Άγονη γραμμή

7 Αυγούστου 2009

Ο Άγγελος των σκουπιδιών

Filed under: Κούνουπας Μανόλης — Άγονη Γραμμή @ 9:38 πμ
Tags:

Σαν έμπαινε ο χειμώνας το ορεινό κρητικό χωριό το σκέπαζε το χιόνι. Λίγοι άνθρωποι άντεχαν σ’ εκείνη την ερημιά, καθώς σ’ όλη την έκταση δεν έβλεπες ψυχή ζώσα. Η μοναξιά καταντούσε αβάσταχτη, πολύ περισσότερο επειδή εκτός από τους ντόπιους ξενιτεμένους και τους ξένους παραθεριστές, έπαιρναν των ομματίων τους μια για πάντα και οι νέοι του χωριού, γι’ άλλη γη γι’ άλλα μέρη με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής. Το σχολείο του Κονταχλαδέ είχε κλείσει από καιρό. Μετά στη σειρά έκλεισαν το κουρείο, το ραφτάδικο, με τελευταίο το τσαγκαράδικο. Μόνο ο Μαθιός ο καφετζής δεν έλεγε, να βάλει λουκέτο στο μαγαζί παρά την ηλικία του. Δεμένος τώρα και χρόνια με το παλαιινό ντουκιάνι, κληρονομιά από τον πατέρα του, «δε θα το ‘κλεινε», όπως έλεγε, «με καμιά κυβέρνηση». Κι αν το ‘κλεινε τι θα ‘κανε; Να κάθεται με σταυρωμένα χέρια, να σκοτώνει μύγες και να περιμένει τη Βεντέμα: Έτσι μ’ όλο που το μαγαζί δεν έβγαζε ούτε τα «στραβά» έξοδα, το βαστούσε ανοιχτό, όχι μόνο για να… τη βρίσκει, αλλά και για να βγαίνει το χωριό ασπροπρόσωπο στους ξένους του καλοκαιριού. Εξ άλλου όσοι… κορακοζώητοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, είχαν απομείνει και ολοχρονίς σε καθημερινή βάση θαμώνες, τον σεκοντάριζαν να μείνει το καφενείο… «εν ενεργεία» τόσο για έναν απολαυστικό καφέ, όσο και για ένα τερπνό κουβεντολόι. Τελικά, τετραπέρατος ο κυρ-Μαθιός, αφού πήρε τη σύνταξη του Τ.Ε.Β.Ε. έγραψε την… «επιχείρηση» στ’ όνομα της γυναίκας του, για να πατεί, όπως έλεγε, πάνω σε δυο πόδια κι εξακολούθησε να ψήνει πάντοτε τις πατάτες, μοναδικό μεζέ για τη ρακή, στη χόβολη και να βράζει τους καφέδες, στο μακρυχέρικο μπρίκι, κατά την όρεξη του κάθε πελάτη. Αραιά και πού τα καλοκαίρια ξέπεφταν στο χωριό ξενομερίτες, κατά το πλείστον Αθηναίοι μεγαλουσιάνοι. Σαν έμπαιναν στο παλιό ντουκιάνι, έβαζαν αμέσως στο μάτι τους ναργιλέδες, το ρολόι του τοίχου, τις φωτογραφίες με τις παλιές κορνίζες τη λάμπα της οροφής, ακόμα και τις χειροποίητες καρέκλες. Ύστερα έριχναν στο χώρο μια ματιά με περιφρόνηση και με μια ανάλογη γκριμάτσα σνόμπαραν τον καφετζή. Μαέστροι στην παραπλάνηση σκαρφίζονταν «κάθε πειστικό επιχείρημα, με τον απώτερο σκοπό να τ« αρπάξουν τις αντίκες για κομμάτι ψωμί. Άδικα έχαναν τα λόγια τους. Παλιά καραβάνα, ο κυρ-Μαθιός όλα τ’ άκουγε βερεσέ. Η «γριά αλεπού» δεν πιανόταν με ξόβεργες. Ενώ γνώριζε τα πάντα έκανε τον ανήξερο και τους έριχνε στο ψιλό δούλεμα. «Δε θέλω να σασέ χαλάσω τσοι παράδες σας. Οντεν θαν’ έρθει η γι’ ώρα να κλείσω το μαγαζί, ελάστε… να σας τα χαρίσω!…» Στο καφενείο οι γυναίκες δεν επιτρέπονταν, ούτε να σιμώσουν. Για κείνες ήταν ο «απηγορευμένος καρπός». Ήθελαν δεν ήθελαν έμεναν στο σπίτι. Εποχικά μόνο έβγαιναν και δούλευαν έξω απ’ το χωριό στο τρύγος και στο μαζωχτό καθώς και τις Κυριακές και τις σχόλες είχαν το ελεύθερο, να πηγαίνουν στην εκκλησία. Όλο τον άλλο καιρό περίμεναν ανυπόμονα, να ‘ρθει το πανηγύρι τ’ Αη-Λια στις είκοσι του Ιούλη, για να ξεδώσουν. Στα παλιότερα χρόνια και πριν ερημώσει το χωριό, μαζί με τους ξενιτεμένους χωριανούς πλάκωναν από τα γυροχώρια οι πανηγυριώτες κι από κοντά οι λυρατζήδες, για να στήσουν στην πλατεία του χωρίου ένα τρικούβερτο γλέντι. Οι γυναίκες βρίσκονταν στο πόδι όλη μέρα και κερνούσαν τον κόσμο στα σπίτια. Το βραδάκι χωρίς να χάσουν καιρό, τις έβλεπες πασίχαρες να βαστούν στα χέρια τις καρέκλες τους, για να πάνε να καθίσουν γύρω από τα όργανα, ν’ ακούσουνε τις μαντινάδες του λυρατζή και να καμαρώσουνε τους ντεληκανήδες, και το λεβέντικο χορό τους. Ανάμεσα στο γυναικολόι καθόταν κι η Εράσμια, μια ελεύθερη μεγαλοκοπέλα ίσαμε πενήντα χρόνων, που γεννήθηκε και μεγάλωσε, μέσα σ’ ένα παμπάλαιο χαμόσπιτο στην άκρη του χωριού, σε μια ξεμοναχιασμένη χαμοκέλλα. Οι ξεφτισμένοι σουβάδες, τα πολυκαιρισμένα πορτοπαράθυρα και τα κατάμαυρα στη στέγη κεραμίδια απ’ έξω έδειχναν σαν ένα ερείπιο, όμως μπαίνοντας μέσα, αντίκριζες ένα αλλιώτικο ολωσδιόλου σκηνικό. Τα παλιά στρωσίδια στους καναπέδες, οι κουρελούδες στο πάτωμα, εκείνες οι κεντητές πολύχρωμες κουρτίνες, τα πλουμιστά τραπεζομάνδηλα κιόλα τ’ άλλα εργόχειρα χάριζαν μιαν αίσθηση ζεστασιάς και γαλήνης. Από την άλλη τα χωριάτικα έπιπλα σκόρπιζαν γύρω μια παράξενη γοητεία κι όλα μαζί λες και σου μιλούσαν. Από τότε που έχασε τους γονιούς της η γυναίκα, κλεισμένη έρημη κι εφταμόναχη μέσα σ’ αυτό το παλιόσπιτο, εύρισκε σαν καθημερινή της ασχολία, για να ξεδίνει, το κέντημα και τον αργαλειό, ενώ για μοναδική της έγνοια είχε ένα γάιδαρο και δυο κατσικούλες. Τα χειμωνιάτικα βράδια καθισμένη με τις ώρες στην κουνιστή πολυθρόνα, κοντά στο τζάκι, συνήθιζε, να καταπιάνεται στα κάθε λογής χειροτεχνήματα. Αφοσιωμένη σ’ αυτή την ψιλοδουλειά, που είχε βάλει ως και την ψυχή της, δούλευε μ’ ένα μοναδικό μεράκι, καθώς και απαράμιλλη δεξιοτεχνία. Από τα ευλογημένα χέρια της Εράσμιας έβγαιναν τα πιο φίνα, αλλιώτικα εφευρήματα. Σταυροβελονιά με κεντητά πλουμίδια, διάτρητο αζούρ, δαντέλες ατραντέ, πλεχτά σάλια. Από τον αργαλειό πάλι πρόβαλαν άλλα διαφορετικά αριστουργήματα, αλλά με την ίδια δημιουργική φαντασία κι όλα σ’ ένα συμμετρικό ρυθμό σχεδίων και χρωμάτων. Τα σεντούκια γέμιζαν το ένα μετά το άλλο, ο χρόνος έτρεχε κι όσο ο χρόνος έτρεχε και τα σεντούκια γέμιζαν, τόσο το πρόσωπο της το σκάβαν αδυσώπητες χαρακιές. Η ζωή της άμοιρης γυναίκας είχε γίνει καθημερινή ρουτίνα γεμάτη πλήξη, αφού ποτέ δεν ένιωσε λίγη τρυφεράδα, δε γνώρισε ένα χέρι να την αγγίξει, δεν οσμίστηκε μιαν αντρικήν ανάσα, ούτε καν άκουσε ποτέ μια ζεστή φωνή, κάτι επιτέλους να την έκανε να σκιρτήσει η καρδιά της. Όταν καμιά φορά τη γυρόφερνε η σκέψη, πως είχε περάσει προ πολλού η ώρα της, μια αδιόρατη αχλύ σκίαζε την όψη της, έπεφτε σε μελαγχολικούς συλλογισμούς και τα μάτια της βούρκωναν. Έναν αδελφό πολυφίλητο και μονάκριβο είχε η Εράσμια στην Αμερική. Ξενιτεύτηκε πριν από χρόνια, σαν έχασαν τους γονιούς τους τα δύο παιδιά. Εκείνη τόξερε, πως θάμενε οριστικά στο χωριό. Ήταν εξάλλου αρκετά μεγάλη κοπέλα. Το πρόβλημα ωστόσο που απασχολούσε το σόι, ήταν το αγόρι. Μόλις δώδεκα χρονών ο μικρός Δημητράκης, ποιος θα τον φρόντιζε; Ποιος θα του εξασφάλιζε το μέλλον του; Τελικά στάθηκε τυχερός. Ένας μακρινός συγγενής στη Νέα Υόρκη συμπόνεσε την ορφάνια του παιδιού και ανέλαβε στοργικά να το υιοθετήσει. Στη Νέα Υόρκη ο Δημητράκης δεν άργησε, να μπει στους ρυθμούς της γιγάντιας πολιτείας. Σπούδασε ιατρική και μετά από λαμπρή καριέρα, πέτυχε επαγγελματική αναγνώριση. Ο δόκτωρ Τζιμ Πάπας και κατά Σοσμον Δημήτριος Παπαλαμπρινάκης, απέκτησε τελικά μεγάλο κύρος και γόητρο στο ελληνικό λόμπυ, αλλά και ζηλευτή κοινωνική θέση στους ευρύτερους κύκλους των γηγενών, ιδιαίτερα εκείνων της υψηλής κοινωνίας. Κάθε χρόνο η Εράσμια ανυπομονούσε να δει τον αδελφό της στο χωριό με λαχτάρα μικρού παιδιού και μόνο τότε το σπίτι άνοιγε διάπλατα, ανοίγανε οι καρδιές, ανοίγαν οι ουρανοί. Κι ενώ ο γιατρός συγκινημένος αγκάλιαζε και φιλούσε την αδελφή του, η γυναίκα του η Σάλλυ, μια ξανθομάλλα χοντρούλα Ιρλανδέζα, ξεφώνιζε και ούρλιαζε από τη χαρά της, τόσο που οι φωνές της απόσωναν μέχρι το καφενείο. Ανοιχτόκαρδη κι ανεπιτήδευτη, συχνά ξεκαρδιζόταν στα γέλια με το τίποτα, σαματάς χωρίς κανένα λόγο σημαντικό είτε ασήμαντο. Περισσότερο όμως κι από τη νύφη της Εράσμιας είχαν ξετρελαθεί με το χωριό τα δυο ανίψια της ο Μάικλ κι ο Τομ, που δεν έβλεπαν την ώρα να φύγουν από τη Νέα Υόρκη, για να βρεθούν στην Κρήτη και να ζήσουν στον τόσο αλλιώτικο, όσο και ευχάριστο και ζεστό περίγυρο του χωριού. Σϋν έφταναν από την ίδια μέρα κιόλα, καβαλίκευαν το γάιδαρο κι έπαιρναν δρόμο για το αμπέλι. Τόχαν για γλέντι, να κόβουν τα σταφύλια και να γεμίζουν τα δυο κοφίνια. Ήξεραν να φορτώνουν και να δένουν τα γομάρια πάνω στο σαμάρι από την μια κι από την άλλη μπάντα, όπως τ’ άλλα παιδιά του χωριού κι ακόμα ν’ αρμέγουν τις κατσίκες μετά τη βοσκή. Αλλά οι όμορφες μέρες στο χωριό περνούσαν γρήγορα «,αι τα παιδιά έδειχναν θλιμμένα πολύ περισσότερο, καθώς κοιτούσαν τον πατέρα τους, να αγχώνεται. Ο γιατρός δεν έβλεπε την ώρα, να φύγει και να βρεθεί ανάμεσα στον κόσμο το δικό του όπως εκείνον της διεθνούς τζετ-σετ με τις διαφορετικές διαπροσωπικές σχέσεις, θα ‘θελε να περιβάλλεται και να τον θαυμάζουν διασημότητες. Το φέρσιμο των συγχωριανών του και το απλοϊκό κουβεντολόι τους στο καφενείο του κυρ Μαθιού, όσο κι αν ήταν ανυπόκριτο, τον ενοχλούσε και πολύ περισσότερο οι αδιάκριτες ερωτήσεις τους. Ο Τζιμ δεν άντεχε αυτόν τον ταπεινό, ασήμαντο κοινωνικό περίγυρο, του’ φερνε αίσθημα αποστροφής, ασφυκτιούσε. Επομένως οι δραματικές ικεσίες της αδελφής του, για να παρατείνει η οικογένεια τις διακοπές της, δεν έπιαναν τόπο, ώστε να του αλλάξουν τα μυαλά. Τον άφηναν αδιάφορο. Αλλά και οι παρακλήσεις της γυναίκας του δεν εύρισκαν, τουλάχιστον σ’ αυτή την περίπτωση καμιά α¬νταπόκριση. Ο γιατρός δε δεχόταν αντίρρηση: – «Εράσμια μου σας το είπα και σας το εξήγησα, σε σένα και στη Σάλλυ, ότι θα φύγουμε και θα φύγουμε». – «For the sake of children (Προς χάριν των παιδιών Τζιμ) τον εκλιπαρούσε η Σάλλυ. – «For few days yet dady (Για λίγες ημέρες ακόμα) μουρμούριζαν τα δύο παιδιά. Ο μπαμπάς όμως παρέμενε πάντοτε αμετακίνητος στις αποφάσεις του. – Tommorow morning Okey;» Ο Τζιμ εξ άλλου είχε κλείσει πριν από καιρό δωμάτια σε πολυτελή ευρωπαϊκά ξενοδοχεία των πέντε αστέρων, πώς θα ήταν δυνατόν να ενδώσει στην επιθυμία των παιδιών, ακόμα κι αν ήθελε. Ο ταπεινός χαρακτήρας της Εράσμιας δεν έμοιαζε καθόλου μ’ εκείνον τον υπερφίαλο, του φαντασμένου μεγαλουσιάνου αδελφού της, που έβλεπε τους ανθρώπους του χωριού σαν λαό καθυστερημένο. Εκείνη είχε συνταιριάσει αρμονικά, είχε εθιστεί ανάμεσα στους απλούς συγχωριανούς της με την καλοσυνάτη, απροσποίητη συμπεριφορά, με τη συναναστροφή των λίγων γυναικών κι αυτές είχε μοναδικό στήριγμα, να τη συντρέξουν στις αρρώστιες της, κι όποτε τά’ βρισκε σκούρα. Είχαν φύγει οι παραθεριστές, είχε περάσει πριν από καιρό και το πανηγύρι του Αγίου, όπως και το δεκαπενταύγουστο της Παναγίας, πέρασαν και όλα τα γλέντια με τους λυρατζήδες και τους χορούς κι έφτασε ο τρύγος. Τώρα όλοι οι χωριανοί είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια τα σταφύλια, τα πατούσαν στα πατητήρια, γέμιζαν τα βαρέλια. Το άρωμα του μούστου είχε ζώσει το χωριό, που μοσχοβο¬λούσε ολούθε. Γέμισε κι η Εράσμια τα λίγα βαρέλια της κι αφού νέταρε την αγροτική δουλειά έπεσε με τα μούτρα στην οικιακή. Βιαζόταν να υφάνει στον αργαλειό, ένα κάλυμμα για την Αγία Τράπεζα να κεντήσει πάνω σ’ αυτό ένα σταυρό χρυσοΰφαντο και γύρω-γύρω με μπρισίμι μια διακοσμητική μπορντούρα. Της τόχε παραγγείλει τώρα και μήνες η πρεσβυτέρα η Ευαγγελία η γυναίκα του παπά-Ιλαρίωνα. Αν και προγραμματισμένο να τελειώσει πριν χειμωνιάσει, όλο το ανέβαλε. Ένας πόνος στην κοιλιά τη βασάνιζε. Στην αρχή ήταν υποφερτός, αλλά αργότερα έγινε αβάσταχτος. Οι γυναίκες του χωριού, που πήγαιναν και τη συντρόφευαν κάθε βράδυ, τη συμβούλεψαν, να τηλεφωνήσει οπωσδήποτε στην κερά Γλυκερία και να την προσκαλέσει νάρθει από το κοντινό κεφαλοχώρι. Ήταν μια αντρογυναίκα, μεσοκαιρίτισσα, που εκτός από την «ιατρική» κατόρθωνε με την αγυρτεία της να ασκεί παράλληλα και μεγάλη επιρροή στους απλοϊκούς χωρικούς. Ιδιαίτερα οι γυναίκες την είχαν σε μεγάλη υπόληψη. Πίστευαν ακράδαντα, ότι γνώριζε, να θεραπεύει κάθε αρρώστια με τα δικά της «φάρμακα» όπως ήταν το ξεμάτιασμα από τη βασκανία με αλάτι, λάδι και ρύζι! Ωστόσο ο καιρός περνούσε, οι πόνοι δεν έπαυαν κι η γυναίκα μέρα με τη μέρα αισθανόταν πολύ άσχημα, καθώς τώρα φώλιαζε μέσα της μια νευρωτική κατάθλιψη. Από την άλλη οι χωριανές της πάσχιζαν, να της δίνουν κουράγιο και να επιμένουν να της συστήνουν, σα μοναδική σωτηρία της, τα γιατροσόφια της κομπογιαννίτισσας. -«Α δεν ερθεί η Γλυκερία να σε ξεδιαρμίσει, θα σε τροζάνει ετούτοσες ο σφάχτης». Η αλήθεια είναι πως η Εράσμια, περισσότερο από ντροπαλοσύνη και λιγότερο από έλλειψη εμπιστοσύνης, είχε πάρει διαζύγιο με τους γιατρούς, ώστε τελικά να θαρρευτεί τη Γλυκερία, για να την ξεγητέψει από το κακό μάτι. Παρ’ όλες όμως τις φιλότιμες προσπάθειες και τις απανωτές θεραπευτικές απόπειρες με τα μαντζούνια της… «γιάτρισσας» η συμφορά που τη βρήκε, πήγαινε να χρονίσει. Καθώς σφάδαζε από τους πόνους, το ηθικό της άρχισε να πέφτει, να χάνει το θάρρος της και ν’ απελπίζεται. Ο κυρ-Μαθιός, πάντα μετρημένος και γνωστικός, δε δεχόταν επουδενί ν’ ακούσει για μαγγανείες και ξόρκια. Σαν πήρε άξαφνα το μάτι του τη Γλυκερία κι έμαθε, πως την κάλεσαν οι αλαφρόμυαλες, έγινε Τούρκος. – «Ίντα κάθεσαι μπρε κι ακούς τσοι κουζουλές κι εμπιστεύγεσαι κείνηνε την ψευτογιάτρισσα τη Γλυκερία. Εσύ’χεις τέθιον αδερφό στην Αμερική, γιατρό σπουδαγμένο και ξακουσμένο, απ’ ούναι η πρεπιά κι η τιμή του χωριού μας. Ντροπή σου να σ’ ορμηνεύγουνε οι τροζές. Ντουσούντισε το και την ταχινή κιόλας να πας να μπεις στο παπόρι». – «Και τα οζά μου μπρε Μαθιέ ίντα θα τα κάνω;» – «Τα οζά σου θα πω στο Νικήτα, στο γιο του Βαρδή, απ’ ούναι κοπέλι πραγιό και καλεπίταγο, να τα πάρει να τα βλέπει μαζί με τα δικά ντου». Είχε μπει για τα καλά ένας άγριος πρωτόγνωρος χειμώνας κι η γυναίκα στο μεταξύ περνούσε δύσκολες μέρες. Τη δάγκωνε το σαράκι ενός πόνου, που εκατάντησε μαράζι κι αβάσταχτη θλίψη, ωστόσο υπόφερε αγόγγυστα. Για πολλοστή φορά έβαζε το μυαλό της να δουλεύει, να μετρά και να ξαναμετρά κάθε τόσο τις κουβέντες του καφετζή. Τελικά συμμορφώθηκε με τη συμβουλή του για να πάρει τη μεγάλη, ακόμα και ηρωική για κείνην απόφαση. Έγραψε στον αδελφό της όλο το ιστορικό, καθώς και την ημέρα που θα ‘φευγε από την Αθήνα με το αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Τίποτα περισσότερο όμως, όπως π.χ. τον αριθμό πτήσης, την αεροπορική εταιρεία και τις όποιες άλλες απαραίτητες πληροφορίες. Μια συγγένισσά της τη φιλοξένησε στην Αθήνα στο Βύρωνα. Ο φιλότιμος, φιλιότσος της, το επόμενο πρωί τη συνόδεψε με το γιωταχί του ως το Ανατολικό αεροδρόμιο του Ελληνικού. Μετά από κάμποση ώρα εναγώνιας αναμονής μέσα ο ένα -τζάμπο 747» η κρητικιά απ’ τον Κονταχλαδέ βρέθηκε να πετά στους αιθέρες. Στην αρχή, καθώς ανέβαινε το αεροπλάνο, ταράχτηκε. Μετάνιωσε για την αποκοτιά της και μυκτήριζε την εαυτή της. Τι τόθελε, να φύγει; Κοίταξε γύρω της. Οι άλλοι επιβάτες κάθονταν ήρεμοι, ο ένας διάβαζε μια εφημερίδα, ο άλλος ένα βιβλίο κι ο άλλος χασμουριόταν κι ετοιμαζόταν, να παραδοθεί οτην αγκαλιά του Μορφέα και να πάρει ένα γλυκόν ύπνο. Θα λέγε κανείς, πως εκείνη τη στιγμή δε συνέβαινε τίποτε. Καθώς ένιωθε η γυναίκα αυτό το ευχάριστο κλίμα γύρω της, ξανάρθε στα συγκαλά της, κάλμαρε. – «God morning coffee or prange juice?» τη ρωτούσε κοντά της άξαφνα μια απαλή, γλυκεία φωνούλα. Στράφηκε και αναθάρρεψε, καθώς είδε να στέκεται μένα δίσκο μια γελαστή σιλουέτα. – «Η κοπέλα, σας ρώτησε, αν θέλετε καφέ ή πορτοκαλάδα» της εξήγησε αυτός, που καθόταν δίπλα της. – «Καφέ» ζήτησε εκείνη. Καθώς όμως τον σίμωνε σταχείλη της, έκανε ένα μορφασμό αηδίας. – «Ίντα ναι μπρε τούτονε το νερομπούρμπουλο; Πάρτονε, πάρτονε κοπελιά μου». Η αεροσυνοδός των σουηδικών αερογραμμών ζήτησε με περισσή ευγένεια συγνώμη και πήρε το πλαστικό ποτήρι. Πολύ αργότερα φάνηκε πάλι η κοπέλα να σιμώνει μ’ ένα δισκάκι. Τώρα η Εράσμια κοίταξε λαίμαργα τα μακαρόνια ογκρατέν με την άσπρη σάλτσα, καθώς μοσχοβολούσαν και τα καταβρόχθισε εν ριπή οφθαλμού. Ωστόσο οι ώρες μέσα στο τεράστιο αεριωθούμενο κυλούσαν απελπιστικά ομοιόμορφες. Δεν υπήρχε η χαρά, πως κάτι θα γέμιζε το χρόνο. Ο θόρυβος της μηχανής δεν ακουγόταν παρά ελάχιστα, σαν ένα ελαφρό, ανεπαίσθητο θρόισμα. Και ενώ η ευχάριστη ατμόσφαιρα και η γαλήνη νανούριζαν τους επιβάτες, άξαφνα, μιαν αναπάντεχη στιγμή το αεροπλάνο έπεσε σε κενά αέρος κι άρχισαν τα σκαμπανεβάσματα. Το ταρακούνημα προκάλεσε ένα μικροπανικό. Η Εράσμια που κοιμόταν του καλού καιρού, πετάχτηκε από τον ύπνο τρομαγμένη κι έσυρε μια διαπεραστική κραυγή. Ήταν ωστόσο ευτύχημα, ότι αυτή η κατάσταση δε βάστηξε για πολύ. Κάποτε φάνηκαν επιτέλους τα γιγάντια κτίρια της Νέας Υόρκης και πάραυτα οι φόβοι και οι ανησυχίες της διασκεδάστηκαν. Τώρα το τζάμπο-τζετ 747 πετούσε, με όλη του τη μεγαλοπρέπεια, πάνω από το άγαλμα της ελευθερίας και πάνω από τα θεόρατα οικοδομικά μεγαθήρια. Λίγα λεπτά αργότερα τροχοδρομούσε νωχελικά στον αεροδιάδρομο κι άρχιζε η προσγείωση. Αργά τη νύχτα οι εκατοντάδες επιβάτες έβγαιναν απ’ τη μικρή πορτούλα του αεροσκάφους και ξεχύνονταν στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής του αεροδρομίου Κένεντυ. Μάταια έψαχνε το φοβισμένο, ανήσυχο βλέμμα της Ερασμίας, να ξεδιακρίνει κάποιον απ’ τους δικούς της. Βρισκόταν, χαμένη μέσα στο ανθρωπομάνι, μέσα σ’ ένα άγνωστο πλήθος, αδιάφορο και ψυχρό, παράξενο κι αλλόκοτο. Άνθρωποι αγχωμένοι έτρεχαν άλλοι προς τα εδώ κι άλλοι προς τα εκεί. Κοίταζε αυτό το βιαστικό σούρτα – φερτά κι ο νους της ταξίδευε λες κι ονειρευόταν. Βρέθηκε από τη μία στιγμή στην άλλη σ΄ έναν κόσμο, που λες κι οι άνθρωποι ήταν κουρδισμένες μηχανές, ότι είχαν μετατραπεί σε ρομπότ και ότι κακοπαθούσαν μέσα σε μια διανοητική σύγχυση. Πολλοί ταλαίπωροι τσουλούσαν καροτσάκια φορτωμένα βαλίτσες κι άλλοι έψαχναν να τις βρουν σε μια κινούμενη ράμπα. Φασαρία και τρέξιμο άνευ λόγου και αιτίας, βλέμματα ψυχρά, αδιάφορα, φάτσες στυφές. Όλοι τους ήσαν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων άνθρωποι ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους που ο καθένας τους αγωνιούσε για κάτι. Παρά την ταλαιπωρία και τη δύσκολη θέση της και παρ’ όλον ότι τάχε κυριολεκτικά χαμένα, η Εράσμια τόλμησε μέσα στην απελπισία της και πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ έναν νεαρό. -«Σε παρακαλώ παλικάρι μου. Βοήθησε με τη δύστυχη.• Ο νέος την κοίταξε και την περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω. Τα μάτια του έδειχναν αναλγησία και πώρωση. Ενοχλημένος, λες και τούλαχε το κακό συναπάντημα, χασκογέλασε ηλίθια και πήρε δρόμο. Η αγνή κρητικοπούλα αντίκρυζε για πρώτη φορά έναν κόσμο, πούχε αδειάσει από αισθήματα κι αναρωτήθηκε «Μα πώς ζούσαν οι άνθρωποι μέσα σ αυτό το κατάντημα; Σ’ αυτή την ανελέητη ζούγκλα». Εξαντλημένη σπ’ την ταλαιπωρία του ταξιδιού κι απελπισμένη πήγε και κάθισε σ’ ένα παγκάκι κι άφησε χάμω το σάκο της. Οι ώρες περνούσαν κι άδικα έψαχνε με το βλέμμα της μέσα σ’ αυτό, το ετερόκλητο πλήθος απ ΄όλες τις φυλές της γης, να ξεδιακρίνει κάποιο δικό της, ωσότου ξέσπασε σ’ ένα σπαραχτικό κλάμα και σε κραυγές απόγνωσης. -«Δεν με λυπάται κανένας σε τούτο τον τόπο; Δεν είστε μπρε σεις, Χριστιανοί;» Ωστόσο κανένας δεν την άκουγε και καμιά απάντηση δεν έπαιρνε. Καμιά «πόρτα» δεν άνοιγε. Οι άνθρωποι ήταν «κλεισμένοι», «αμπαρωμένοι», απομονωμένοι, απόμακροι. Ώρες και ώρες μέσα στην αναστάτωση της απέραντης αίθουσας και στο χάος της ανθρωποθάλασσας η γυναίκα δεν έπαυε να κλαψουρΐζει. Άξαφνα μια καμπανιστή, αντρική φωνή λες και την ξύπνησε από κάποια νάρκη. – «Από πού ξεφύτρωσες κοπελιά μου; Σ’ αυτό τον τόπο χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα». Ένα φωτάκι φάνηκε επιτέλους ν’ αχνοφέγγει στο βάθος του τούνελ. Ο από μηχανής θεός ήταν ένας άντρας μέσης ηλικίας. Ο Στάθης ήταν ένας ναυτικός από τη Μυτιλήνη. Σαν είδε στην ταξιδιωτική τσάντα τις λέξεις «Αθήνα – Νέα Υόρκη», στάθηκε μπροστά της μαζί μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Ο παλιός θαλασσόλυκος, σε κέρδιζε με το νησιώτικο ψυχισμό και την ξεκάθαρη ντομπροπύνη. Δούλεψε για πολλά χρόνια σε γκαζάδικο κι έφαε τη θάλασσα με το κουτάλι. Αφού περιπλανήθηκε ανά τον κόσμο, τελικά την άραξε στη Νέα Υόρκη και κατέληξε να γίνει ταξιτζής. Άκουσε την ιστορία της γυναίκας, τη σπλαχνίστηκε και της μίλησε ξεκάθαρα. -«Μη στεναχωριέσαι κοπελιά μου. Έγινε κακή συνεννόηση. Μπερδευτήκατε. Άφησε την υπόθεση σου επάνω μου και μη νοιαστείς από εδώ κι εμπρός. Τρέχω να βρω ένα αντρόγυνο, που περιμένω απ’ την πατρίδα και φτάνω αμέσως». Περασμένα μεσάνυχτα το ταξί περιπλανήθηκε πάνω από μια ώρα στις λεωφόρους της απέραντης μεγαλούπολης. Τελικά ο Στάθης βρήκε κάπου εκεί προς το Σέντραλ Πάρκ τη διεύθυνση του σπιτιού, πάρκαρε στην. άκρη του δρόμου κι άφησε τη γυναίκα, χωρίς να δεχτεί, να πάρει καμιά αμοιβή. «Φεύγω, με περιμένει η καλή μου η Μαίρη» είπε στα γρήγορα κι έγινε καπνός. Η Ερασμία ανέβηκε διστακτικά την πέτρινη σκάλα της πολυκατοικίας, με την παραδοσιακή αμερικάνικη αρχιτεκτονική και χτύπησε το κουδούνι. Από ένα τόσο δα παραθυράκι άνοιξε ένα μικροσκοπικό παντζούρι. Πρόβα¬λε το μούτρο του ένας μαύρος Αφροαμερικάνος και την αναμέτρησε με το ερευνητικό του βλέμμα από τα νύχια ως την κορφή. Μόλις που την κοίταξε και μόλις που εκείνη πρόφτασε ν’ αρθρώσει δυο λέξεις: «Τζιμ Πάπας» κι αμέσως το παράθυρο έκλεισε απότομα μπροστά της, αφήνοντας την άναυδη. Στα επανειλημμένα χτυπήματα του κουδουνιού, που σήμαιναν απόγνωση κι απελπισία, άνοιξε και πάλι το παραθυράκι, αλλά ο θυρωρός φάνηκε τώρα νάχει φουρκιστεί. – «Get away. «Φεύγα» την πρόσταξε και με το επιθετικό του ύφος της έδωσε να καταλάβει, πως τώρα δε σήκωνε, να επιμένει άλλο. Η Εράσμια ήταν ψημμένη στη ζωή κι είχε ωριμάσει από νωρίς. Είχε μάθει, να μην την κυριεύει ποτέ η απογοήτευση. Μπόρα είναι και θα περάσει, συλλογίστηκε. Συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Το πήρε απόφαση,- πως θάβγαζε τη νύχτα στο πεζοδρόμιο. Σταυροκοπήθηκε, για ν’ αντλήσει κουράγιο και κάθισε σένα σκαλοπάτι, για να περιμένει, νάρθει το ξημέρωμα. Από καιρό σε καιρό στέκονταν κάποιοι περαστικοί τύποι και την παρατηρούσαν με πρόστυχη περιέργεια. Διάφοροι αλήτες, κοινωνικά απόκληροι, φάτσες ύποπτες του σκοινιού και του παλουκιού. Από τους ρέμπελους λωποδύτες του υποκόσμου, μέχρι τους αλκοολικούς και τους χασικλήδες. Άρχισε να ρίχνει χιονόνερο και το κρύο έγινε τσουχτερό. Κάποιος άξαφνα μ’ επιδεξιοσύνη ταχυδακτυλουργού, της άρπαξε τα γοβάκια, ενώ ένας άλλος την ίδια στιγμή και στο άψε σβήσε, της έπαιρνε το σακβουαγιάζ και γινόταν καπνός. Στο μεταξύ οι περιθωριακοί τύποι δεν έπαυαν να την κοιτάζουν με το ίδιο πάντοτε παράξενο βλέμμα τους, να διασκεδάζουν με το χάλι της, να χασκογελούν κάνοντας της γελοίες γκριμάτσες, μορφασμούς, άσεμνες χειρονομίες και άλλα ακατανόητα πράγματα. Όσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότεροι μαζεύονταν εκεί. Λες και τους είχε καβαλήσει ο δαίμονας και ξεσπούσαν την κακομοιριά τους απάνω της. Με το που τους έβλεπε, να την περιγελούν και να τη χλευάζουν, η Εράσμια ένιωθε αηδία κι έτρεμε απ’ το κρύο κι απ’ το φόβο. Κάποιος τύφλα στο μεθύσι που είχε πιει το μισό περιεχό¬μενο ενός μπουκαλιού, το έστρεψε και άδειασε το υπόλοιπο επάνω της. Η άβγαλτη χωριατοπούλα με την αγνή ψυχή στην απελπισία της. σαν είδε να βρίσκεται μόνη στο έλεος αυτών των άθλιων, που δεν είχαν έλεος, έκανε σαν τρελή. Ξέ¬σπασε και πάλι σ’ ένα κλάμα, αλλά τώρα το κλάμμα της δεν ήταν μουρμούρισμα, αλλά κλάμα σπαραχτικό, ήταν βοερές κραυγές για τη μοίρα της και για το κατάντημα της, για το μαύρο κι αξιοθρήνητο χάλι της. Τα ξεφωνητά της ακούγονταν ως πέρα μακριά και οι κινήσεις των χεριών, έδειχναν ξέσπασμα απελπισίας, άνθρωπο που είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Χωρίς να τη χτυπήσει κανένας αυτή τη φορά, η πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε κι άξαφνα ένα στιβαρό χέρι άρπαξε τη δυστυχή γυναίκα και την έσυρε μέσα. Φαίνεται ότι ο μαύρος θυρωρός, τη συμπόνεσε και συναισθάνθηκε επιτέλους, ότι εκεί έξω η φτωχή τουρτούριζε, ότι υπόφερε και ότι ζητούσε ένα χέρι βοήθειας. Τη συνόδευσε μέχρι το διαμέρισμα του αδελφού της κι αφού της έδειξε έναν καναπέ, βγαίνοντας ξανακλείδωσε. Μετά από τον τρομερό εφιάλτη της παγωμένης νύχτας με όλα τα αναπάντεχα περιστατικά και καθώς το τζάκι τώρα γέμιζε το δωμάτιο γλυκεία θαλπωρή, η Εράσμια χαλάρωσε και αποκοιμήθηκε. Δεν πρόφτασε όμως να χαρεί τον ύπνο. Κάποιο χέρι τη σκούντησε κι ανοίγοντας τα μάτια, είδε μπροστά της όλα τα μέλη της οικογένειας του αδελφού της γελαστά και ευχαριστημένα, που επιτέλους την εύρισκαν. Η Σάλλυ ξεφώνιζε, όπως το συνήθιζε απ΄ τη χαρά της και τα παιδιά άρχισαν να χορεύουν και να αναπηδούν στο ρυθμό ενός κουνιστού ροκ. Την επόμενη μέρα ο Κρις την πήρε μαζί του, στο νοσοκομείο που εργαζόταν και η Εράσμια άφηνε τα πράγματα, να πάρουν το δρόμο τους… Μετά από τη σωστή θεραπεία είχε γίνει περδίκι. Από δω κι εμπρός όλα θ’ άλλαζαν, η κοινωνία, τα πρόσωπα, οι συνθήκες… Την ευχαριστούσε να βγαίνει τ’ απογεύματα. Συνήθιζε να πηγαίνει μέχρι το Σέντραλ Παρκ. Εκεί γύρω πουλούσαν σουβλάκια πολλοί ρωμιοί και κάποτε έπιασε φιλίες με τη γυναίκα ενός απ’ αυτούς. Εκείνο το κρίσιμο βράδυ δεν έλεγε να τελειώσει το κουβεντολόι της με την πολυλογού ηπειρώτισσα. Είχανε να πούνε και είπανε πολλά, όπως το συνήθιζαν, αλλά ξεχάστηκαν στη φλυαρία κι είχε κι όλα νυχτώσει για τα καλά. Στο δρόμο της επιστροφής ενώ η γυναίκα βάδιζε ξένοιαστη στο πεζοδρόμιο, άξαφνα πήρε το μάτι της από μακριά ν’ αργοσαλεύει μια σκιά. Αυτή η μυστηριώδης φιγούρα φάνηκε να κινείται ύποπτα, μακριά απ’ τα φώτα. Οπωσδήποτε όλα έδειχναν, ότι ήθελε να περνά απαρατήρητη, να μη γίνεται αισθητή η παρουσία της. Οι τρόποι της, η συμπεριφορά της ήταν ένα αίνιγμα, λες κι επρόκειτο να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη κάτι το αναπάντεχο. Για μια στιγμή την είδε να σιμώνει σ’ έναν κάδο σκουπιδιών. Η σκοτεινή σιλουέτα στάθηκε, κοίταξε δειλά δεξιά κι αριστερά, σιγουρεύτηκε, πως κανένας δεν την έβλεπε, απίθωσε χάμω ένα μεγάλο πάνινο αντικείμενο κι ευθύς αμέσως χάθηκε. Η Εράσμια από φυσικού της περίεργη, έτρεξε παρ’ ευθύς και σήκωσε από χάμω το μεγάλο πάνινο «πακέτο». Με το που αντίκρυσε το περιεχόμενο, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Κοιτούσε αποσβολωμένη, ώρα πολλή. Χά¬ζεψε. Χριστός κι Απόστολος, ψιθύρισε. Ήταν ανήκου¬στο, απίστευτο και όμως αληθινό. Μέσα σε μια αξιο¬θρήνητη κουρελαρία βρισκόταν ένα μωράκι, μια ζωντα¬νή κουκλίτσα, που κάποια ανελέητη, μάνα κατ’ όνομα, το πέταξε εκεί χάμω ανάμεσα στα σκουπίδια, χωρίς ίχνος ενοχής. Η χωριατοπούλα τα σάστισε. Μόλις ξεπέρασε το σοκ κι ήρθε στα συγκαλά της, κοίταξε το μωρό τρυφερά με στοργή και συμπόνια και τόσφιξε στην αγκαλιά της. Χάιδεψε το προσωπάκι του απαλά, άγγιξε τα παγωμένα χεράκια του, για να σιγουρευτεί πως δεν ονειρευόταν. Το πλασματάκι που ήρθε αναπάντεχα από το πουθενά, σαν άγγελος ελπίδων, της έσκασε ένα ολόγλυκο χαμόγελο. Εκείνες τις ασύλληπτες, τις υπερούσιες στιγμές λες κι είχαν ανοίξει οι ουράνιες πύλες. Η ζωή της φτωχής γυναίκας άλλαζε από τη μια στιγμή στην άλλη. Τώρα πια δεν ήταν μόνη. Απ’ εδώ κι εμπρός δε θα ζούσε μέσα στην ερημιά και στη μοναξιά. Είχε κοντά της, πλάι της μια ψυχούλα, έναν δικό της ολοδικό της άνθρωπο να τον νοιαστεί, να τον φροντίσει, να τον προσέξει. Ευχαριστούσε το Χριστό για το ανέλπιστο θεϊκό δώρο!… Από μια ξαφνική παρόρμιση γονάτισε και προσευχήθηκε… Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα για το θαύμα μιας απρόσμενης άνοιξης!… Η Εράσμια γεύτηκε την πίκρα και την απόλυτη μελαγχολία που κρύβει η ανελέητη ζούγκλα των μεγαλουπόλεων. Στάθηκε όμως τελικά τυχερή. Είχε νικήσει τη θλιβερή μοναξιά μια για πάντα!… Επίμετρο: Μετά από ενέργειες του Τζιμ βγήκε δικαστική απόφαση υιοθεσίας, με την οποία η Εράσμια απέκτησε όλα τα νόμιμα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απέναντι στο παιδί. Το πήρε στο χωριό, το ανάθρεψε, το μεγάλωσε και το ανάσταινε σα νάτανε δικό της παιδί. Πίστευε, ότι της το έστειλε ο Χριστός, γιαυτό και στα βαφτίσια του το ονόμασε Χριστόφορο. Ο Χριστόφορος την αγάπησε σαν αληθινή μάνα και δέθηκε με το χωριό. Όταν μετά πια από χρόνια έγινε άντρας, πήρε τρακτέρ, δούλεψε σκληρά και ξεχέρσωσε όλη την πατρογονική γη. Φύτεψε ελιές, αμπέλια και ξινόδεντρα. Η ψυχή του έγινε ένα με τη γη, γιατί σ’ αυτήν βρήκε το βαθύτερο νόημα της ζωής. Σήμερα είναι ένας από τους μεγαλύτερους αγροτικούς παραγωγούς της Κρήτης. Η ιστορία αυτή, διασκευασμένη λογοτεχνικά σε διήγημα, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Τα ονόματα των πρωταγωνιστών έχουν αλλάζει.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Πολύ ωραίο

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 10 Αυγούστου 2009 @ 7:59 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: