Άγονη γραμμή

9 Οκτωβρίου 2009

Πλατεία Κιουλούμπαση

Filed under: Κούνουπας Μανόλης — Άγονη Γραμμή @ 11:12 πμ
Tags:

Koun-1

Όπως η κάθε πλατεία, το κάθε σοκάκι κι ο κάθε δρόμος έχει τη δική του ιστορία, έχει και η πλατεία Κιουλούμπαση δική της και μάλιστα πολύ συγκινητική, όπως θα δούμε εν συνεχεία.

Κατ’ αρχήν η λέξη έχει τουρκική ετυμολογία εκ του Γκιουλ-μπαξέ, που σημαίνει ωραίο περιβόλι ή κήπος (Τουρκ. Gioul-bahce).

Τούτο επιβεβαιώνεται εξάλλου από το συμπολίτη, φίλο και εμβριθή στα περί την πόλη μας Γιάννη Σπανδάγο, ο οποίος στο βιβλίο του «…λιμάνι και προκυμαία» αναφέρει: «Το όνομα είναι παραφθορά του Γκιουλ-μπαξές δηλαδή ωραίος κήπος, αυτός που ήταν στο δώμα του τούρκικου προμαχώνα».

Απ’ ότι θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια της δεκαετίας του ’30 στη θέση και στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο του πρώην Τελωνείου και σημερινού Λιμεναρχείου προϋπήρχε ένα παμπάλαιο κτίσμα κλειστής, τεράστιας κατασκευής, του οποίου ο Γιάννης Σπανδάγος προσδιορίζει το σκοπό του ως «τουρκικού προμαχώνα». Στα μερικές εκατοντάδες τετραγωνικά μέτρα της επίπεδης επιφάνειας της στέγης, επάνω σ’ εκείνο το δώμα και σε όλη εκείνη την έκταση αντί για ταράτσα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, υπήρχε κήπος, αν θυμάμαι καλά από θαμνοειδή αρμυρίκια, πικροδάφνες και άλλα ανθεκτικά φυτά λόγω γειτνίασης με τη θάλασσα.

Αυτό το περίεργο, λιθόκτιστο οικοδόμημα το διαπερνούσε μια δίοδος χαμηλή, στενή και καμαρωτή σε μορφή στοάς, η οποία εκτεινόταν σε μεγάλο μήκος. Μέσα σ’ εκείνο το τούνελ, δεξιά κι αριστερά, υπήρχαν κάμποσα κελιά σκοτεινά, υγρά, χωρίς αερισμό. Σ’ εκείνα τα μπουντρούμια, αφού βασάνιζαν τα δυστυχισμένα πλάσματα, τα πετούσαν εκεί μέσα ίσως και για χρόνια να κείτονται άψυχα στο έδαφος, περιμένοντας έναν αργό, τραγικό θάνατο. Στα παιδικά χρόνια περνούσα με συνόδευα τον παππού καμιά φορά από εκείνη τη στοά, που ήταν το μοναδικό πέρασμα προς το φάρο. Είχα ακούσει, τόσο από τον παππού, όσο και από τη μητέρα, ότι στο τελευταίο αριστερό κελί είχαν φυλακίσει τους Τέσσερις Μάρτυρες πριν τον απαγχονισμό τους. Αισθανόμουν δέος και φρίκη όταν αντίκριζα τις βαριές σιδερόπορτες, που έκλειναν εκείνα τα κελιά με τις χοντρές αμπάρες.

Κάτω από την πλατεία υψώνονταν θεόρατοι, πανύψηλοι βράχοι, που είχαν μια ασύλληπτην ομορφιά. Κάποτε όμως κάποιοι αδαείς διέπραξαν ένα αποτρόπαιο έγκλημα, άνθρωποι με καθυστερημένες αντιλήψεις, ξήλωσαν τα πανέμορφα βράχια και διάλεξαν την εύκολη λύση, να χρησιμοποιηθούν κατά την θεμελίωση της κατασκευής του προσήνεμου μόλου του λιμανιού. Τα σημερινά βράχια δεν είναι παρά απομεινάρια των παλαιών εκείνων με την μοναδική θεαματική όψη.

Ανάμεσα σ’ εκείνα τα βράχια υπήρχε και ευτυχώς υπάρχει και διασώθηκε ως και σήμερα, ένας πανύψηλος κατακόρυφος βράχος. Σ’ εμάς τους νέους της εποχής εκείνης, που είχαμε στερηθεί πολλά μέσα ψυχαγωγίας, ο βράχος αυτός μας την προσέφερε και με το παραπάνω. Από το περιβόητο «Μυτερό» όπως λεγόταν ο βράχος, δίναμε αλλεπάλληλες θεαματικές και απολαυστικές βουτιές. Αργότερα ένας αλησμόνητος κιουλουμπα-σιώτης ο Μανόλης ο Μιχελής στερέωσε από το ένα της άκρο μια σανίδα με τσιμέντο επάνω στο βράχο και αυτή η σανίδα μας χρησίμευσε για πολλά χρόνια ως βατήρας των πιο απίστευτων καταδύσεων, μέχρι ότου τη πήραν τα κύματα.

Πριν να διαμορφωθεί κακόγουστα ο Κιουλούμπασης και να ασφαλτοστρωθεί σε δημόσιο δρόμο, ήταν ένας ανοιχτός υπαίθριος χώρος, μια απόκεντρη πλατεία, μια ελεύθερη γη κατάλληλη εκείνα τα χρόνια μόνο σαν ευκαιριακό γήπεδο ποδοσφαίρου, για προπαρασκευαστική άσκηση των μελλοντικών star της μπάλας.

Τα βράδια η πλατεία ήταν έρημη και μόνο τα καλοκαίρια όταν κατέφθανε ο καραγκιοζοπαίχτης ο Παπανικολάου γινόταν χαμός. Ο κόσμος έτρεχε πατείς με πατώς, οι περισσότεροι θεατές με τις καρέκλες τους, για να ξεδώσουν με τις αθάνατες, ξεκαρδιστικές κωμωδίες. Ο ίδιος καραγκιοζοπαίχτης μετέφερε τον μπερντέ του αργότερα στη Σοχόρα, έξω από το καφενείο του Παυλάκη.

Στου Κιουλούμπαση διέμεναν στο μακρινό παρελθόν πατροπαράδοτες οικογένειες. Ενδεικτικά αναφέρω τον ευπατρίδη Νίκο Αθανασιάδη, τους αδελφούς Σκορδίλη, τον Σπύρο καθηγητή και το Μαρίνο σαπωνοποιό, το Ζωίδη Πετρουλάκη, το Δαφνομήλη πατέρα της καθηγήτριας μου στα γαλλικά Θάλειας και της καθηγήτριας πιάνου Χρυσούλας, το Λεωνίδα Βαρούχα και το Νικήστρατο Παλαιτσάκη, που έπαιζε λύρα. Από τις υπόλοιπες οικογένειες οι περισσότερες οι οποίες διέμεναν στην περιοχή, ήταν βασανισμένων, κατατρεγμένων προσφύγων, όσων κατόρθωσαν να διασωθούν από τη μεγάλη μικρασιάτικη καταστροφή. Για πολλούς μήνες μετά την άφιξη τους είχαν ως τόπο προσωρινής διαμονής τους τη πλατεία στην οποία κοιμόντουσαν κατάχαμα, όπως και στην προκυμαία και στο Τούρκικο σχολείο.

Τίμιος και εργατικός ο μικρασιάτικος Ελληνισμός έφερε από τη γη της Ιωνίας άγνωστες τέχνες, δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει σε συνθήκες αντί­ξοες και μετέφερε στο ντόπιο πληθυσμό το παράδειγμα της φιλοπονίας και της εντατικής χειρωνακτικής εργασίας. Καλλιέργησε τα χέρσα χωράφια και τα’ κάνε μπαξέδες και δασκάλεψε στον ντόπιο πληθυσμό πολλές χειροποίητες επαγγελ­ματικές τέχνες και κατασκευές. Έμαθαν οι Ρεθεμιώτισσες να βγουν από τα σπίτια και να δουλέψουν. Μικρασιάτισσες υπήρξαν κεντήστρες, πουκαμισούδες, υφάντρες, μοδίστρες. Οι Μικρασιάτες δούλεψαν ως ράφτες, παπουτσήδες, σιδεράδες, μαραγκοί, ξυλόγλυπτες, ψαράδες. Μοναδικός καπελάς στο Ρέθυμνο ήταν ο Αβουζουκλίδης, που μας έφτιαχνε τα μαθητικά πηλήκια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο μικρασιάτικος πληθυσμός συνέβαλε δυναμικά και ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας.

Στου Κιουλούμπαση λειτουργούσε άλλοτε μια ανεπτυγμένη βιοτεχνία. Μέσα από εκείνο το επιπλοποιείο, του αείμνηστου Ευάγγελου Μουδριανάκη, έβγαιναν καλλιτεχνικά, όσο και πρωτότυπα έπιπλα ευρωπαϊκού στυλ. Με σκαλίσματα δουλεμένα επιτήδεια στο χέρι κι από ξύλο κυπαρισσιού προξενούσαν στο βλέμμα μια μοναδική αίσθηση. Πολλά από αυτά σώζονται μέχρι και σήμερα στα σπίτια μας, όπως και σε πολλών άλλων παλαιοτέρων συμπολιτών.

0 αείμνηστος συμπολίτης Μουδριανάκης πίστευε, ότι είχε βρει το αεικίνητο και στήριζε τις απόψεις του σε ακλόνητα επιχειρήματα. Είχε προσέξει κάτι μεγάλες στρογγυλές τρύπες, που είχαν σχηματιστεί πάνω στα βράχια κι έμοιαζαν σαν πηγαδάκια. Το νερό ανυψωνόταν και υποχωρούσε διαδοχικά μέσα σ’ αυτές και όχι μόνο στη θαλασσοταραχή. Αυτή η κίνηση του νερού συνεχιζόταν αδιάκοπα ενίοτε μειωμένη ακόμα και όταν συνέβαινε η θάλασσα να γαληνεύει. Ο Ρεθεμνιώτης επιπλοποιός ήταν ανήσυχο πνεύμα, κατασκεύασε και τοποθέτησε μέσα στις τρύπες όσο ήταν η διάμετρος τους κυλινδρικά σανίδια τα οποία ανεβοκατέβαιναν και λειτουργούσαν σαν κινούμενοι πλωτήρες. Πάνω σ’ αυτά προσάρμοσε έναν άξονα, ο οποίος μετέδιδε την κίνηση σε ένα τροχό… Αυτό το γεγονός είχε επισκιάσει κάθε άλλο εκείνα τα χρόνια, είχε συζητηθεί και είχε απασχολήσει ευρύτατα την κοινή γνώμη για πολύ καιρό.

Koun-2

Οιι ντόπιοι ψαράδες και βαρκάρηδες που έχουνε δει στις ξαφνικές φουρτούνες το χάρο με τα μάτια τους, τα ξέρουνε πολύ καλά, τα Κρητικά νερά, πώς δε χωρατεύουνε.

Τα μικρά σκάφη όταν διαπλέουν το Κρητικό πέλαγος, διατρέχουν πάντοτε μέγα κίνδυνο και απειλούνται με ναυάγιο. Ο μηχανικός του ναυτικού συμπολίτης Κώστας Καννελάκης, θυμάται τέσσερα ναυάγια στα ρεθεμνιώτικα ακρογιάλια από τα οποία τα δυο διαδραματίστηκαν στην περιοχή της αμμουδιάς ανατολικά, ενώ τα άλλα δυο πάνω στα βράχια του Κιουλούμπαση. Το ένα εκ των δυο, τα οποία συνέβησαν στην Άμμο, το αναφέρει ο Παντ. Πρεβελάκης στο Χρονικό μιας πο­λιτείας.

Πάνω στα θαλασσοδαρμένα βράχια του Κιουλούμπαση ξεσπούσαν πάντοτε σε κάθε φουρτούνα μανιασμένα θεόρατα κύματα. Η θάλασσα λυσσομανούσε κι ο άνεμος ούρλιαζε όταν ο θαλασσόλυκος καπετάν Γιακουμής, ο Ιταλός κυβερνήτης της ανεμότρατας αγω­νιζόταν μάταια και απεγνωσμένα να συνεφέρει στα συγκαλά της την «Κατίνα» έτσι λεγόταν η ανεμότρατα, για να την πειθαναγκάσει και να τη κατευθύνει μέσα στο ρεθεμνιώτικο λιμάνι.

Όσο κι αν αντιστεκόταν το καράβι κι αντιμαχόταν τα γιγάντια κύ­ματα κι όσο το ανεβοκατέβαζαν σαν να ‘ταν καρυδότσουφλο κι ολο­ένα τη σίμωναν στην απροσπέλαστη ακτή, τόσο οι ελπίδες λιγόστευαν.

Πάνω στην πλατεία συγκεντρώνονταν κάθε τόσο πλήθος συμπολιτών. Βρέθηκαν εκεί άνδρες του Λιμεναρχείου, λιμενεργάτες, βαρκάρηδες, ψαράδες και πολλοί άλλοι άνθρωποι του μόχθου και όλους τους είχε πιάσει σύγκρυο καθώς αντίκριζαν το πλεούμενο να χορεύει πάνω στα κύματα. Κι αυτός ο παράφορος χορός κρατούσε ώρες, ίσαμε που κάποια εφιαλτική στιγμή συνέβη το μοιραίο. Η άγρια φουσκοθαλασσιά σήκωσε ψηλά το καΐκι, σα να ‘ταν πούπουλο και το απίθωσε πάνω στους βράχους. Αν και η βίαιη προσά­ραξη προξένησε επιφανειακή ζημιά στα ύφαλα η μετακίνηση αφ’ εαυτού ήταν ανέφικτη.

Κατά ευτυχή συγκυρία εκείνη την ημέρα βρέθηκε ένα μεγάλο εμπορικό πλοίο, με ιταλική σημαία, να’ χει ρίξει άγκυρα στ’ ανοιχτά της πόλης. Ο Ιταλός καπετάνιος της ανεμότρατας έσπευσε πάραυτα στο συμπατριώτη του καπετάνιο του μεγάλου εμπορικού σκάφους και του ζήτησε την συνδρομή και τη σωστική βοήθεια. Εκείνος όχι μόνο δεν αρνήθηκε, αλλά έδωσε οδηγίες περί του πρακτέου, σύμφωνα με την ειδική εκπαίδευση του τη σχετική με ναυάγια. Η άκατος του ιταλικού βαποριού, ακροβατώντας πάνω στα κύματα, τον έφερνε αργότερα στην αποβάθρα του λιμανιού. Με το που πάτησε το πόδι του εκεί, ζήτησε σιδερένια άδεια βαρέλια, πολλά βαρέλια. Τα βαρέλια τοποθετήθηκαν κατάλληλα πάνω στα βράχια και στη θάλασσα, σύμφωνα με τις εντολές του. Μετά δέθηκαν στο καΐκι χοντρά παλαμάρια από τη μια τους άκρη, ενώ από την άλλη δέθηκαν στην πρύμνη του ιταλικού πλοίου. Με άλλη εντολή του Ιταλού καπετάνιου οι μηχανές του πλοίου δούλεψαν στη μεγαλύτερη δυνατή ένταση, στο φουλ. Η ελκτική δύναμη ήταν ανυπολόγιστη και το θαύμα έγινε. Σε λίγο το «πληγωμένο» καΐκι έπλεε στη θάλασοα επάνω στα άδεια βαρέλια. Το θέαμα ήταν πολύ συγκινητικό για τους παρευρισκόμενους και το γεγονός το συζητούσαν στα καφενεία της πόλης για πολύ καιρό.

Εκτός από αυτή την ανεμότρατα την «Κατίνα» ιδιοκτησίας του μακαρίτη Σπύρου Κανελλάκη στο Ρέθυμνο υπήρχαν ακόμα άλλες δυο ανεμότρατες. Η μια ήταν ο «Σίφουνας» του Τσιλέ (Τσιλεδάκη) και η άλλη η «Αλκυών» του Μπιζυριάνη (Βιζυριανάκη). Μετά την Κατοχή υπήρξαν και άλλες ανεμότρατες. Η «Μπαντουβίνα» του Μαραθά και μια άλλη του Συνεταιρισμού Αλιέων ο «Ποσειδών». Η ανεμότρατα του Κανελλάκη, η «Κατίνα», μετά το ναυάγιο επιδιορθώθηκε όπως-όπως και πουλήθηκε κάπου σε χαμηλή τιμή.

Koun-3

Στη γειτονιά του Κιουλούμπαση ευημερούσαν και ήκμαζαν άλ­λοτε βιοτεχνίες σαπωνοποιίας. Η εποχή εκείνη, μιας πρωτοφανούς παραγωγής σαπουνιού στην πόλη, είχε συντελέσει σε μια ραγδαία οικονομική ανάπτυξη. Όλες αυτές οι ανθηρές βιοτεχνίες με την εμ­φάνιση των απορρυπαντικών στην αγορά, η μια μετά την άλλη έκλεισαν. Ωστόσο, για τους παλαιότερους θα μείνουν για πάντα στη μνήμη ονόματα όπως του Σκορδίλη, του Παντζάρη, του Πίσσα, του Παλιεράκη, του Λευτέρη Παπαδάκη, του Ορφανουδάκη, που ήταν γραμμένα τα ονόματα τους στη σφραγίδα πάνω στα σαπούνια των οποίων αξέχαστη θα μείνει η μοσχοβολιά τους.

Πριν ακόμα ανοίξει ο Περιφερειακός δρόμος γύρω από τη Φορ-τέτζα ο Κιουλούμπασης ήταν το οριακό σημείο, μέχρι το οποίο έφθανε η πόλη. Ήταν το τέρμα, το πέρας. Ήταν μια πλατεία σχεδόν έρημη, απόκεντρη κι απόμακρη σε μια υποβαθμισμένη περιοχή. Ας μην ξεχνάμε και τη γειτνίαση της με τους οίκους ανοχής εκείνους της Φορτέτζας καθώς και τους επί της οδού Χειμάρας.

Μια και μοναδική λαϊκή ταβερνούλα, υπήρχε του συμπαθούς Παντελή, που προσήλκυε τους πελάτες επειδή προκαλούσε γέλιο με τα έξυπνα, σπιρτόζικα ανέκδοτα και λογοπαίγνια. Αργότερα μετά την Κατοχή άνοιξε και του Φραγκουλατζή. Από τότε άρχισε η πλα­τεία να παίρνει τ’ απάνω της και περισσότερο όταν κατέφθανε ο κα­ραγκιόζης όπως αναφέραμε. Άλλα κέντρα αναψυχής δεν υπήρχαν, ούτε καφενεία, τα οποία περιορίζονταν, τα περισσότερα, μόνο στην προκυμαία και μόνο ένα ή δυο στη Σοχώρα. Επίσης στην, προκυμαία βολτάρουν οι νέοι όπως και στη λεωφόρο Κουντουριώτη, στην οποία τότε περνούσε ένα αυτοκίνητο κάθε μια ώρα. Στην προκυμαία και στη λεωφόρο επίσης έβγαζαν τα παιδιά τους οι μαμάδες, για να πάρουν φρέσκο αέρα. Μια βόλτα στου Κιουλούμπαση, είτε στο λιμάνι είτε στη Φορτέτζα ήταν αδιανόητη αν όχι ανεπίτρεπτη με τις απλοϊκές αντιλήψεις της εποχής εκείνης.

Με τη διάνοιξη του Περιφερειακού η πλατεία άλλαξε όψη και από πλατεία απόκεντρη κι απόμακρη πήρε άλλο σχήμα κι άλλη εντελώς, διαφορετική μορφή κι έγινε μια λεωφόρος πολυσύχναστη, πολύ­βουη και πολυθόρυβη με μια φανταστική κοσμοσυρροή, απροσ­δόκητη πριν από κάμποσα χρόνια.

Μέχρις ότου νυχτώσει τα καφέ, τα εστιατόρια, οι ταβέρνες γεμί­ζουν. Παρέες-παρέες, είτε μοναχά ζεύγη νέων μαζεύονται και κουβέντες αρχίζουν. Ανταλλαγή εμπειριών, μοιρασιά εικόνων κι ένα ατέρμονο μουρμουρητό από ανθρώπους, που μοιράζονται μιαν αγάπη.

Κι αν καμιά φορά σηκωθεί εκείνος ο Ρεθεμιώτικος τρελός βοριάς κι η θάλασσα σμίξει με τη βραχουριάτου Κιουλούμπαση τα κύματα αχνίζουν, ο αέρας ευωδιάζει και ανασαίνεις ιώδιο. Ένα πέπλο υγρασίας απλώνει παντού και στάλες αλμύρας σου μαστιγώνουν το πρό­σωπο. Το ασύλληπτο θέαμα εκείνες τις ώρες πάνω από τα βράχια του Κιουλούμπαση ξεπερνά σε μεγαλοπρέπεια ακόμα κι εκείνο το ξέσπασμα των κυμάτων του Ατλαντικού στις γρανιτένιες ακτές της Κορνουάλης!

Υ.Σ. Έχω την υποχρέωση εν κατακλείδι, να ευχαριστήσω τους ξεχωριστούς συμπολίτες με την εκ παραδόσεως ρεθεμιώτικη ευαισθησία, φιλοτιμία και φιλαλληλία για την επικουρία στην ολοκλήρωση του πονήματος: τους Μάνο Αστρινό, Ελένη Διαμαντάκη, Γιώργη Εκκεκάκη, Γιάννη Παπιομίτογλου, Γιάννη Σπανδάγο. Επίσης το συμπολίτη, φίλο Κώστα Κανελλάκη για το ιστορικό του ναυαγίου και την ταβέρνα «Ερωτόκριτος» για τις φωτογραφίες.

Μανόλης Ι. Κούνουπα από την εφημερίδα

Ρεθεμνιώτικα Νέα 11-9-2009 και Ρεθεμνιώτικα Νέα 12-9-2009

Advertisements

3 Σχόλια »

  1. Μπράβο θείε μου! Είμαι περήφανη για σένα. Να σαι πάντα καλά, ακούραστος να γραφεις παντα για τα παλιά τα περασμένα του Ρεθύμνου.
    Δεν τα ήξερα όλ αυτά. Τώρα τα μαθαίνω. Μπράβο και πάλι!

    Σχόλιο από Ελεάννα Κούνουπα — 15 Οκτωβρίου 2009 @ 9:25 μμ | Απάντηση

  2. Εξαιρετικό άρθρο, ευχαριστούμε τον γράψαντα. Ανακαλύπτει κανείς με τις αναφορές αυτές, ότι το παλιό Ρέθυμνο υπήρξε μια πολιτεία ζωηρή, πολύχρωμη, με στέρεη ενότητα, αλλά και με εκπληκτική ποικιλία. Διαφορετικοί άνθρωποι στιβαροί κι ευαίσθητοι που ζουν μαζί, ευχαριστημένοι με όσα έχουν. Μια ιδιοπροσωπία χαμένη και ξεχασμένη, μέσα στη σημερινή σύγχυση, ομοιομορφία και αφασία.

    Σχόλιο από Μάρκος Δασκαλάκης — 24 Οκτωβρίου 2009 @ 4:51 μμ | Απάντηση

  3. Εγω που εζησα την εποχη των καλων ημερων της γειτονιας μας καταλαβαινω απολυτα τα αναφερομενα και ευχαριστω τον συντακτη του ανωτερω πονηματος εκ βαθους καρδιας .Οιμνημες ολων αυτων μας κρατουν δεμενους με το τοπο μας οπου και αν βρισκομαστε ,ναστε παντα καλα κ. Κουνουπα.

    Σχόλιο από stelios koumiotis Athens. — 22 Μαΐου 2013 @ 6:52 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: