Άγονη γραμμή

15 Ιουλίου 2009

Η Βασιλική

Filed under: Σπαντιδάκη Ζαμπετάκη Ευ — Άγονη Γραμμή @ 8:34 μμ
Tags:

AGIA MARINA

O φόβος και ο τρόμος για τα παιδιά του χωρίου ήταν η Βασιλική. Μια αδύνατη γυναίκα, μεσόκοπη, ντυμένη στα κουρέλια. Το πρόσωπο της ζαρωμένο, τα μαύρα μικρά ματάκια της άγρια και φοβισμένα. Είχε την όψη αγριμιού η έκφραση της γενικά.

Έπασχε από μια φοβερή αρρώστια, την επιληψία. «Σεληνιάζεται», έλεγαν οι χωριανοί. «Δαιμονισμένη», έλεγαν οι παπάδες και οι καλόγεροι του μοναστηριού της Μονής των Ασωμάτων, που βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό.

– Μπήκαν οι σατανάδες μέσα της και την τυραννούν, τη ρίχνουν κάτω και την παιδεύουν! Χτυπιέται στη γη και βγάζει αφρούς από το στόμα!

Όλα τα παιδιά του χωριού είχαν εμπειρία από την αρρώστια της. Ήταν το καθημερινό θέμα που συζητούσαν μεταξύ τους.

– Την είδα να κρατά ένα λαγήνι. Ερχόταν από τη βρύση. Ήταν γεμάτο νερό. Το είχε στον ώμο της. Ξαφνικά έπεσε, έσπασε το λαγήνι, πετάχτηκαν τα κομμάτια και της έσκισαν το πρόσωπο. Αυτή έπεσε καταγής, χτυπιόταν κάτω και έβγαζε αφρούς από το στόμα, έλεγε με φόβο ο μικρός Νικόλας.

–   Εγώ, έλεγε ο Επαμεινώντας, μαθητής του Δημοτικού σχολείου, την είδα με ένα άσπρο μακρύ φόρεμα να πηδά από δώμα σε δώμα. Φοβήθηκα! Νόμισα πως ήταν νεράιδα!

–   Μια φορά, έλεγε ο Κωστής, την είδα μέσα στο σπίτι μας να τρώει φαγητό με τα χέρια της από το τσουκάλι. Φορούσε ένα μαύρο φουστάνι. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα και μακριά. Νόμισα πως ήταν ξωτικό.

Οι χωριανοί δεν είχαν την ίδια γνώμη με τα παιδιά. Την αγαπούσαν τη δυστυχή και ήξεραν ότι έπασχε από βαριά αρρώστια που την έκανε παράξενη, νευρική και φοβισμένη.

Άνοιγαν τα σπίτια τους, την τάιζαν, της έδιναν ρούχα -ασχέτως αν τα ξέσχιζε την ώρα της κρίσης και κυκλοφορούσε με κουρέλια- της μάζευαν τις ελιές, γιατί είχε λίγη περιουσία και δεν μπορούσε, όμως, να την καλλιεργεί καν η ίδια.

Όλοι οι άνθρωποι, όταν έβλεπαν αυτή την ταλαιπωρημένη γυναίκα, αισθάνονταν φόβο και δέος για τα δαιμόνια που κουβαλούσε μέσα της.

Ο μικρός Κωστής ρωτούσε και ξαναρωτούσε τη γιαγιά του:

–   Πώς μπήκαν μέσα της οι δαίμονες, γιαγιά; Μην πάθω κι εγώ τα ίδια;

–   Αχ, παιδάκι μου, απαντούσε εκείνη, ίσως τη συνάντησαν τη νύχτα σε κανένα σταυροδρόμι και δεν πρόλαβε να κάνει το σημείο του σταυρού. Πάντα, παιδί μου, όταν περνάς από σταυροδρόμι να κάνεις το σταυρό σου ν’ απομακρύνεται ο ξορκισμένος.

–   Πώς είναι, γιαγιά, ο διάβολος; ρωτούσε πάλι το εγγόνι.

–   Δεν τον είδα, παιδί μου, ποτέ αλλά άκουσα κι εγώ από τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, ότι είναι κατάμαυρος σαν ένας μεγάλος γάτης, με μια μακριά ουρά και κατακόκκινα μάτια. Στο δεξί σου χέρι βρίσκεται ο άγγελος, δίπλα από το ζερβό παραμονεύει ο σατανάς. Γίνεται κάθε μέρα μια πάλη, παλεύει ο άγγελος με το σατανά. Παλεύει το καλό με το κακό. Όταν κάνεις καλές πράξεις νικά ο άγγελος και είναι ο Θεός μαζί σου. Όταν βλαστημάς, όταν στενοχωράς τους γονείς σου, όταν δεν πηγαίνεις στην εκκλησία, νικά ο «έξω από δω». Τα μάτια μαςανοιχτά, το μυαλό μας να μένει ξάγρυπνο, να προσπαθούμε να κάνομε πάντα το καλό.

Αυτά τα λόγια, σχεδόν τα ίδια, έλεγαν οι γιαγιάδες του χωριού στα φοβισμένα εγγονάκια τους για την ταλαιπωρία της άμοιρης γυναίκας.

Το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας είναι χτισμένο ψηλά σ’ ένα καταπράσινο λόφο. Είναι πολιούχος του χω­ριού. Μεγάλη η χάρη Της, γιορτάζει κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου. Ασημόφυλλες ελιές και καταπράσινα περιβόλια με ξινόδεντρα απλώνονται τριγύρω. Κάτω από την εκ­κλησία ένας αιωνόβιος ασημόφυλλος πλάτανος χαρίζει τη σκιά του στους προσκυνητές. Τριγύρω έχουν φτιάξει πέτρινα τραπέζια και καθίσματα. Ένα ρυάκι κυλά τα γάργαρα νερά του κάτω από τη ρίζα του δέντρου.

Μετά τη λειτουργία οι πανηγυριώτες, που μαζεύονται από τα γύρω χωριά, στρώνουν τα τραπέζια, τα γεμίζουν φαγητά, τρώνε και χορεύουν σ’ αυτόν το μαγευτικό τόπο.

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζεύτηκαν οι πανηγυριώτες στην εκκλησία. Μπροστά στα μάτια των παι­διών και όλου του εκκλησιάσματος, εκτυλίχθηκε μια ιε­ροτελεστία την ημέρα του πανηγυριού. Πήραν απόφαση οι παπάδες από τα γύρω χωριά να μαζευτούν όλοι στην εκκλησία, να κάμουν ένα «συλλείτουργο» για να βγάλουν από τα σπλάχνα της άρρωστης τα δαιμόνια…

Τη στιγμή που κρατούσαν τα άγια δισκοπότηρα με τη θεία μετάληψη, ξάπλωσαν την άρρωστη σ’ ένα χαλάκι μπροστά στα εικονίσματα. Οι παπάδες έψαλλαν, κρατούσαν σταυρούς, εικόνες, εξαπτέρυγα, περνούσαν πάνω από το σώμα της άρρωστης, την πατούσαν ελαφρά στο στο­μάχι και διέταζαν: «Σατανά, δεύρω έξω». Η γυναίκα είδε τόσους παπάδες από πάνω της, φοβήθηκε κι άρχισε να χτυπιέται και να ουρλιάζει. Δύο άνδρες κρατούσαν ακίνητα τα πόδια της και τα χέρια της. Αυτή εξακολουθούσε να χτυπά το κορμί της κάτω. Από πάνω οι παπάδες περνούσαν με τη σειρά, την πατούσαν και έδιναν διαταγή: «Σατανά, έβγα έξω, ελευθέρωσε την». Όλο το εκκλησία­σμα σιγομουρμούριζαν προσευχές αποζητώντας επίμονα την εύνοια της Αγίας.

Ξαφνικά μια φοβισμένη σπαρακτική φωνή ακούστηκε.

–   Από πού να βγωωω;…

–   Από το μικρό της δαχτυλάκι, αποκρίθηκε ο παπα Παντελής, σίγουρος πως συνομιλούσε με το σατανά.

Δεν ήταν γνώμη μόνο του παπά ότι η φωνή που έβγαινε από το ταλαιπωρημένο σώμα ήταν του «ξορκισμένου». Ηταν πεποίθηση όλου του κόσμου που παρακολουθούσε την ιεροτελεστία. Γονάτισαν όλοι. Τα παιδιά πάγωσαν, όλοι ήταν σίγουροι ότι ο σατανάς φωνάζει, σκληρίζει και συνομιλεί με τους παπάδες.

Ο παπα-Στέφανος, με τρεμάμενη φωνή, πρόσταξε:

–  Αδειάστε την πόρτα, κανείς να μη στέκει στην πόρτα, κάνετε τόπο να φύγει ο σατανάς, κάνετε το σταυρό σας μην πειράξει κανένα από σας φεύγοντας.

Συνέχισαν να ψέλνουν και να διατάσσουν το σατανά πατώντας το κουρασμένο κορμί, ώσπου από την κούραση και την ταλαιπωρία ήρθε ένας ήσυχος ύπνος και έκλεισε τα κουρασμένα βλέφαρα της δυστυχισμένης γυναίκας.

Αυτό χαροποίησε τους παπάδες, που φώναζαν και δοξολογούσαν το Θεό:

–  Θαύμα! Θαύμα! Σε νικήσαμε σατανά, πήγαινε, πέσεστη θάλασσα. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου!

Η λειτουργία συνεχίστηκε. Όλοι ευχαριστούσαν το Θεό, σίγουροι ότι η Βασιλική ελευθερώθηκε από τα δαιμόνια.

Ένα παιδάκι μάλιστα είδε μια φωτιά να βγαίνει από το μικρό δαχτυλάκι της άρρωστης και ήταν σίγουρο ότι ήταν ο σατανάς.

Ύστερα από λίγες μέρες την είδαν πάλι να χτυπιέται και να βγάζει αφρούς. Απογοητεύτηκαν! Ο σατανάς δεν ελευθέρωσε τη Βασιλική. Πού θα πάει όμως; Φέτος τη γλίτωσε. Του χρόνου, της Αγίας Μαρίνας, θα επαναλάβουν την ιεροτελεστία! Και τότε δε θα τη γλιτώσει ο ξορκισμένος!

Το διήγημα «Η Βασιλική» πήρε το Β’ βραβείο στον Παγκρήτιο Λο­γοτεχνικό Διαγωνισμό, το 2002.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Κυρία Ευγενία σας διαβάζω από Μόσχα και σας ευχαριστώ για την ωραία
    ώρα που πέρασα

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 19 Ιουλίου 2009 @ 11:23 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: