Άγονη γραμμή

18 Σεπτεμβρίου 2009

Ένας πρίγκηπας για την Κοραλία

Filed under: Μιχάλα Στέλλα — Άγονη Γραμμή @ 9:04 πμ
Tags:

Δημητράκης με την Κοραλία να στηρίζεται στο μπράτσο του, απολάμβανε την βόλτα του στην προκυμαία, την ώρα που ο ήλιος βουτούσε στην θάλασσα και η αύρα της, χάιδευε τους ταλαιπωρημένους, από την ζέστη και τον κάματο, κατοίκους της πολιτείας.

Καμάρωνε ο Δημητράκης και χαιρετούσε χαμογελαστός,  πότε δεξιά και πότε αριστερά, βγάζοντας το καπέλο του, σαν να ήθελε να ισοβαθμήσει το ανάστημα του με της Κοραλίας του.

Εκείνη σοβαρή και αγέρωχη βάδιζε δίπλα του, χωρίς να δίνει σημασία σε κανέναν, λες και βρισκόταν μόνη της στον δρόμο.

Πίσω από το ζεύγος ακολουθούσαν στον περίπατο, καμαρωτοί οι γονείς της Κοραλίας. Πώς να μη καμαρώνουν; Ολόκληρο δημοτικό σύμβουλο και δικηγόρο είχαν κάνει γαμπρό. Γιατί, τι ήταν η Κοραλλία τους; Ένα φτωχό κορίτσι, χωρίς τίτλους και μόρφωση.

Ναι, αλλά ήταν το ωραιότερο κορίτσι στην γειτονιά. Κάθε βράδυ, χειμώνα – καλοκαίρι, οι γείτονες έχαναν τον ύπνο τους από τις παραφωνίες των απελπισμένων, που διάβαιναν από τα στενά δρομάκια, προσπαθώντας να την συγκινήσουν με τις καντάδες τους. Μισάνοιγαν τα παράθυρα τους με ελπίδα οι γειτονοπούλες, αλλά οι νεαροί πάντα κάτω από το ίδιο παράθυρο άφηναν τους αναστεναγμούς τους, που όμως, προς λύπη τους, ποτέ δεν άνοιγε.

Η Κοραλία είχε πλάσει με την φαντασία της τον πρίγκιπα της και τον περίμενε με λαχτάρα. Κάλπαζε πάνω στο άσπρο του άλογο και ανέμιζαν τα σγουρά του μαλλιά, ανακατεύοντας τα σύννεφα και εξαφανιζόταν πίσω τους, γεμίζοντας την καρδιά της ρίγη συγκίνησης. Το μπαλκόνι της ήταν γεμάτο γλάστρες με λουλούδια, που τα φρόντιζε σχολαστικά, για να τραβήξουν με την ευωδιά τους τον πρίγκιπα και να μη χάσει τον δρόμο, ερχόμενος να την συναντήσει. Τον περίμενε καθισμένη ανάμεσα στα γαρύφαλλα, στα γιασεμιά και τα φούλια, με το ταλαιπωρημένο κέντημα στα χέρια της, που έμενε συνεχώς ένα μικρό σημάδι πάνω στο πανί και έκανε την μάνα της να φωνάζει με αγανάχτηση.

Η Κοραλία  παρακολουθούσε με την φαντασία της τον πρίγκιπα, να έρχεται, για να την πάρει μαζί του. Αφουγκραζόταν τον καλπασμό του αλόγου του και περίμενε να τον δει να φθάνει. Δες τον έρχεται. Κοίτα τον ήρθε και ξεπεζεύει. Τώρα δένει τ’ άλογο έξω από την πόρτα. Η Κοραλία σηκωνόταν όρθια με λαχτάρα, για ν’ αγναντέψει τον ερχομό του και το κέντημα έπεφτε στα πόδια της. Προσπαθούσε να κοιτάξει όσο το δυνατόν πιο μακριά, ανασηκωμένη στις μύτες των ποδιών της και χαμογελούσε στ’ όνειρο της ευτυχισμένη.

Εκείνη, την ήσυχη φθινοπωρινή ώρα, που ανασηκωμένη στις μύτες των ποδιών της, η Κοραλλία προσπαθούσε, να διακρίνει τον ερχομό του πρίγκιπα, πίσω από τα σύννεφα, επέστρεφε από το γραφείο του ο Δημητράκης. Ξαφνιασμένος στάθηκε στην μέση του δρόμου. Ποιόν διαβάτη περίμενε με λαχτάρα η ωραία της γειτονιάς; Εκείνον; Αδύνατον. Όμως πάλι δες την, προσπαθεί να τον διακρίνει μες τον δρόμο, σίγουρα δεν φαίνεται από ψηλά, έτσι κοντός που είναι. Κατακόκκινος από αμηχανία και φυσική ντροπαλοσύνη κοίταξε γύρω του. Ο δρόμος, το μοιραίο Σαββατόβραδο, ήταν έρημος.

Συνήθως, όταν επέστρεφε τα βράδια από το δικηγορικό γραφείο του, διασχίζοντας σοβαρός τα σοκάκια της γειτονιάς του, στα κατώφλια καθόντουσαν οι κυρίες της και οι νεαρές γειτονοπούλες και απασχολημένες με τα εργόχειρα τους, επιδίδονταν στο αγαπημένο τους, χόμπι, δηλαδή το κοινωνικό ενδιαφέρον προς όλους, κοινώς κουτσομπολιό.  Έριχνε με την άκρη του ματιού του κρυφά βλέμματα στις γειτονοπούλες, που αφοσιωμένες στο μέτρημα έκαναν, ότι δεν πρόσεχαν τον Δημητράκη που περνούσε. Αλλά εκείνες παρατηρούσαν την φαλακρίτσα του, το χαμηλό του ανάστημα, το πηδηχτό περπάτημα του και χαμογελούσαν ειρωνικά.

Εκείνος είχε προσέξει την Κοραλλία, αλλά δεν τολμούσε να εκφράσει τον θαυμασμό του, γιατί ο πατέρας της δεν υποστήριζε τον συνδυασμό, που ο ίδιος συμμετείχε, ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος. Βλέπεις, ήταν προεκλογική περίοδος και ο αγώνας για την κατάκτηση του Δήμου, βρισκόταν σε όλο του το μεγαλείο. Όμως ο απόηχος του, δεν έφτανε μέχρι το μπαλκόνι του ονειροπαρμένου κοριτσιού, γιατί τον σκέπαζε ο ήχος από τον καλπασμό του αλόγου του πρίγκιπα της.

Ο Δημητράκης κατακόκκινος, μόνος του στη μέση του δρόμου, δεν ήξερε τι να κάνει. Εκείνη την δύσκολη στιγμή, μια τυχαία κίνηση της Κοραλλίας, την πέρασε νεύμα προς εκείνον.  Το ωραίο κορίτσι τον καλούσε να τρέξει κοντά της; Ναι, αλλά ο πατέρας της στεκόταν εμπόδιο, αφού κάθε φορά που αντάμωναν, τον κοίταζε άγρια, στρίβοντας τις μουστάκες του, έτσι νόμιζε ο Δημητράκης, όπως τώρα νόμιζε, ότι του έγνεψε η Κοραλλία.  Τότε για πρώτη φορά στην ζωή του αποφάσισε να τολμήσει, υπακούοντας στους χτύπους της καρδιάς του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της. Θα χρησιμοποιούσε σαν δικαιολογία τις εκλογές και θα ζητούσε την ψήφο του πατέρα της. Αποφασιστικά, παραμέρισε τα εμπόδια προς την ευτυχία του και έσπρωξε την πόρτα της αυλής. Άρχισε ν’ ανεβαίνει, με πόδια που έτρεμαν, την σκάλα του σπιτιού της, στηριζόμενος στον τοίχο.

Η Κοραλία βρισκόταν στον κόσμο της. Αγνάντευε τον ορίζοντα, για ν’ αντικρίσει τον πρίγκιπα της, να διασχίζει τα χρωματισμένα από το δειλινό σύννεφα και να τρέχει με ορμή πάνω στο άσπρο του άλογο, για να την πάρει. Άκουγε το χλιμίντρισμα του αλόγου και τον γρήγορο καλπασμό του. Καταϊδρωμένο έφθασε μπροστά στην πόρτα της και σταμάτησε. Ο φανταστικός πρίγκιπας ξεπέζεψε. Τα βήματα του, βαριά ακούγονταν στην σκάλα. Με φόρα άφησε το μπαλκόνι της και έτρεξε στη σκάλα, να τον προϋπαντήσει.

Ο Δημητράκης ανέβαινε ένα – ένα τα σκαλιά, όταν ξαφνικά αντίκρισε τ’ αλλοπαρμένο κορίτσι, με ανοιχτά τα χέρια της, να τον περιμένει στο κεφαλόσκαλο.  Όλος ο κόσμος έσβησε γύρω του. Σαν να είχε χωριστεί το κορμί του στα δυο και εκείνος ήταν επάνω, ενώ τα πόδια του ακόμη ανέβαιναν τα σκαλιά. Μέσα στο ακατάσχετο βουητό των αυτιών του, σαν μελωδία ακούστηκε η φωνή της Κοραλλίας.

«Επιτέλους, ήρθες αγάπη μου;»

Ξεροκατάπιε και σιγοψιθύρισε: «Η….ήρ….θα». Η Κοραλλία άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε χαμηλά και έγιναν τεράστια από έκπληξη και ταραχή. Αυθόρμητα, χωρίς να χάσει καιρό, έσπρωξε με δύναμη τον ερωτευμένο Δημητράκη, που κατρακυλώντας τα σκαλιά, έφθασε λιπόθυμος κάτω στην αυλή.

Η Κοραλία ούρλιαζε – βοήθεια τον σκότωσα – ενώ αυτομάτως γέμισε κόσμο η αυλή και χάζευαν άφωνοι όλοι, τον Δημητράκη κάτω τέζα και την Κοραλία στο κεφαλόσκαλο να ξεφωνίζει έντρομη.

Ήταν η ώρα που οι γειτόνισσες και η μάνα της, κάνοντας τον σταυρό τους, γύριζαν με ήρεμη την ψυχή τους, από τον εσπερινό. Ήταν η ώρα που οι φίλες της, ντυμένες με γαλάζιες και ροζ μπλούζες, έτρεχαν να την πάρουν για βόλτα στα στενά της γειτονιάς και για παγωτό χωνάκι από το ζαχαροπλαστείο της μικρής πλατείας. Ήταν η ώρα που ο πατέρας της επέστρεφε στο σπίτι του από το μεροκάματο. Ποθούσε να ξεκουραστεί απολαμβάνοντας το ουζάκι του από τα χέρια της κόρης του, καθισμένος στο μπαλκόνι της, στην ησυχία του σαββατόβραδου, μέσα στις μυρωδιές των λουλουδιών της, παρακαλώντας τον Θεό, να μη ταράξουν τον ύπνο του οι κανταδόροι με τις αγριοφωνάρες τους.

Σίγουρα ονειρευόταν τώρα κι αυτός, όπως την ονειροπαρμένη θυγατέρα του και αντίκριζε τόσο κόσμο, μπροστά στην πόρτα του. Οι γειτόνισσες σπρώχνοντας η μια την άλλη, φώναζαν γιατροσόφια, για ποιόν; Έπαθε τίποτε η Κοραλία του; Άρχισε να τρέχει και ασθμαίνοντας δυνατά, έφθασε στην πόρτα του. Σπρώχνοντας τις έξαλλες γειτονοπούλες και τις κατακόκκινες γειτόνισσες, μπήκε στην αυλή του και απόμεινε άφωνος. Η γυναίκα του μόλις τον είδε άφησε τις προσευχές και έπεσε πάνω του ξεφωνίζοντας. Ανασήκωσε γρήγορα, τον Δημητράκη, του έπλυνε το πρόσωπο και του έδωσε νερό να πιει. Ζούσε, ευτυχώς, το θύμα. Τότε με φωνές και χειρονομίες προσπάθησε να επιβάλει την τάξη, στέλνοντας όλους τους θεατές στην δουλειά τους.

Ο Δημητράκης την γλίτωσε φτηνά, μ’ ένα βγάλσιμο του ώμου, που δεν πονούσε,  γιατί τον κοίταζαν τα μάτια της Κοραλλίας, διάπλατα από την τρομάρα. Τον κοίταζαν όμως και τα μάτια του πατέρα της με απορία και ζητούσαν εξήγηση.

Ο πατέρας της Κοραλίας, όταν κατάλαβε, τι είχε συμβεί, αισθάνθηκε μεγάλη υποχρέωση, να βοηθήσει τον Δημητράκη στον εκλογικό του αγώνα και ας ήταν της αντίθετης παράταξης. Έτρεξε παντού, σε συγγενείς και φίλους, εξυμνώντας τα προσόντα του δικηγόρου. Ο συνδυασμός του Δημητράκη νίκησε πανηγυρικά στις εκλογές και εκείνος βγήκε δημοτικός σύμβουλος. Μετά τον θρίαμβο του έτρεξε, να ευχαριστήσει τον πατέρα της, για την μεγάλη βοήθεια του και τρέμοντας, χάνοντας τα λόγια του, ζήτησε σε γάμο την Κοραλία.

Μόνο η Κοραλία δεν ήταν ενθουσιασμένη με τα απρόσμενα νέα. Πάντως θείες, ξαδέρφες και συντέκνισσες ανέλαβαν, να συνδράμουν την μάνα της και να βάλουν μυαλό στο κορίτσι.

Έτσι χωρίς να το καταλάβει καλά – καλά, βρέθηκε παντρεμένη με τον δικηγόρο. Σε όλη την περίοδο της προετοιμασίας του γάμου, προσπαθούσε με το κλάμα της, να συγκινήσει τον πρίγκιπα της, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί για πάντα από την φαντασία της. Το κενό που άφησε στην καρδιά της, δεν μπορούσε να το καλύψει, η μεγάλη ανιδιοτελής αγάπη, που έτρεφε γι’ αυτήν ο Δημητράκης. Γι’ αυτό προτίμησε να ζει στον κόσμο της.

Μες την γλυκιά ηρεμία του Κυριακάτικου απόβραδου, τίποτε δεν ήταν ικανό να την τραβήξει από την δική της μοναξιά.

Τα ελαφρά κυματάκια της θάλασσας έγλυφαν τα βραχάκια της προκυμαίας, σαν να έκαναν προσπάθεια να τραβήξουν την προσοχή της και να καθρεφτιστούν στο υπέροχο χρώμα των ματιών της. Χαμένη προσπάθεια. Μια ανάλαφρη αύρα βάλθηκε να παίζει με την κορδέλα, που συγκρατούσε τον χείμαρρο των μαλλιών της.

Κανένας δεν είχε προσέξει την κατάσταση που βρισκόταν πάντα η Κοραλία; Κανένας, εκτός…..Ένα βλέμμα έπεσε πάνω της και την παρατηρούσε.

Το άτακτο αεράκι, κατάφερε να ρίξει στον δρόμο την κορδέλα. Η Κοραλία έσκυψε να την μαζέψει.

«…Τι ζητάς κορίτσι μου ένα κορδελάκι….).

Τότε τον είδε. Εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο, o νεαρός αξιωματικός, που την κοίταζε με θαυμασμό, ήταν ίδιος ο φανταστικός πρίγκιπας της, όπως τον είχε ονειρευτεί χιλιάδες φορές. Πρώτη φορά που κοίταξε γύρω της και έδειξε ενδιαφέρον. Η Κοραλία έστρεψε πολλές φορές το κεφάλι της προς τον αξιωματικό και τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, γιατί κι εκείνος την είχε προσέξει. Απλά την πρόσεξε; Ο νεαρός  έχασε το μυαλό του, σαν να τον μάγεψε η άγνωστη. Όπως περνούσε δίπλα του, στηριζόμενη στο μπράτσο του άντρα της, που λες και η παρουσία του, είχε ξαφνικά διαλυθεί, στο χέρι της εισχώρησε μυστικά ένα διπλωμένο χαρτάκι.

Όταν ο έρωτας φωλιάσει στις καρδιές δυο νέων, τους είναι αδύνατον να υπακούσουν στα μηνύματα της λογικής. Η Κοραλλία άνθιζε και γέμιζε χαρά το σπίτι και την καρδιά του ανυποψίαστου άντρα της.

Ήταν ευτυχισμένη και έκανε σχέδια για το μέλλον. Και ο Δημητράκης; Ήταν μέσα στα σχέδια της;

Η άνοιξη εισέβαλλε ορμητικά ανοίγοντας τα παράθυρα και σκορπώντας παντού τις ευωδίες της. Μπήκε μέσα στο σπίτι της Κοραλλίας και γέμισε λουλούδια τα βάζα.

Εκεί όρθιο δίπλα στο βάζο με τα τριαντάφυλλα, πάνω στα σχέδια του πλεκτού τραπεζομάντιλου,  περίμενε τον Δημητράκη το βράδυ, ένα φάκελο. Μόλις το είδε το κοίταξε τρομαγμένος. Τι μπορούσε να κρύβει ένα αθώο χαρτί; Κάθισε και το άνοιξε με χέρια, που έτρεμαν.

Νίκησε ο έρωτας. Η παρουσία της Κοραλλίας χάθηκε σιγά-σιγά από την ζωή του, όπως η ευωδιά των λουλουδιών από το έρημο σπίτι του.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: