Άγονη γραμμή

10 Αυγούστου 2009

«ΑΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟ ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ»

Filed under: Άγονη Γραμμή — Άγονη Γραμμή @ 9:01 πμ
Tags:

Ai Nikolas

Ένα άρθρο από τον αείμνηστο δκηγόρο Μιχάλη  Μυρ.Παπαδάκη, πολυγραφόταο ερευνητή της τοπικής ιστορίας του Ρεθύμνου

Στην περιοχή του Αγίου Νικολάου της πόλης μας, γνωστή σήμερα σαν περιοχή κολυμβητηρίου, υπάρχει η ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Η εκκλησία αυτή ήταν από τις γραφικότερες της πόλης μας μια και βρεχόταν από βόρεια, ανατολικά και δυτικά από τη θάλασσα και έμοιαζε από μακρυά σαν γλαροπούλι πάνω σε βράχο. Σήμερα είναι κρυμμένη πίσω από πολυκατοικίες. Για τους παλαιότερους συνδυάζεται με τις ημερήσιες εκδρομές στο δημοτικό μια και την εποχή του 50 – 60 θεωρείτο εκκλησία εκτός πόλης.

Το ιστορικό της εκκλησίας αυτής αναφέρει ο αείμνηστος Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνης και ερευνητής Μιχαήλ Παπαδάκης σε άρθρο του στο φύλλο 7487/6-12-1970 της Κρητικής Επιθεώρησης. με τον τίτλο «ΑΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟ ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ» Το άρθρο αυτό αναδημοσίευσε ο φίλος Γιάννης Δογάνης σε εφημερίδα και ημερομηνία που δεν θυμόταν να μου πει.

Σκοπός της σημερινής πλήρης αναδημοσίευσης με την αρχική γραφή του άρθρου είναι να τιμήσω τον Άγιο των θαλασσινών, όπως και τους πρώτους που εργάστηκαν για την κατασκευή της εκκλησίας και να παροτρύνω ορισμένους, που ασχολούνται με την εκκλησιαστική έρευνα, να ψάξουν καλύτερα για την αληθινή ιστορία της εκκλησίας, μια και η εκκλησία έχει κτιστεί στη τοποθεσία «εβραϊκά μνήματα», που παλαιότερα υπήρχε το εβραϊκό νεκροταφείο.

Πριν πολλά χρόνια ήταν στο Ρέθεμνος ένας γέρος άνθρωπος, φτωχός και άγνωστος, λιγομίλητος και σκεφτικός, μα καλόκαρδος και θρήσκος. Στην εκκλησία πήγαινε πρώτος και τελευταίος έφευγε και όπου μπορούσε έκανε το καλό. Καθόταν κοντά στη Σωχώρα σ’ ένα μαγαζάκι. Δηλαδή εκεί κοιμόταν τη νύχτα. Την ημέρα έκανε θελήματα και ξύλα και απ’ αυτά έβγανε το ψωμί του. Κανένας δεν ήξερε από πού ήταν η καταγωγή του. Έλεγαν μόνο, πως στα νιάτα του είχε δράσει στα Χανιά. Είχε σκοτώσει μερικούς Τούρκους και για να τον προφυλάξουν οι Χριστιανοί πρόκριτοι από αντεκδικήσεις, τον έστειλαν στο Ρέθεμνος. Μια νύχτα βαθιά και σκοτεινή του Οκτώβρη στα 1911, είδαν από το σταθμό Χωροφυλακής της Σωχώρας, της Κρητικής Πολιτείας τότε, ένα φανάρι που πήγαινε και ερχόταν στην απέναντι ακτή του Καναρά, για ώρα πολλή, μα αδυνατούσαν να εξηγήσουν το αίτιο. Δεν ήταν το φως στη θάλασσα για χταπόδια ή καβρούς. Ήταν στη ξερή στεριά, στην άγονη γης που δεν φυτρώνουν παρά μόνο μερικά καχεκτικά χαμόκλαδα, μελαγχολικό στολίδι της πετρώδικης γυρογιαλιάς. Ούτε και σπίτι κανένα ήταν τότες σ’ εκείνη την περιοχή, Γι΄ αυτό αποφάσισαν να πάνε ο υπενωμοτάρχης Σταράς και ο χωροφύλακας Λουσκάκις. Αυτοί αποτελούσαν την Καταδίωξι και επιπλέον ήσαν παιδονόμοι. Όταν έπιαναν κανένα παιδί να ατακτεί, το έδερναν αμέσως, κι έτσι κλαημένο το οδηγούσαν από το αυτί στον πατέρα του. Πήγαν λοιπόν εκεί που είχε φανεί το φως αλλά εν τω μεταξύ το φανάρι είχεν εξαφανισθή. Ψάξανε παντού μέχρι το πρωί αλλά δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν τίποτα. Ο Λουσκάκις ήταν Τούρκος. Και όταν φεύγανε το πρωί για το σταθμό άπρακτοι, ακούστηκε να λέει στο Σταρά.

-Βαλλαϊ μωρέ Αντώνη δεν είναι καλό πράμα.

Ο άλλος έβαλε κάτω την κεφαλή του και δε μίλησε.

Το άλλο βράδυ πάλι τα ίδια. Ο Σταράς με τον Λουσκάκι παραφύλαξαν. Δεν είδαν τίποτα εκτός που το έδαφος παρουσιαζόταν σκαλισμένο σε μερικά σημεία, εδώ και εκεί. Το τρίτο βράδυ τούτοι οι αστυνομικοί ενισχυμένοι με άλλους δύο, έφτασαν μόλις νύχτωσε και κρύφτηκαν γύρω στο σκαμμένο χώμα. Φρόντισαν να μη φαίνονται κι απ’ εκεί παρακολουθούσαν.

Περασμένα τα μεσάνυχτα άκουσαν βήματα και πλησίαζαν μέχρι που έφτασαν στο σκάψιμο. Εκεί διέκριναν τον Πέτρο, έτσι έλεγαν τον γέρο που λέμε στην αρχή, ν’ ανάβει ένα φανάρι, να προσεύχεται και ν’ αρχίζει το σκάψιμο. Αυτός δοκίμασε να φύγει αλλά ο Σταράς διάταξε.

-Αναπαημένος!

Είδε ο γέρο Πέτρος πως δεν μπορούσε να φύγη, στάθηκε κι οι χωροφύλακες άρχισαν να τον ανακρίνουν. Αυτός δεν μιλούσε. Είπε μόνο σαν τον ζορίσανε.

-Να με πάτε στον Αξιωματικό και σ’ αυτόν θα πω.

Αξιωματικός ήταν στο σταθμό ένα ηλικιωμένος ανθυπασπιστής. Ο κ. Γκαλονόμος. Ψηλός, αδύνατος, αφοσιωμένος στο καθήκον μέχρι και της πιο μικρής λεπτομέρειας, πιστός στον όρκο του, Ιαβέρης σωστός. Είχεν ορκισθή πίστη και αφοσίωση στον Πρίγκιπα Γεώργιο και τήρησε τον όρκο του. Δεν ακολούθησε τον Μεγάλο Βενιζέλο, όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί δεν ήθελε να γενεί φιόρκος (επίορκος).

Σ’ αυτόν λοιπόν πήγαν τον γέρο Πέτρο, που τον ρώτησε:

-Ίντα γυρεύεις εκειά που σκάφτεις;

-Θεού φώτισι, παιδί μου.

-Μωρέ ίντα Θεού φώτισι; Όποιος σκάφτει στο ξερό χαράκι είναι μπουνταλάς!

Τότες ο γέρο-Πέτρος άρχισε να λέη πως ο Αη- Νικόλας του έλεγε εδά πολλά βράδυα στον ύπνο του, πως εκεί που σκάφτει είναι μια εκκλησία παληά, στο όνομά Του. Και τον προστάζει να’ ρθει να την ξεθάψει, Και ούτε μπορεί να ησυχάσει από τις προσταγές του Αγίου αν δεν την βρη. Και πως άκουσε τα προηγούμενα βράδυα τα βήματα των χωροφυλάκων από την ώρα που αυτοί φτάνανε στα οβρεϊκά μνήματα, αλλά έφευγε προς τη θάλασσα γιατί δεν ήθελε να μαθευτεί το μυστικό του Αγίου.

Εν τω μεταξύ ξημέρωσε και «το μυστικό του Αγίου» κυκλοφόρησε γρήγορα στη μικρή πολιτεία. Ο Πέτρος αφέθηκεν ελεύθερος και με κι’ άλλους ευλαβικούς χριστιανούς όλη την ημέρα έσκαβαν χωρίς ν’ αναπαυθούν, ούτε να φάνε. Και το βραδάκι βρήκανε θεμέλια. Τα αποκάλυψαν. Ήταν τα θεμέλια μιας εκκλησίας. Με το ιερό και με τις πόρτες.

Τις μέρες που ακολούθησαν πήγαν όλοι οι Ρεθεμνιώτες να ιδούν και να κάμουν το σταυρό τους. Οι γυναίκες βαστούσαν θυμιατά και λιβάνια και θύμιαζαν.

Ύστερα μερικοί Χριστιανοί πρωτοστάτησαν, ανοίχτηκαν και κτίστηκαν τα θεμέλια της εκκλησίας, οι ίδιοι Χριστιανοί μετά έστησαν στον αμαξωτό δρόμο Ρεθύμνης- Χανίων, που όμως τότε δεν πήγαινε μακριά. Έβαλαν την εικόνα του Αγίου μέσα, λιβάνι, κερί κι έγραψαν στον απέναντι τοίχο επιγραφή με μαύρα γράμματα που σώζεται ακόμη, και λέει: «Παρακαλείσθε οι διαβάτες ‘όσοι θέλετε’ να ρίπτετε τον οβολό σας δια την αποπεράτωσιν του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου».

Έτσι μαζεύτηκαν λίγα- λίγα τα χρήματα και με το κουτί που περιέφερε κάθε Σάββατο ή την παραμονή κάθε μεγάλης εορτής στο Ρέθεμνος, ο μακαρίτης έμπορος από το Ατσιπόπουλο Ιωάννης Βλαστός με τον Στυλ. Βαλαράκι, εις λειτουργίες, τα τάματα των πιστών και την εθελοντική εργασία των Ρεθεμνιωτών, κτίστηκε το ωραίο εκκλησάκι που βλέπομε σήμερο.

Ο Γιάννης Κανακάκις, Ρεθεμνιώτης γλύπτης εφιλοτέχνισε το θαυμάσιο μαρμάρινο τέμπλο της εκκλησίας, χωρίς να πάρει αμοιβή.

Τέσσερις μεγάλες εικόνες που είναι στο τέμπλο, στη μεριά του και στην άλλη, του Αγίου Νικολάου, του Σωτήρος Χριστού, της Θεομήτορος και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, είναι έργα του ζωγράφου Κόντογλου του Κυδωνιέως, του διαλεχτού αυτού μύστη της Αγιογραφίας, όλες δωρεές θεοσεβών Χριστιανών.

Τα μανουάλια, είναι έργο του Ρεθυμνιώτη χαλκουργού Στυλ. Βαλαράκι, και αφιέρωμα του ιδίου και του Ιωάννη Βλαστού. Κι ο γέρο- Πέτρος μετά δύο- τρία χρόνια, άμα βρήκε την εκκλησία, όταν ένιωσε πως πλησιάζει το τέλος του, αποχαιρέτισε τους λιγοστούς φίλους του, έκαμε την προσευχή του στην ατέλειωτη ακόμη τότε εκκλησία και έφυγε για το χωριό του. Βρέθηκε ένας γνωστός του από το Κολυμπάρι της Κισσάμου και είπε πως νύχτα πήγε στο πατρικό του σπίτι ο γέρο- Πέτρος, που τώρα ήταν έρημο και χαλασμένο, σωστό ερείπιο. Και το πρωί όταν ξημέρωσε τον βρήκαν οι χωριανοί του πεθαμένο μπροστά στην πεσμένη πόρτα, νεκρό και με το δεξιό του χέρι στον αριστερό ώμο.

Ο θεοσεβής άνθρωπος την τελευταία του στιγμή, καθώς έκανε το σταυρό του, τον βρήκεν ο θάνατος!

30-11-2004

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Χάρη νομίζω πως πρέπει να διευκρινιστεί ότι Μιχάλης Παπδάκης του παραπάνω άρθρου αλλά και του Σκουλή Μπαμπά που δημοσίευσες προ ημερών, δεν είναι άλλος από τον αείμνηστο δικηγόρο Μιχάλη Μυρ. Παπαδάκι, πολυγραφότατο ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας.

    Σχόλιο από Γιάννης Παπιομύτογλου — 10 Αυγούστου 2009 @ 11:06 μμ | Απάντηση

  2. 1.Χάρη νομίζω πως πρέπει να διευκρινιστεί ότι Μιχάλης Παπδάκης του παραπάνω άρθρου αλλά και του Σκουλή Μπαμπά που δημοσίευσες προ ημερών, δεν είναι άλλος από τον αείμνηστο δικηγόρο Μιχάλη Μυρ. Παπαδάκι, πολυγραφότατο ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας.

    Σχόλιο από Γιάννης Παπιομύτογλου — 10 Αυγούστου 2009 @ 11:10 μμ | Απάντηση

  3. Πολύ καλό αυτό Χάρη. Πράγματι δεν ήξερα και μάλλον όλοι οι ρεθεμνιώτες την ιστορία του ναίσκου αυτού. Ο Γκαλονόμος άραγε ήταν από το Άδελε; Εκεί απαντάται το επώνυμο και ήταν προ του 1900 οπλαρχηγός. Ήταν το ίδιο πρόσωπο;

    Σχόλιο από Παναγιώτης Μιχ. Παρασκευάς — 12 Αυγούστου 2009 @ 8:14 μμ | Απάντηση

    • Τάκη, απ’ ότι ξέρω η οικογένεια των Γκαλονόμων έλκει την καταγωγή από το χωριό Βάτος Αγίου Βασιλείου.

      Σχόλιο από Γιάννης Παπιομύτογλου — 14 Αυγούστου 2009 @ 8:10 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: