Άγονη γραμμή

28 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ορίζοντας της καρδιάς

Filed under: Ηλιάκη-Βόλακα Άσπα — Άγονη Γραμμή @ 10:37 πμ
Tags:

Τον ήξερε χρόνια.

Δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις, μα τον περίμενε κάθε πρωί να της πει καλημέρα.

Η παρουσία του ,χωρίς να το καταλάβει της ήταν απαραίτητη σαν το πρωινό ελληνικό καφεδάκι της.

Ένοιωθε γι’ αυτόν μια περίεργη έλξη ,λες κι ήταν ένα μυστήριο που έπρεπε να λύσει.

Πως είναι δυνατόν να νοιώθεις έλξη για κάποιον που δεν γνωρίζεις, να νοιάζεσαι για κάποιον που ποτέ δεν υπήρξες κομμάτι της ζωής του.

Κι όμως.

Είναι κάποιες στιγμές που οι ψυχές συναντιόνται και βρίσκονται να κάνουν κύκλους  πιασμένες χέρι-χέρι.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έχουν γύρω τους μια αύρα και όταν τους πλησιάσεις ,νοιώθεις να σε τυλίγει και να σε αγκαλιάζει .

Άνθρωποι απλοί καθημερινοί ,υπεράνω πάσης υποψίας.

Άνθρωποι που περνάνε δίπλα μας κι ούτε που γυρίζουμε να τους κοιτάξομε λες και φοβόμαστε μην διαβάσουν την ψυχή μας.

Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι όταν λένε καλημέρα, μυρίζει η ανάσα τους ήλιο και στα μάτια τους καθρεπτίζονται  όλα τα παιδικά χαμόγελα του κόσμου.

Είναι όλοι αυτοί που ξεγέλασαν το θάνατο και μαχαίρωσαν την θλίψη μ’ ένα σουγιαδάκι που τους έβαλε κρυφά στο χέρι η χαρά.

Εκείνο το πρωινό έπινε τον καφέ της σ’ ένα μικρό καφενεδάκι και τον είδε να μπαίνει ,ψάχνοντας θέση για να καθίσει.

Κάθισε δίπλα της, στην μοναδική κενή θέση του μαγαζιού.

Άρχισαν να τα λένε σαν δυο φίλοι καλοί που είχαν καιρό να συναντηθούν.

Τον παρατηρούσε μαγνητισμένη.

Ψηλός, μελαχρινός , αδύνατος ,μια λίγο ασκητική παρουσία.

Προς στιγμής της φάνηκε σαν άγιος που είχε ξεφύγει απ’ την εικόνα του.

Δυο μάτια καστανά σκούρα λες και η στεναχώρια περνοδιαβαίνοντας μέσα τους τα βράδια, είχε ξεχάσει το πανωφόρι της.

Είδε τις σκέψεις του να κόβουν βόλτες γύρω απ’ το κεφάλι του και ξαφνιάστηκε με την πολυχρωμία τους.

Διάλεξε την πιο χρωματιστή , πιάστηκε από τα φτερά της και πέρασε μέσα του.

Σάστισε.

Βρέθηκε σ’ έναν κήπο που μύριζε Θεό, σ’ έναν κήπο μαγικό που αντί για λουλούδια είχε φυτεμένες σκέψεις ολάνθιστες ,που περίμεναν ένα χέρι τολμηρό να τις κόψει.

Δεν μπορούσε να του πει τίποτα.

Οι λέξεις κρύφτηκαν στο βάθος του μυαλού της κι η σιωπή τις σκέπασε σαν στοργική μάνα.

Κρατούσε ακόμα και την ανάσα της ,φοβούμενη μην λαβώσει αυτή την υπέροχη ψυχή ,που σχεδόν κανείς δεν μπήκε στον κόπο ν’ ανακαλύψει.

Για ώρες έκοβε βόλτες, με το κλειδί του παραδείσου σφιχτά κλεισμένο στις παλάμες της.

Είδε τους φόβους του, χιλιάδες μικρούς χειμώνες μεταμφιεσμένους σε καλοκαίρια.

Είδε τις ελπίδες του, να σκάβουν το χώμα και να φυτεύουν χαμόγελα.

Είδε όλα αυτά που τον τρόμαξαν να κοιμούνται ήσυχα στην αγκαλιά του

κι αυτός να τους σιγοτραγουδάει ,από φόβο μην ξυπνήσουν.

Μ’ αυτό που της έκανε πιότερο εντύπωση, ήταν ότι παντού μέσα του είχε καρφωμένα μικρά κόκκινα κομμάτια , από έναν έρωτα παλιό.

Όταν δεν τον έβλεπε κανείς προσπαθούσε να τα ενώσει, μα γέμιζαν τα χέρια του πληγές.

Τον είχε προσπεράσει ο έρωτας τρέχοντας κι αυτός το μόνο που κατάφερε, ήταν να του κλέψει το μαντήλι που ανέμιζε δεμένο στα μαλλιά του.

Βλέπεις, δεν τον αγάπησαν όσο περίμενε.

Τον αγάπησαν πολύ περισσότερο κι έχασε τις ισορροπίες του…

Η φωνή του διέκοψε το ταξίδι της, μα λες και γνώριζε την βόλτα  που την άφησε να κάνει στην ψυχή του, είχε άλλο ήχο.

Δεν έμοιαζε πια με λυγμό.                                                                        Έμοιαζε με την φωνή του Θεού που του έδινε κουράγιο τα βράδια , όταν έκοβε κομμάτια την νύχτα και την κατάπινε.

-Δεν έχω κρατήσει σχεδόν τίποτα από τον παλιό μου εαυτό , της είπε.

Μόνο την παιδική ψυχή μου και αυτό το φαρδύ σακάκι που σκέπαζα την λογική για να μην βλέπει.

Φεύγοντας , του ψιθύρισε.

-Φίλε μου, δεν έχω τίποτα να σου χαρίσω.

Μόνο το βλεφαρισμό της ψυχής μου και μια ανάσα αγάπης.

Ένα θέλω μόνο να μου υποσχεθείς.

Πως ακόμα κι αν στενέψεις το σακάκι σου, δεν θα στενέψεις ποτέ τον ορίζοντα που βλέπει η καρδιά σου.

Η καρδιά πρέπει να βλέπει μακριά.

Τόσο μακριά ,εκεί που μόνο οι άγγελοι μπορούν να πάνε…

Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τα λόγια της .

Τον είδε να ξεδιπλώνει ένα ζευγάρι φτερά και να χάνεται στον ορίζοντα.

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Δεν έχω κρατήσει σχεδόν τίποτα από τον παλιό μου εαυτό , της είπε.

    Μόνο την παιδική ψυχή μου και αυτό το φαρδύ σακάκι που σκέπαζα την λογική για να μην βλέπει.
    Αφοπλιστικο κειμενο, οτι ωραιοτερο!
    Συνχαρητηρια

    Σχόλιο από Maria Michailidou — 2 Οκτωβρίου 2009 @ 2:49 μμ | Απάντηση

    • ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ!

      Σχόλιο από ΑΣΠΑ ΗΛΙΑΚΗ ΒΟΛΑΚΑ — 2 Οκτωβρίου 2009 @ 11:21 μμ | Απάντηση

  2. eisai apisteyth re mana!dn borw na sxoliasw!

    Σχόλιο από lilis — 9 Οκτωβρίου 2009 @ 5:17 μμ | Απάντηση

  3. ka8omai sto peripolo me to laptop k twra to 3anadiavasa!3ereis ti kataferes na m kaneis?na me kaneis pali na klapsw k enw twra exei toso kryo egw na niw8w mia wraia k tryferh zesth!eixa k egw ftera k ta exasa alla pote dn 3ereis lene!isws k egw 3ediplwsw pali ta ftera m 3afnika!…….!se agapw!eisai yperoxh!eisai h 8ea moy!

    Σχόλιο από lilis — 22 Οκτωβρίου 2009 @ 8:55 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: