Άγονη γραμμή

31 Αυγούστου 2009

Η άβυσσος

Filed under: Παπαδάκη Ασπασία — Άγονη Γραμμή @ 9:37 πμ
Tags:

Ήταν πια ξημερώματα Σαββάτου. H πάχνη του χλωρού χορταριού μόλις είχε καλύψει την πεδινή έκταση γύρω από την πόλη της Αθήνας. Ο ήλιος ξεπρόβαλλε από την μπλε βαθιά θάλασσα και έδινε ένα χάδι στο γαλάζιο, καθάριο ουρανό.

Η πρώτη ακτίνα ήταν αυτή που έκανε το Λάμπρο να ανοίξει τα κουρασμένα, θαμπά, άδεια μάτια του, που λες και έχαναν το φως τους από αυτό τον άμοιρο κόσμο. Σηκώθηκε, έκανε τη συνηθισμένη, καθημερινή, πρωινή ετοιμασία με καρδιά βαριά, λες και είχε πια χάσει το νόημα, να είχε πια σταματήσει να αναρωτιέται, να ασχολείται με οτιδήποτε ευχάριστο ή χαρούμενο. Το μόνο που τον κυρίευε ήταν το παράπονο και η απογοήτευση για το φανατισμό, που κυριαρχούσε σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι, σε  κάθε ψυχή. Όμως όσο και να μην νοιαζόταν για τη μονότονη αυτή ρουτίνα, δεν μπορούσε να φανταστεί, ούτε καν να σκεφτεί, πως αυτή η μέρα θα τέλειωνε τελικά.

Το μικρό, αθώο προσωπάκι του αγνού, μονάκριβου παιδιού του αντανακλούσε τις ζεστές ακτίνες του ήλιου, που τρεμόπαιζαν ανάμεσα στις καφετιές κουρτίνες. Πόσο του άρεσε να το κοιτάζει την ώρα που κοιμόταν! Αγαλλίαζε η ψυχή του, άδειαζε το μυαλό του από τις σκοτούρες με την εικόνα αυτού του μικρού αγγέλου. Όμως, όσο και να προσπαθούσε, δεν γέμιζε την καρδιά του αυτό το άτυχο παιδί, δεν ήταν αυτό που έψαχνε. Η μοναξιά του φαινόταν ακόμα αφόρητη. Όλο το σώμα του ήταν μουδιασμένο, ήθελε τόσο να το αγαπήσει, τόσο να το νοιαστεί. Αυτή η αδιαφορία τον καταρράκωνε, τον απομάκρυνε και τον άδειαζε σιγά σιγά.

Τον εαυτό του δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Ο θάνατος της γυναίκας του ήταν που τον έκανε πιο αδύναμο.  Ναι, αυτός ήταν, αυτός τον βύθιζε στα σκοτάδια του άλλου κόσμου, του δικού του μπερδεμένου κόσμου. Η έλλειψη ενός ζεστού κορμιού ήταν ένα σαράκι, που είχε εγκατασταθεί μέσα του, από τη στιγμή που πέθανε η γυναίκα του και τον έτρωγε κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Τον έτρωγε η ατελείωτη θλίψη, ο ανοργάνωτος ψυχικός τουκόσμος και η διαφωνία στη συνεργασία των μελών του. Η γυναικεία αγκαλιά, το χάδι κάθε μέρας ήταν το ανεκπλήρωτο κομμάτι του. Η γυναίκατου ήταν αυτή που τον είχε κάνει να αγαπήσει τη ζωή, το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα της. Όταν ζούσε αυτή, μπορούσε να το αγαπήσει. Τη στιγμή που το φως χάθηκε από τα μάτια της, αυτός φώναξε, άρχισε να τρέμει λες και ηλεκτρισμός χιλιάδων βολτ τον διαπερνούσε. Αυτό ήταν και το συναίσθημα που ένιωθε κάθε στιγμή που έφερνε αυτό το τραγικό γεγονός στο μυαλό του. Αυτό ήταν και το χαρακτηριστικό του σημερινού ξημερώματος.

Το αβέβαιο βλέμμα του  σύρθηκε από το πάτωμα και κατευθύνθηκε  προς  το παλτό του. Το καφέ παλτό του, που ήταν πεταμένο, ξεχασμένο στη γωνιά, ήταν τότε η μονή του σκοτούρα. Το πήρε, το φόρεσε αδιάφορα, μηχανικά. Γιατί ο θεός τον άφηνε έτσι; Γιατί είχε σταματήσει να τον φροντίζει, να νοιάζεται γι’ αυτόν; Η πίστη ήταν το μόνο που τον κρατούσε από την αυτοκτονία, που τον εμπόδιζε να πηδήξει από το τελευταίο σκαλοπάτι.

Άνοιξε την πόρτα και, σαν βγήκε από το κατώφλι, ο ήλιος τον τύφλωσε. Τα θαμπά του μάτια δεν καθρέπτιζαν πια το φως της ημέρας. Ήταν άδεια. Δεν ήθελαν να δουν την πραγματικότητα, αλλά οτιδήποτε έξω από αυτήν. Ο ήλιος εκείνης της ημέρας ήταν που είδε για τελευταία φορά, αν και τον προσπέρασε.

Μόνος του ξανά προχώρησε στον ίδιο μελαγχολικό, πέτρινο δρόμο της γειτονιάς του και με βήμα αργό, άσκοπο κατευθύνθηκε προς τον προορισμό του, τη συνέλευση που είχαν διοργανώσει οι συγγενείς και οι πολίτες της περιοχής. Καθώς περπατούσε, ένιωθε έναν πόνο τόσο δυνατό, σαν να έμπηγαν ένα μαχαίρι σουβλερό, ανυπολόγιστα κοφτερό, στο στήθος του με όλη τους τη δύναμη. Ο πόνος αυτός δεν ήταν άλλος από αυτόν της εκμετάλλευσης, της απεριόριστης εκμετάλλευσης που είχε υποστεί από τους συγγενείς. Τότε ήταν που κατάλαβε τι σήμαινε γι’ αυτούς, γιατί μόνο τον υπολόγιζαν. Άλλο ένα πλήγμα. Δεν ήξερε γιατί τον πονούσε τόσο αυτή τους η αδιαφορία, αυτή τους η απερισκεψία. Όσο κι αν προσπαθούσε να πνίξει, να απαλύνει τον πόνο, να τους ξεχάσει, τόσο πιο πολύ υπέφερε. Τότε ήταν που αναρωτήθηκε: «Έτσι τελικά είναι οι άνθρωποι; Έτσι έχουν καταντήσει; Να κατασπαράζονται από τη λαχτάρα τους για εξουσία;» Με αυτή την, ερώτηση συνέχισε το δρόμο του…

Μετά από μισή ώρα αφόρητης απογοήτευσης και με τις αμέτρητες άδειες ψυχές των ανθρώπων να κατασπαράζουν αχόρταγα τα σωθικά του, έφτασε στο εκλογικό κέντρο άνω Πατησίων. Εκεί ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, γεμάτοι ανούσιο πάθος και θαυμασμό για τον Κωνσταντίνο, τον τρανό και αψεγάδιαστο για αυτούς ηγέτη. Εκεί συγκεντρώνονταν και, κυριευμένοι από κακία και έκσταση για τον αντίπαλο τότε Βενιζέλο, σχεδίαζαν πανό και διαδηλώσεις. Η λύσσα τους ήταν αυτή που τους τύφλωνε. Τους μετέτρεπε σε μανιασμένα άψυχα ζώα, που λες και είχαν μήνες να φάνε, ψάχνουν απεγνωσμένα λίγη τρoφή , λίγη εξουσία, λίγη ικανοποίηση. Επιπλέον ούτε καν λογάριαζαν τι ένιωθαν κάποιοι με ουδέτερη άποψη. Δεν σκέφτονταν τι αισθάνονταν, τι καταπίεση δέχονταν, πόσο πολύ υπέφεραν.

Εκεί ο Λάμπρος καθόταν σε μία γωνιά, αμίλητος, αποκομμένος από την φασαρία και το βανδαλισμό∙ εκεί μόνος του με τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Το μυαλό του έκανε λίγο χώρο για μια σκέψη του και το σώμα του για το κομμάτι του εαυτού του που δεν έλειπε, δεν  χανόταν στο πλήθος της αίθουσας. Η απορία του ήταν: Γιατί, γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο κουτοί, τόσο μεροληπτικοί; Τι το σημαντικό, ποια η διαφορά μεταξύ των δύο ονομάτων, ποιο το όφελος;». Και αυτή ήταν που απασχολούσε  ένα μέρος του. Κείνη τη στιγμή ήταν που αποφασίστηκε και η πρώτη διαδήλωση, το πρώτο «επαναστατικό» κίνημα.

Λίγες ώρες αργότερα οι αμέτρητοι οπαδοί του Κωνσταντίνου είχαν κιόλας ξεχυθεί στους δρόμους. Τα επαναστατικά πανό ανέμιζαν μπροστά από το χείμαρρο πολιτών και επιθυμούσαν ακόμη περισσότερο να κατασπαράξουν ό,τι τα εμπόδιζε, να καταστρέψουν, να διχάσουν και να πάρουν ζωές άσκοπα, μόνο και μόνο για ευχαρίστηση. Όποιος δεν δεχόταν τα κηρύγματα των καταστροφικών αυτών συνθημάτων και προσπαθούσε να τους εναντιωθεί, ζούσε μία κόλαση. Δεν κατάφερνε τίποτα παρά μπλεκόταν ανάμεσα στους μαγεμένους υποδούλους τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν ν’ αντιδράσουν και συνέχιζαν το παραπλανητικό και σαρωτικό έργο τους. Το αίμα είχε ήδη χυθεί, είχε γίνει μαύρο μες στις καρδιές των ανθρώπων, δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα πια!

Ο Λάμπρος προχωρούσε ανεπηρέαστος, καταρρακωμένος και χαμένος  μες στα βάθη του μυαλού του, ίσως σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή, χωρίς να τον απασχολεί τίποτα. Τότε ήρθε η κρίσιμη στιγμή. Τότε ήταν που σημειώθηκε το τελευταίο πλήγμα στη βουβή και άσκοπη ζωή του. Τότε ήταν που ήρθε η χαριστική βολή, που ο ουρανός ενώθηκε με τη γη, που το φως εξαφανίστηκε και την ψυχή του πλημμύρισε σκοτάδι.

Καθώς το άπληστο, υπνωτισμένο και ανεξέλεγκτο μαύρο πλήθος ατόμων κατακτούσε κάθε δρόμο, κάθε σοκάκι αυτού του κόσμου, ένα άλλο λευκό, αμυντικό σώμα εμφανίστηκε μέσα σε όλο αυτό το άψυχο πλάνο. Η άμυνα κάθε φοβισμένου, που δυστυχώς δεν είχε καλές βάσεις, παρουσιάστηκε σαν μια κραυγή ελευθερίας για κάθε κρυμμένο πολίτη. Όμως από λευκό εξελίχθηκε σε κόκκινο, έτσι ξαφνικά  με μία κίνηση, με μία απροσδόκητη σκηνή.

Το οπλισμένο αστυνομικό σώμα μεμιάς συγκρούστηκε με το εξαγριωμένο πλήθος που διαδήλωνε. Τα πάντα γύρω σταμάτησαν. Μόνο ο τόπος της σύγκρουσης παρέμενε ανεπηρέαστος στο χρόνο. Ο Λάμπρος κοκάλωσε. Το άψυχο σώμα του ξαφνικά απέκτησε συνείδηση και οι σκέψεις του τώρα πια είχαν θέμα αυτό το ανεξέλεγκτο θέαμα, το οποίο εξελισσόταν μπροστά του. Αρκετοί άνθρωποι υποχώρησαν, αρκετοί ακόμη τραυματίστηκαν, αρκετά πανό έπεσαν… Όμως, αν και η υπνωτισμένη ομάδα διαδηλωτών συνήλθε από τον έλεγχο των υλικών κυρίαρχών της, οι άλλοι δήθεν προστάτες έχασαν τώρα τον έλεγχο. Αυτοί τώρα κυριεύτηκαν από μίσος, καθώς το μυαλό τους έπραττε δίχως η συνείδησή τους να συμμετέχει, χωρίς το σώμα να μπορεί να εναντιωθεί.

Η διαδήλωση άρχισε να διαλύεται, οι διαδηλωτές να προσπαθούν να ξεφύγουν. Ο Λάμπρος όμως έμενε ακίνητος, λες και τους περίμενε, λες και ήθελε να χτυπηθεί, λες και δεν μπορούσε να πράξει, αν και η σκέψη ήταν καθηλωμένη σε αυτό το αιματηρό γεγονός.

Εκείνη ήταν η στιγμή που τα όργανα της υποτιθέμενης τάξης, ήρθαν σε επαφή με τον ανήμπορο, αθώο αυτόν άνθρωπο. Εκείνο το λεπτό, το βίαιο όργανο του αστυνόμου έσκισε τη σάρκα του μάγουλού του, αφού πρώτα θρυμμάτισε και έσπασε το κάτω σαγόνι του αψεγάδιαστου προσώπου του. Ξανά το άψυχο, ανελέητο και σκληρό αντικείμενο τον χτύπησε, αυτή τη φορά στην κοιλιά, γδέρνοντας το χαλαρό, τριχωτό του δέρμα, κάνοντας το να βγάλει τα σωθικά του με ένα πνιχτό βήξιμο. Το αίμα άρχισε να κυλάει στο σώμα του. Το ατελείωτο τότε δευτερόλεπτο, αποκρίθηκε στο Θεό, με μια κραυγή αθόρυβη, που μόνο αυτός άκουγε: «Γιατί Θεέ μου; Γιατί να υπάρχει τόση αδικία, τόση απληστία;» Αλλά αυτή η κραυγή στη στιγμή χάθηκε, αμέσως ξεχάστηκε. Παρά τη σφοδρή αιμορραγία, αυτός είχε σταματήσει να νιώθει. Ο πόνος έμοιαζε αδιάφορος, δεν ήταν καθόλου οδυνηρός, λες και το σώμα δεν ανταποκρινόταν στα  φυσιολογικά  καθήκοντα, στις φυσικές συνθήκες. Ό,τι γινόταν εκεί ήταν εξωπραγματικό. Η συγκεκριμένη στιγμή, που το μυαλό του περιπλανιόταν σε όλα τα γεγονότα της ζωής του, του φάνηκε αιωνιότητα. Τ ο ότι όλη η ζωή πέρασε μπροστά του και κατάλαβε ότι δεν έζησε τίποτε, απλά προσπέρασε τα πάντα  δίχως να δίνει προσοχή στις στιγμές και τα γεγονότα, αν και η γυναίκα του, το φως του, είχε χαθεί, ήταν ένα σημάδι που έδειχνε ότι όλα τελείωναν!

Ξαφνικά οι σκέψεις σταμάτησαν, το σώμα άρχισε να έχει σπασμούς, να τρέμει, ένα περίεργο ρίγος να το διαπερνά. Μετά από λίγα λεπτά έπεσε κατεστραμμένο στο πάτωμα και η ψυχή του στο κενό. Τα πάντα σκοτείνιασαν. Ο άτονος και φαύλος αυτός κύκλος ζωής έκλεισε, έτσι απλά, έτσι απρόσμενα, έτσι απροειδοποίητα!

Το κορμί του έμοιαζε απομονωμένο εκεί στο φόντο της κόκκινης, πληγωμένης ατμόσφαιρας!…

Το σκηνικό, όταν όλα είχαν πια καταλαγιάσει, ήταν θλιβερό και απόμακρο. Οι πρώην διαδηλωτές που ήταν κύριοι πλέον των κορμιών τους, άρχισαν να περικλείουν το χώρο γύρω από τους νεκρούς. Μετά από λίγα λεπτά, όταν πια είχαν αναγνωριστεί όλα τα πτώματα, άρχισαν οι θρήνοι, τα κλάματα μετάνοιας και λύπης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν υποδειγματικά. Κανείς δεν ένιωθε το κλάμα της απώλειας ενός αγαπημένου ατόμου, αλλά αυτό της ενοχής, της τεράστιας ευθύνης που είχε κάθε άτομο απέναντι στο άλλο. Ήταν κλάμα κενό!

Στη γωνιά που κείτονταν το άψυχο σώμα του Λάμπρου είχαν μαζευτεί όλοι οι συγγενείς. Με σπαρακτικά κλάματα δικαιολογούσαν την απώλεια αυτού του ανθρώπου. Πριν ο θάνατος έλθει, δεν λογάριαζαν τίποτε παρά μόνο το συμφέρον ενός ακόμη με το μέρος τους. Ο Λάμπρος, με ανοιχτά μάτια, τους κοίταζε, λες και προσπαθούσε να τους συγχωρήσει, όπως τους έβλεπε έξω από την ύλη, το χρόνο και τον τόπο. Βαθιά μέσα τους το ήξεραν, οι ενοχές όμως τους βύθιζαν όλο και πιο βαθιά στην άβυσσο της ψυχής τους. Ήταν ένας αθώος, αλλά ήταν αυτός που δεν έζησε τελικά.

Το παιδί, το κακόμοιρο εκείνο παιδί, τι τους έψταιγε; Τώρα μετά το χαμό όλοι συνειδητοποιούν το τεράστιο σφάλμα που έκαναν, το ανελέητο αδίκημα που διέπραξαν όταν την καρδιά τους κυβερνούσε το μικρόβιο της αδιαφορίας, της άγαρμπης συνωμοσίας, που πια σταμάτημα δεν είχε. Από τώρα θα πλήρωναν το βαρύ φορτίο της ενοχής και για όλη τους τη ζωή. Όμως αυτό δεν έφτανε. Τώρα η μετάνοια δεν παίζει κανένα ρόλο. Τώρα το θύμα δεν έχει τη δυνατότητα να δείξει ότι τους συγχωρεί ή να πάρει μία δεύτερη ευκαιρία. Τ ώρα τα δάκρυα είναι περιττά.

Εκείνη ήταν, λοιπόν, μία μέρα του 1916, που αφαιρέθηκε η ζωή αυτού του ασήμαντου ανθρώπου, καθώς και δεκάδων άλλων. Αυτή είναι η ζωή, ένας γόρδιος δεσμός, που ζητά μόνος του να λυθεί. Κάποια στιγμή όμως κάποιος έρχεται και τον κόβει. Όμως κάποιες φορές ο δεσμός δεν χρειάζεται επέμβαση για να ξεμπερδευτεί, αλλά από μόνος του αναζητά το τέλος!…

Παπαδάκη Ασπασία, Μαθήτρια Γ` τάξης Γυμνασίου.

A` BΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ Γυμνασίου στο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2008 του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνου

Advertisements

2 σχόλια »

  1. Είναι απίστευτο, αυτό το συγκλονιστικό κείμενο να έχει γραφτεί, από μια τόσο νέα κοπέλα, μια μαθήτρια.
    Μπράβο σου Ασπασία, να συνεχίσεις, θα πετύχεις πολλά στην ζωή σου.

    Σχόλιο από Στέλλα Μιχάλα — 31 Αυγούστου 2009 @ 1:24 μμ | Απάντηση

  2. Μπράβο!!Πραγματικά φανταστικό…Συνέχισε έτσι…:)

    Σχόλιο από Κωνσταντίνος Κοντός — 20 Μαρτίου 2010 @ 5:31 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: