έβαφαν τα πάρκα, τις αλέες  και τις νησίδες των λεωφόρων, όλων των ειδών οι τουλίπες, που στραφτάλιζαν κάτω από το ανοιξιάτικο φως. Περπατούσαν στον πεζόδρομο του Πέραν και παρατηρούσαν από απόσταση τον τρούλο της ορθόδοξης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, να ασφυκτιά ανάμεσα στην κατακτητική παρουσία  των μιναρέδων. Τα κτήρια λες και έκαναν απελπισμένες προσπάθειες, να θυμίσουν το ένδοξο παρελθόν τους. Ένα πλήθος ανθρώπων με χτυπητές αντιθέσεις  πλημμύριζε τους δρόμους και τις παράσερνε. Οι ήχοι διάχυτοι, ανάκατοι από φωνές σε διάφορες γλώσσες, νευρικά κορναρίσματα και ανάμεσα τους το μελωδικό κάλεσμα για προσευχή του μουεζίνη, τις προσγείωνε σε μια σκληρή πραγματικότητα.

Σε πολλά σημεία των δρόμων μικροπωλητές μοχθούσαν, να βγάλουν το μεροκάματο, διαλαλώντας το εμπόρευμα τους. Τους προσπερνούσαν αδιάφορες, ώσπου μια βούρτσα ξέφυγε από το κασελάκι διερχόμενου λούστρου και έπεσε στα πόδια τους. Πρόθυμη η μια κυρία την άρπαξε και του φώναξε να γυρίσει, για να την πάρει. Ο άνθρωπος την ευχαρίστησε και προθυμοποιήθηκε να της βάψει τα παπούτσια, εκφράζοντας έτσι την ευγνωμοσύνη του. Η κυρία δεν δεχόταν, δεν ήθελε να καθυστερήσει την παρέα της, όμως εκείνος επέμενε και τελικά την έπεισε. Άρχισε να τα βάφει  και συγχρόνως τους έλεγε την ιστορία του, σε μια γλώσσα με λέξεις τούρκικες, αγγλικές και ελληνικές. Τους είπε, πως οι γονείς του ήταν έλληνες, την μαμά του την έλεγαν Ελένη και πως αισθανόταν ξένος στην Πόλη. Οι Κρητικές της ιστορίας μας συγκινήθηκαν. Είχαν διαβάσει, ότι στον Πόντο, κατά την ανταλλαγή είχαν μείνει πολλοί Έλληνες, που είχαν ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό με την βία και μάλιστα μιλούσαν μια διάλεκτο, χωρίς να γνωρίζουν ότι είναι ελληνική.

Ρωτούσαν τον καθαριστή των παπουτσιών με αγωνία, αν ήταν πόντιος κι εκείνος απαντούσε καταφατικά κλαίγοντας. Ο Θεός ξέρει, τι έχουν περάσει από τους Τούρκους, έλεγαν μεταξύ τους και δεν έκρυβαν την συγκίνηση τους. Ο ανθρωπάκος δακρυσμένος τελείωσε το βάψιμο των παπουτσιών και ζήτησε να βάψει και της άλλης. Εκείνη δεν ήθελε, αυτός επέμενε, επέμενε και η παρέα της, να ενισχύσουν τον Πόντιο και δέχτηκε.

«Από τον Πόντο ε;» τον ρώτησε. «Ναι, ναι» απάντησε. «Από ποια πόλη του Πόντου είσαι;» τον ρώτησε στα αγγλικά, μήπως και δεν καταλάβαινε. «’Αγκαρα» «Άγκαρα; κορίτσια η Άγκυρα είναι στον Πόντο;» «Καμμία σχέση» απάντησαν απορημένες. .

Εντωμεταξύ είχε τελειώσει το βάψιμο και η μια τους έβγαλε δυο ευρώ, από την τσάντα της για να τον πληρώσει, αλλά την πρόλαβε. Τριάντα τούρκικες λίρες ζήτησε, δηλαδή δεκαπέντε ευρώ, για τον κόπο του. Κατάλαβαν, ότι κόλπο ήταν η βούρτσα και πως το κλίμα της Κωνσταντινούπολης σήκωνε την συναισθηματική τους φόρτιση. Γελάσανε, χαλάλι, προσπαθούσε να βγάλει μεροκάματο, εκμεταλευόμενος την αφέλεια των τουριστών.

Την νύχτα ετοιμάστηκαν και με πολύ συγκίνηση ξεκίνησαν, με το υπόλοιπο γκρουπ, για το Πατριαρχείο. Γι αυτό είχαν κάνει αυτό το ταξίδι. Ήθελαν να ζήσουν μια ξεχωριστή Ανάσταση. Ανάσταση στο Πατριαρχείο!  Πάλι με μπόλικη συγκίνηση κατέβηκαν από το λεωφορείο, όταν έφθασαν στο Φανάρι, την ιστορική για τους Έλληνες συνοικία. Αγόρασαν άσπρα κεριά από τους μικροπωλητές, που δεν έχασαν την ευκαιρία και προχώρησαν με ευλάβια στο πλακόστρωτο σοκκάκι. Όλα τα σοκκάκια σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το Πατριαρχείο ήταν γεμάτα κόσμο. Ήταν αδύνατον, να κάνουν βήμα. Δεν έβλεπαν ούτε τον τοίχο της αυλής του. Στάθηκαν ανάμεσα σε όλους αυτούς τους Έλληνες, που ήρθαν να ζήσουν το δικό τους όνειρο. Δεν ακουγόταν τίποτα, κανένας ψαλμός, κανένα μεγάφωνο. Μόνο η κόκκινη σημαία ανέμιζε από ψηλά, θυμίζοντας την κυριαρχία της στο δικό μας Φανάρι. Μέσα στον συνωστισμό έσπασαν τα άσπρα κεριά, εξάλλου το Άγιο φως δεν έφθασε τόσο μακριά, που είχαν σταθεί Άλλη μια φορά, την ίδια μέρα ένιωσαν να εκμεταλλεύονται την συναισθηματική τους φόρτιση και αυτή την φορά δεν είχαν κουράγιο να γελάσουν!….

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Στέλλα
    η ιστορία σου μου άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα.
    Δεν έχω επισκευτεί ποτέ την Πόλη .
    Για κάποιο άγνωστο λόγο κάτι με κρατάει μακριά.
    Η περιγραφή σου υπέροχη,όπως πάντα.

    Σχόλιο από ΑΣΠΑ ΗΛΙΑΚΗ ΒΟΛΑΚΑ — 29 Απριλίου 2009 @ 9:21 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: