Άγονη γραμμή

12 Μαΐου 2009

Το παραμύθι της γοργόνας

Filed under: Γυπαράκη Ειρήνη — Άγονη Γραμμή @ 9:38 πμ
Tags:

gorgona

Η  ιστορία μας εκτυλίσσεται πριν από πενήντα χρόνια, σ’ ένα μικρό νησί της Ελλάδας, την Κάλυμνο και συγκεκριμένα στην όμορφη Χώρα…Εκεί ζούσε ένας καπετάνιος, ο μπαρμπα – Γιάννης, ένας ψηλός άντρας με βαρύ περπάτημα, με χέρια μεγάλα, πλατιά και ταλαιπωρημένα, που όταν έσφιγγε τις χούφτες του, νόμιζες πως σχημα­τίζονταν βουνά…Ήταν άντρας δυνατός και γεροδεμένος. Μύριζε σαν τη θάλασσα αλάτι και ιώδιο. Το κεφάλι του στόλιζαν λευκά μαλλιά σαν το χιόνι του χειμώνα. Είχε κούτελο μεγάλο και πλατύ και οι αραιές ρυτίδες που σχηματίζονταν έδειχναν τη γοητεία και τη σοφία των χρόνων του. Στα γαλαζοπράσινα μάτια του έβλεπες τη θάλασσα με τις φουρτούνες και τα κύματά της.

Από τα δεκατέσσερά του ήταν ναυτικός τώρα ο καλύτερος καπετάνιος σε όλο το νησί. Δεν τη φοβόταν ο μπαρμπα-Γιάννης τη θάλασσα, γνωρίζονταν καλά αναμεταξύ τους. Τώρα πια είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι.

Ο μπαρμπα – Γιάννης ζούσε με τη γυναίκα του, την κυρία Άννα, και τα τρία εγγόνια τους:

το Γιώργο, τη Μαρίνα και το Λευτέρη, σ’ ένα μικρό σπίτι κοντά στην παραλία. Η κυρία Άννα ήταν μια όμορφη, καλοσυνάτη, παχουλή γυναίκα με καστανά μαλλιά και γλυκό πρόσωπο και την ξεχώριζες πάντα από τα παχουλά άσπρα χεράκια της, που μύριζαν ζεστά σπιτικά κουλουράκια..

Όσον αφορά τα παιδιά, οι γονείς τους είχαν πεθάνει πριν επτά χρόνια και τώρα πια έμεναν με τους παππούδες τους, που τους αγαπούσαν πολύ. Ο Γιώργος ήταν στα δεκαοκτώ, η Μαρίνα δώδεκα και ο Λευτέρης, ο μικρότερος, ήταν εννιά.

Ο Γιώργος ήταν ένα ψηλό παλικάρι με μαύρα κορακίσια μαλλιά και μάτια σαν του αγέρωχου αητού. Του άρεσε να παρατηρεί με τις ώρες τη θάλασσα, ν’ ακούει τη μουσική του αγέρα και τον παφλασμό των κυμάτων της.

Ο Λευτέρης ήταν το άκρως αντίθετο του αδελφού του. Ήταν ένας μικρός σκανταλιάρης μπόμπιρας με πράσινα μεγάλα μάτια και καστανά μαλλιά, όπως και η αδερφή του. Του άρεσε ν’ ανεβαίνει στα δέντρα και να βρωμίζει τα ρούχα του στις λάσπες της βροχής.

Της Μαρίνας, πάλι, της άρεσε η ησυχία και η μυρωδιά των παλιών βιβλίων, που διάβαζε ­

συνήθως τα απογεύματα μετά το σχολείο.

Μία μέρα, όπως πάντα, ο μπαρμπα-Γιάννης ξεκίνησε για το λιμάνι. Ήταν Κυριακή και είπε να πάει για ψάρεμα, όπως το συνήθιζε. Πέρασε από τα στενά σοκάκια και βγήκε στο λιμάνι. Πάτησε στην προβλήτα του λιμανιού κι ύστερα πήδηξε στη μικρή ψαρόβαρκά του κι ετοίμασε τα πανιά και τα κουπιά για ν’ ανοιχτεί στο γιαλό. Κάθισε στην ξύλινη θέση του και άρχισε να τραβά κουπί. Τραβούσε σιγά σιγά χαϊδεύοντας τα κύματα και το γαλαζοπράσινο νερό της θάλασσας παραμέριζε απαλά, αφήνοντας να περάσει η πρύμνη της βάρκας του μπαρμπα-Γιάννη.

Εκείνη την ημέρα και ο Γιώργος ξύπνησε πολύ νωρίς. Ετοιμάστηκε γοργά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Ήταν μια ήρεμη μέρα. Κάθισε κάτω και χάιδεψε τα βότσαλα. Ύστερα κοίταξε τον καθαρό ουρανό με τα πελώρια μάτια του, που ήδη είχε αρχίσει να κοκκίνιζε, αφού ο βασιλιάς ήλιος έβγαινε μέσα από το θαλάσσιο βασίλειό του για να βασιλέψει στον υπέροχο ουρανό του

μικρού νησιού.

Χιλιάδες σκέψεις τριβέλιζαν το νου του. Ο παππούς του είχε αρχίσει να γερνά, η γιαγιά είχε κι αυτή κουραστεί και ο Γιώργος έπρεπε να πάρει τα ηνία στα χέρια του. Ήταν μεγάλος πια και τα αδέρφια του τον είχαν ανάγκη. Μέσα του βαθιά πληγή τον έκαιγε, ο χαμός των γονιών του, αν και είχαν περάσει αρκετά χρόνια.

Τ α μάτια του βούρκωσαν, όπως κάθε φορά που σκεπτόταν τους γεννήτορές του, που δεν πρόλαβε να τους ζήσει, να νιώσει τη ζεστή αγκαλιά τους, να τους μιλήσει για τις ανησυχίες του… Όμως αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το αλλάξει, αν και συχνά τον βασάνιζε αυτή η σκέψη.

Η ώρα περνούσε ανάμεσα σε σκέψεις για αποφάσεις που έπρεπε να πάρει για τη δικαίωση του θανάτου των γονιών του κι όλα μέσα του ήταν ανακατεμένα σαν κουβάρι που το ξετύλιγε και δεν έβρισκε την άκρη…

Το αγιάζι του δειλινού τον έκανε να συνέλθει. Έπρεπε να γυρίσει σπίτι. Η νύχτα ήσυχη έριξε τα μαύρα πέπλα της και μόνο μερικά αστεράκια έφεγγαν, για να του δείχνουν το δρόμο της επιστροφής του.

Προχωρούσε σφίγγοντας τις γροθιές του κι έχοντας στα μάτια του μόνο τη θάλασσα, που την είχε συνδέσει στο νου του με τη ζωή, μιας και δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από αυτήν, και με το θάνατο των αγαπημένων του προσώπων.

Ένας λυγμός βγήκε από μέσα του και η καρδιά του χτυπούσε σαν τα κύματα που πάφλαζαν στο μώλο, λες και ήθελε να ξεφύγει από μέσα του…

Συνειδητοποίησε πως είχε φτάσει στο σπίτι του. Η γιαγιά έπλεκε στην πολυθρόνα της, τα παιδιά διάβαζαν, οι φλόγες του τζακιού έγλειψαν με μανία το καζάνι που η γιαγιά ετοίμαζε το βραδινό τους γεύμα

– Πού ήσουνα παιδάκι μου; Γιατί άργησες τόσο; Ανησυχήσαμε πολύ! τον ρώτησε η γιαγιά με ένα ζεστό χαμόγελο.

– Στη θάλασσα, γιαγιά…

Ο μικρός Λευτέρης έτρεξε στην αγκαλιά του.

– Μήπως είδες τον παππού; τον ρώτησε. Λείπει πολλές ώρες και έχουμε ανησυχήσει γι’ αυτόν .

– Ίσως έπιασε κουβέντα με τους σφουγγαράδες και γι’ αυτό δεν έρχεται. Θα λένε πάλι τις συνηθισμένες ιστορίες τους, απάντησε ο Γιώργος.

– Σήμερα θα του μιλήσω για τη δουλειά. Πιστεύω πως είναι ώρα να τα παρατήσει και να ξεκουραστεί.

– Όχι, παιδί μου! Εάν του πεις τέτοιο πράγμα, θα πεθάνει από τον καημό του! – Δεν μπορεί να ζήσει μακριά από τη θάλασσα! είπε η γιαγιά, καθώς σηκώθηκε να σερβίρει τη βραδινή σούπα.

–  Εγώ, πάντως, θα του μιλήσω, είπε ο Γιώργος.

Η πόρτα έτριξε και τα βαριά βήματα του παππού ακούστηκαν και διέκοψαν την κουβέντα.. Το πρόσωπο του ήταν κουρασμένο και οι ρυτίδες του έδειχναν πιο βαθιές. Χωρίς να πει λέξη, κάθισε στο τραπέζι. Θα έλεγε κανείς πως το μυαλό του  βρισκόταν αλλού.

Τι συμβαίνει, Γιάννη, ρώτησε η γιαγιά με τρεμάμενη από ανησυχία φωνή.

Ο παππούς βαριανασαίνοντας και με μάτια θολά άρχισε να μιλά:

Μου συνέβη κάτι παράξενο σήμερα, κάτι που με φόβισε πολύ!…

Ο Γιώργος τον πλησίασε και του έπιασε το χέρι. Πρώτη φορά έβλεπε τον παππού του σε τέτοια κατάσταση. – Συνέχισε, παππού, του είπε.

Εκείνος με βαριά φωνή συνέχισε:

– Πήγα, όπως ξέρετε, για ψάρεμα. Ανοίχτηκα, έριξα τα δίχτυα μου και περίμενα.. Οι ώρες περνούσαν, όμως ψάρια δεν φαίνονταν πουθενά, παρότι όλα ήταν ήσυχα.. Πρώτη ψαρά στα τόσα χρόνια που ψαρεύω μου έτυχε τέτοιο πράγμα. Απογοητεύτηκα και, όταν είδα ότι η ώρα ήταν περασμένη, αποφάσισα να μαζέψω το δίχτυα μου και να φύγω. Μα ξάφνου ένα βουητό έσκισε τη σιγαλιά του δειλινού σαν ένα δυνατό αγέρι που δεν ήξερα από πού ερχόταν. Γύρισα και είδα ένα παράξενο πλάσμα σαν κι αυτά που λένε στα παραμύθια, μισό γυναίκα και μισό ψάρι. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο και τα κατάμαυρα μαλλιά του μπλέχτηκαν σαν δίχτυα γύρω από τη βάρκα μου. Φοβήθηκα…Ναι, πρώτη  φορά στη ζωή μου ένιωσα φόβο!.. Ήταν μία γοργόνα – μια σειρήνα της θάλασσας. Μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή λέγοντας μου:

– Γιάννη ι φύγε μακριά από τη θάλασσα και μην ξανάρθεις. Ο άρχοντας των νερών και πατέρας μου σε θέλει κοντά του! Το θάνατο θα βρεις στα κύματα, εάν δεν αράξεις στη στεριά! Η θάλασσα θα γίνει ο υγρός τάφος σου, εάν συνεχίσεις να ταξιδεύεις, γιατί κάποτε έμαθες αυτά που δεν έπρεπε να μάθεις.

Αυτά είπε η γοργόνα και χάθηκε ξαφνικά, όπως εμφανίστηκε. Τα λόγια της ήταν συμβουλευτικά μα έκρυβαν και μία απειλή…

– Δεν με νοιάζει να πεθάνω! Το μόνο που μ’ ανησυχεί είστε εσείς, παιδιά μου! είπε ο μπαρμπα- Γιάννης και σταμάτησε απότομα.

Σιωπή επικρατούσε γύρω του. Η γιαγιά σηκώθηκε και πήγε τα παιδιά για ύπνο. Ο παππούς σιωπηλός άναψε την πίπα του και κάθισε δίπλα στο τζάκι. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν κοιτώντας τη φωτιά. Ο Γιώργος ανασηκώθηκε σαστισμένος και πήγε κοντά του.

– Παππού, ήθελα απόψε να σου μιλήσω για να παρατήσεις τη θάλασσα, ψέλλισε.

Ο μπαρμπα-Γιάννης, με βλέμμα θολό, κοιτώντας πάντα τη φωτιά , που οι χρυσοκόκκινες φλόγες της τύλιγαν με μανία τα κούτσουρα, βαριανάσανε και με χέρι τρεμάμενο έδωσε στο Γιώργο μια φυσαρμόνικα. Ο Γιώργος την ήξερε καλά. Ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι από τον καιρό που ήταν παιδί. Κάθε φορά που ένιωθε λυπημένος, ο παππούς του έπαιζε μ’ αυτή  τη « μελωδία της ελπίδας», όπως του έλεγε. Ήταν η μελωδία που είχαν φτιάξει μαζί και έδιωχνε κάθε στεναχώρια τους.

– Πάρ’ τη, του είπε, κι αν μου συμβεί κάτι, θα παίζεις μ’ αυτή τη μελωδία μας και θα παίρνεις κουράγιο. Μην ψάξεις να με βρεις… Εγώ θα είμαι εκεί στην αγκαλιά της θάλασσας! Είναι, βλέπεις, η μοίρα των ναυτικών τέτοια· η θάλασσα που τόσο αγαπάμε να μας θέλει συνέχεια κοντά της… Είναι μια ερωτική συμφωνία μεταξύ μας. Η αγκαλιά της μας δίνει ζωή, μας αντρεύει και της είναι δύσκολο να μας αποχωριστεί...

–  Παππού, μη λες τέτοια λόγια σε παρακαλώ! ψέλλισε ο Γιώργος αγκαλιάζοντας τον σφιχτά. Μπορεί αυτό που είδες να ήταν στην φαντασία σου. Συμβαίνει συχνά στους ναυτικούς να έχουν οράματα.

Έπειτα ακολούθησε σιωπή. Μια βαριά σιωπή που κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες…

Οι επόμενες ημέρες κύλησαν ήρεμα. Κανείς δεν ξανασυζήτησε το περιστατικό εκείνης της βραδιάς και όλα έδειχναν πως είχε ξεχαστεί. Η ζωή επέστρεψε στους κανονικούς της ρυθμούς…

Εκείνη η μέρα ήταν όπως οι άλλες. Ο Γιώργος έφυγε πολύ νωρίς για ψάρεμα, αλλά μια σκέψη του τριβίλιζε εδώ και μέρες το μυαλό: να πάει να βρει τους παλιούς ναυτικούς και σφουγγαράδες στον καφενέ του λιμανιού και να τους ρωτήσει αν υπάρχουν πράγματι στη θάλασσα γοργόνες ή είναι πλάσματα της φαντασίας των ανθρώπων.

Έτσι κι έκανε. Μίλησε με πολλούς…Άλλοι γέλασαν αινιγματικά, άλλοι του είπαν πως και οι ίδιοι είχαν δει γοργόνες κι άλλοι δεν δέχτηκαν καν να το συζητήσουν. Ο Γιώργος όμως έκατσε αρκετή ώρα στο καφενείο μιλώντας αλλά και περιμένοντας να φανεί κάποιος ακόμα. Ναι, υπήρχε κάποιος παλιός ναυτικός, που ίσως ήξερε κάτι. Ήταν απόκοσμος όμως και συνήθως δεν ήθελε κουβέντες με τους γύρω του.

Οι ώρες περνούσαν, όμως δεν έλεγε να φανεί. Αλλά και οι θαμώνες του καφενείου δεν έλεγαν ή δεν ήθελαν να πουν τίποτα γι’ αυτόν.

Ο Γιώργος σηκώθηκε φανερά απογοητευμένος. Βγήκε στο δρόμο και τράβηξε για το παλιό λιμανάκι. Η υγρασία του δειλινού διαπερνούσε τη σάρκα του, τα πόδια του πήγαιναν μόνα τους, οι λιγοστοί ψαράδες μάζευαν τα δίχτυα τους. Σε λίγο η νύχτα θ’ άπλωνε το μαύρο πέπλο της. Το φως του κοντινού φάρου άρχισε να τρεμοπαίζει δειλά όμως ο Γιώργος συνέχισε να προχωρεί. Ξάφνου ένιωσε μια σκιά πίσω του που τον ξύπνησε από το λήθαργο της σκέψης του. Γύρισε απότομα και τον είδε.

– Άκουσα πως με γύρευες, του είπε ο ψηλός ξερακιανός άντρας με τους γκρίζους κροτάφους, που ανέμιζαν στο αεράκι. Ο Γιώργος τον κοίταξε κατάματα. Τα μάτια του γυάλιζαν μέσα στη νύχτα σαν κεχριμπαρένιες χάντρες, το πρόσωπο του – όσο μπορούσε να διακρίνει ο Γιώργος – ήταν αυλακωμένο από ρυτίδες και το μακρύ μαύρο πανωφόρι του ήταν ανοιχτό, αφήνοντας να φανεί το πλατύ στήθος του.

– Τι ζητάς από μένα, μικρέ, τον ξαναρώτησε.

– Καπετάνιο, κατάφερε να πει ο Γιώργος, ήθελα να μάθω από σένα που έχουν δει πολλά τα μάτια σου εάν ζουν στη θάλασσα πλάσματα μυθικά.

– Είσαι σίγουρος πως θέλεις να μάθεις μόνο αυτό ή σε απασχολεί και κάτι άλλο; τον ρώτησε ο καπετάνιος κοιτώντας τον διεισδυτικά.

-Έχεις δίκιο, απάντησε ο Γιώργος. Θέλω να μιλήσουμε για κάτι που με απασχολεί εδώ και πολύ καιρό.

– Ξέρω τις απαντήσεις, είπε ο άγνωστος άντρας, μα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή .

Ποιος είσαι καπετάνιε, ξαναρώτησε δειλά.

– Αύριο στην παλιά ταβέρνα, μόλις δύσει ο ήλιος, έλα στην παλιά ταβέρνα να μάθεις ό,τι ζητάς, του είπε ο άγνωστος και χάθηκε μες στη νύχτα, όπως εμφανίστηκε…

Ο Γιώργος έμεινε να κοιτά αποσβολωμένος. Του πήρε πολύ ώρα να συνέλθει και να αποφασίσει πως έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι για να μην ανησυχούν οι δικοί του.

Την επόμενη μέρα, την ώρα που ο ξένος του είχε ορίσει, έφτασε στην παλιά ταβέρνα.

Δυο τρεις ψαράδες κουρασμένοι από τον κάματο της ημέρας έτρωγαν. Κάθισε σε μια γωνιά και περίμενε μέσα σε μια έντονη μυρωδιά ψαρίλας και καπνού.

Τα μάτια του Γιώργου ήταν στραμμένα προς την πόρτα. Η σκιά του άγνωστου άντρα επιτέλους φάνηκε και η καρδιά του Γιώργου χτύπησε δυνατά, λες και τον έσπρωξαν απότομα.

– Λοιπόν; του είπε, απλώνοντας το χέρι του για να τον χαιρετήσει.

Ο άγνωστος έδειχνε να μην αντιδρά. Ο Γιώργος μάζεψε το χέρι του απότομα.

– Προτείνω να φύγουμε από δω, είπε ο άγνωστος, να τα πούμε έξω που ο αγέρας είναι καθαρός.

Σηκώθηκαν και προχώρησαν μαζί κατά το παλιό λιμανάκι.

– Με φωνάζουν Θαλασσινό, γιατί γεννήθηκα σ’ ένα μικρό ψαροκάικο ανοιχτά του νησιού.

Η ζωή μου είναι δεμένη με τη θάλασσα. Σ’ αυτήν μέσα μεγάλωσα κι αντρειώθηκα . Το «είναι» μου ολόκληρο είναι πλημμυρισμένο από την αρμύρα της. Όταν μεγάλωσα, παράτησα τα ψαροκάικα και ανοίχτηκα στα πέλαγα να γνωρίσω τόπους μακρινούς. Η θάλασσα με λάτρεψε και την λάτρεψα, ώσπου μια μέρα συνέβη κάτι αναπάντεχο .

–  Τις ιστορίες σου διηγούνται χρόνια τώρα οι ναυτικοί και πολλοί ήταν αυτοί που πίστευαν πως ήσουν νεκρός μετά το τελευταίο ναυάγιο που στοίχησε τη ζωή των γονιών μου. Από παιδί σε μισούσα γι’ αυτό πιστεύοντας πως έφταιξες εσύ για όλα αυτά, μα τώρα που σε βλέπω από κοντά θέλω να μάθω. Μη μου στερήσεις ό,τι ξέρεις για τις τελευταίες ώρες των γονιών μου, σε παρακαλώ! είπε ο Γιώργος με φωνή τρεμάμενη.

Ο Θαλασσινός, ατενίζοντας προς την θάλασσα, συνέχισε να μιλά σαν να μονολογούσε , σαν να μην υπήρχε κανείς δίπλα του.

– Δεν πρέπει να νιώθεις άσχημα για μένα, παιδί μου, και μη με κατηγορείς εάν δεν σου πω όσα κρύβω μέσα μου χρόνια τώρα, είπε και ξανασταμάτησε σαν να ήθελε να δει τον ήλιο που χρυσοκόκκινος έπεφτε στο νερό χαιρετώντας μια ακόμα ημέρα, μια ακόμη βασανιστική μέρα για τον καπετάν-Θαλασσινό.

– Η ιστορία που θα σου διηγηθώ, συνέχισε, άρχισε πολλά χρόνια πριν να γεννηθείς εσύ.  Αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήμουν περίπου στην ηλικία σου, νέος γεμάτος ζωή, ονειροπόλος. Συχνά τις νύχτες τα βήματα μου με οδηγούσαν εδώ στο παλιό λιμανάκι. Καθόμουν ώρες πολλές και σκεπτόμουν ταξίδια μακρινά, τόπους αλαργινούς…Έβλεπα τα κύματα και ονειρευόμουν, κοίταζα τα αμέτρητα άστρα στον ουρανό ξαπλωμένος στα βότσαλα και καμιά φορά μ’ έπαιρνε το πρωί.

Μια από αυτές τις νύχτες ονειροπόλησης συνέβη κάτι παράξενο. Εμφανίστηκε μπροστά μου μια πανέμορφη κοπέλα . Νόμιζα πως κολυμπούσε, πράγμα παράξενο για την ώρα εκείνη. Σηκώθηκα και πήγα να δω από κοντά… Ήταν η μισή ψάρι και η μισή άνθρωπος, τα μαλλιά της ξέπλεκα χύνονταν στους αλαβάστρινους ώμους της και τύλιγαν την ψαρίσια ουρά της. Το βλέμμα της με καλούσε κοντά της. Πλησίασα περισσότερο κι εκείνη με τράβηξε στο νερό. Νόμιζα πως θα πνιγώ!, Εκείνη όμως μου πρότεινε τα χείλη της. Πώς ήταν δυνατόν ν’ αρνηθώ τέτοιο φίλημα ακόμη κι αν πνιγόμουν! Κι ενώ με τραβούσε προς το βυθό, ένιωθα ν’ ανασαίνω, όπως όταν ήμουν στη στεριά! Εκείνη κρατώντας με από το χέρι με οδήγησε σε μεγάλο βάθος, δείχνοντας μου ένα βασίλειο φτιαγμένο από κοράλλια. Νόμιζα πως ονειρευόμουν. Σιντριβάνια, υδάτινες πύλες , παράξενα λουλούδια της θάλασσας και ανάμεσα σ’ αυτά, άνθρωποι μισοί ψάρια χόρευαν ένα παράξενο χορό! Μουσικοί έπαιζαν με όστρακα και πανέμορφες κοπέλες τραγουδούσαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα.. Ένιωσα σαν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του όταν άκουσαν τις σειρήνες . Η γυναίκα που με οδήγησε στο βυθό με τράβηξε απότομα προς τα επάνω. Βγήκαμε στη στεριά κι οι δυο μαζί. Η ψαρίσια ουρά της μεταμορφώθηκε σε δύο γυμνά καλλίγραμμα πόδια…«Ποια είσαι;», τη ρώτησα μαγεμένος. Εκείνη δεν μιλούσε, μόνο με κοιτούσε με μάτια γεμάτα λαγνεία. Πριν ξημερώσει, έπεσε ξανά στο νερό και ξανάγινε γοργόνα!…Πέρασε ένας χρόνος από εκείνη τη νύχτα αλλά εγώ συνέχισα να πηγαίνω στο λιμανάκι, όχι μόνο για να ονειρευτώ, αλλά με την επιθυμία να την ξανασυναντήσω…Έτσι κι έγινε. Η γοργόνα μου, ξαναβγήκε στη στεριά κι αυτή τη φορά δεν θα την άφηνα να φύγει εάν δεν μου εξηγούσε. Μου εξήγησε πως ήταν κόρη του βασιλιά Τρίτωνα που διαφέντευε στους βυθούς της θάλασσας, πως με ερωτεύτηκε και παρέβηκε τους νόμους του βγαίνοντας στη στεριά μαζί μου, αλλά και δείχνοντάς μου τον κρυμμένο κόσμο τους. Η τιμωρία της θα ήταν ο θάνατος. Τότε ήταν λοιπόν που της είπα πως την αγαπώ και δεν θα την άφηνα να ξαναγυρίσει πίσω. Αγκαλιαστήκαμε με δάκρια χαράς κι από τότε γίναμε ζευγάρι. Ένα ζευγάρι που θα το ζήλευαν πολλοί. Κανείς ποτέ δεν με ρώτησε από ποιο τόπο έρχονταν η γυναίκα που παντρεύτηκα κι ας απορούσαν. Τα χρόνια περνούσαν κι εμείς είμαστε πολύ ευτυχισμένοι. Μπαρκάρισα σε μεγάλο φορτηγό πλοίο και την είχα μαζί μου συνέχεια… Σ’ ένα από τα ταξίδια μας γεννήθηκε η κόρη μας. Ήταν πανέμορφη σαν τη μητέρα της! Τα ίδια μαύρα μαλλιά και τα ίδια εκφραστικά μαύρα μάτια!…Όμως η ευτυχία μας δεν έμελλε να κρατήσει για πάντα. Το μυστικό μας γνώριζαν μόνο οι γονείς σου. Με τον πατέρα σου είμαστε φίλοι αδελφικοί από μικρά παιδιά. Μαζί ξεκινήσαμε τα όνειρα μας και τα μακρινά ταξίδια μας στα πέλαγα, μοιραζόμασταν τα πάντα…Μετά τη γέννηση της κόρης μας καθίσαμε για λίγο στο νησί και συμφωνήσαμε με τον πατέρα σου στο επόμενο ταξίδι να μπαρκάρουμε μαζί και να παίρναμε και την μητέρα σου.

Κανείς δεν φανταζόταν τι μας περίμενε. Ξεκινήσαμε με χαρά αφήνοντας εσάς τα παιδιά στους παππούδες. Είχαμε μαζί μας τις αγαπημένες μας συντρόφους και όλα θα πήγαιναν περίφημα… Το ταξίδι μας ξεκίνησε ήρεμα, μα λίγο πριν να πλησιάσουμε στο πρώτο λιμάνι, ­άγρια φουρτούνα σηκώθηκε. Το βαρύ φορτίο του καραβιού δεν μπορούσε να κρατήσει τη μανία των κυμάτων. Έστειλα μήνυμα ότι βρισκόμαστε σε κίνδυνο. Έδωσα εντολή να κατεβάσουμε τις βάρκες και να μπει το πλήρωμα μέσα για να σωθεί. Τελευταίοι πέσαμε εμείς φορώντας τα σωσίβιά μας. Το καράβι μας άρχισε να βουλιάζει κι εμείς πασχίζαμε απεγνωσμένα να κρατηθούμε στην επιφάνεια.. Φώναξα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, μα εκείνοι δεν με άκουγαν. Πιασμένοι μαζί εγώ και η γυναίκα μου, που στο μεταξύ πέφτοντας στο θαλασσινό νερό μεταμορφώθηκε σε γοργόνα, παρασυρθήκαμε από μια παράξενη δίνη. Σαν σε όνειρο βρέθηκα εκεί που με είχε οδηγήσει η γυναίκα μου την πρώτη ψαρά που συναντηθήκαμε στον κοραλλένιο κόσμο του βυθού. Γύρω μας μαζεύτηκαν γοργονάνθρωπο , μας έσυραν μαζί τους και μας οδήγησαν μας στα πόδια του βασιλιά Τρίτωνα. «Το ’ξερα πως θα ξανασυναντιόμασταν», μου είπε. « Κάποτε πήρες κάτι που μου ανήκε, την μονάκριβη κόρη μου. Όποιος φεύγει από τον κόσμο μου, τιμωρείται με θάνατο». Έδωσε τότε εντολή ν’ αλυσοδέσουν τη γυναίκα μου και να την οδηγήσουν σ’ ένα γυάλινο κλουβί. Την επόμενη μέρα θα γινόταν η δίκη της. Το τέλος της ήταν πολύ σκληρό. Μπροστά στα μάτια μου είδα να της παίρνουν την ανάσα της και να πεθαίνει από ασφυξία! Πόνεσα πολύ. Τα δάκρια μου μπλέκονταν με το αλμυρό νερό, το μυαλό μου σάλεψε. Ο Τρίτωνας με είχε τιμωρήσει πολύ σκληρά σκοτώνοντας την αγαπημένη μου και αφήνοντας ορφανή την κορούλα μου. Εκτός των άλλων με συμβούλευσε να μην ξαναταξιδέψω, γιατί την επόμενη φορά θα έπαιρνε και τη δική μου ζωή. Ξαφνικά μια δύναμη μ’ έσπρωξε προς τα πάνω. Τινάχτηκα ανάμεσα στα κύματα και με μάτια κλαμένα προσπάθησα να βρω τους γονείς σου. Όμως δεν φαίνονταν πουθενά. Είχαν πάρει κι αυτοί το μυστικό μας στον τάφο τους. Ώρες πάλευα με τα κύματα, μέχρι που το πρωί εξαντλημένο και καταρρακωμένο με περιμάζεψε το πλήρωμα κάποιου πλοίου, που έσπευσε προς βοήθεια. Όπως έμαθα αργότερα, όταν συνήλθα, κανείς δεν επέζησε από το πλήρωμά μου. Άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα πλήρωσαν για τα δικά μου λάθη!…

Τα μάτια του καπετάν Θαλασσινού είχαν γεμίσει δάκρυα. Ανάβλυζαν θαρρείς σαν μικρά ποταμάκια στο χαρακωμένο του πρόσωπο και δεν στέρευαν όσο κι αν τα στέγνωνε το θαλασσινό αεράκι.

– Τους αγαπούσα τους γονείς σου, αγόρι μου, και δεν ήθελα να πάθουν κανένα κακό εξαιτίας μου. Γύρισα πίσω στο νησί μου κι άραξα στη στεριά. Το παιδί μου με είχε ανάγκη. Έπρεπε να ζήσω για να μην του δώσω κι άλλο πόνο. Πολλές φορές καταράστηκα τον εαυτό μου. Πολλές φορές τον θεώρησα υπεύθυνο για το χαμό των αγαπημένων μου. Η ψυχή μου όμως είναι νεκρή…Πέθανε στο ναυάγιο εκείνο μαζί τους. Προχωρώ στη ζωή με τις ενοχές μου…Ο μόνος που με συγκράτησε ήταν ο παππούς σου, γιατί είναι ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια, αλλά και από τους λίγους που έχει δει τις γοργόνες.

– Τώρα καταλαβαίνω, είπε ο Γιώργος, γιατί εμφανίστηκε η γοργόνα σ’ αυτόν και του είπε να παρατήσει τη θάλασσα. Κι εγώ νόμιζα πως ο παππούς μου είχε χάσει τα λογικά του.

– Όχι, συνέχισε ο καπετάν-Θαλασσινός, ο καπετάν- Γιάννης είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος, μου στάθηκε σαν αληθινός πατέρας. Χρόνια πριν γνώριζε την ύπαρξη του παράξενου αυτού κόσμου...

Ο καπετάν-Θαλασσινός σταμάτησε να μιλά και άναψε τσιγάρο. Έβγαλε μια βαθιά ανάσα, λες και του έφυγε ένα βάρος από πάνω του. Ο Γιώργος τον κοιτούσε σιωπηλός.

Ο ηλικιωμένος κύριος έβγαλε τα γυαλιά του κι απόμεινε σκεφτικός κοιτώντας τα χαρτιά του. Τα μάτια του θόλωσαν. Είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε κι όμως δεν μπόρεσε να ξεπεράσει κάποια πράγματα. Η πόρτα έτριξε και μια μεσήλικη κυρία με εκφραστικά μαύρα μάτια και γκρίζα μαλλιά πέρασε μέσα. «Καλέ μου, ήρθαν τα παιδιά. Έχουμε στρώσει τραπέζι. Θα έρθεις να φάμε;», του είπε. Ήταν η γυναίκα του. Η κόρη του καπετάν­ Θαλασσινού, που έκανε μαζί της μια όμορφη οικογένεια με δυο υπέροχα παιδιά, που ευτυχώς δεν διάλεξαν για επάγγελμά τους τη θάλασσα, όπως ο ίδιος, ο παππούς του, ο πατέρας του και ο πεθερός του.

Σαν κινηματογραφική ταινία πέρασαν από μπροστά του όλες οι αγαπημένες μορφές του παρελθόντος του, η γλυκιά του γιαγιά, ο παππούς του, που τελικά δεν τον πήρε η θάλασσα, αλλά πέθανε σε βαριά γεράματα έχοντας νιώσει την ευτυχία να γίνει παππούς από τον αγαπημένο του εγγονό το Γιώργο, ο καπετάν Θαλασσινός.

Τα αδέρφια του δόξα τω θεώ ήταν καλά αποκατεστημένα,  έκαναν οικογένειες και έζησαν χρόνια όμορφα και στιγμές ευτυχισμένες.

Ο Γιώργος ανασηκώθηκε από το γραφείο του και στηρίχθηκε στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή. Χρόνια τώρα υπέφερε από αρθριτικά , παλιά υπολείμματα της αρμύρας στο κορμί του.

– Έρχομαι, αγάπη μου, είπε. λες και ξύπνησε εκείνη τη στιγμή.

Σκούπισε τα μάτια του, αφήνοντας πίσω του τις αναμνήσεις του και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

– Καλώς τα παιδιά μου! φώναξε χαρούμενος…

Γυπαράκη Ειρήνη, μαθήτρια 2ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, Τάξη Γ`, Σχολ. έτος 2002- 2003

Α` Βραβείο 1ου Μαθητικού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου στην κατηγορία: Διήγημα Γυμνασίου (2003)

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: