Άγονη γραμμή

5 Φεβρουαρίου 2010

Μεγάλες απόκριες στα Σελλιά μέχρι το 1950

Filed under: Ανδρεδάκης Κώστας — Άγονη Γραμμή @ 10:29 πμ
Tags:

Η μέρα των Απόκρεω ήταν για οικογενειακές συγκεντρώσεις. Συγκεντρώνονταν την Κυριακή (της Τυροφάγου) το βράδυ στο σπίτι των γονέων τα παντρεμένα παιδιά με τις δικές τους οικογένειες. Αν δεν υπήρχαν γονείς, μαζεύονταν στο σπίτι κάποιου από τ’ αδέρφια. Συχνά συμμετείχαν και άλλοι στενοί συγγενείς με καλές σχέσεις, όχι μόνο αδέρφια.

Ετοίμαζε κάθε μια νοικοκυρά κάποια λιτά φαγητά της βραδιάς στο σπίτι της (κάποιο κρέας οπωσδήποτε και τα απαραίτητα πιταράκια με ξυνομυζήθρα, που δεν έλειπαν από κανένα τραπέζι, πλούσιο ή φτωχό) και το βράδυ, κρατώντας τα φαγητά τους, πήγαιναν στο σπίτι της συγκέντρωσης.

Το φαγοπότι ακολουθούσε τραγούδι, χορός και παιγνίδια κλειστού χώρου. Αν η συντροφιά είχε και κάποιον δικό τους που τριγούνιζε (έπαιζε όχι και πολύ καλά) λύρα, ακόμα καλύτερα. Γινόταν ένα καλό οικογενειακό γλέντι. Δεν ήταν όμως απαραίτητη η λύρα για να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Τραγουδούσαν τραγούδια χορευτικά, κυρίως σε ρυθμό καλαματιανού, και χόρευαν.

Πολύ κέφι σκορπίζανε στις αποκριάτικες συντροφιές και τα παιγνίδια. Θα περιγράψουμε δυο από αυτά, που είναι εντελώς άγνωστα σήμερα. Παίζονταν πολύ πριν την κατοχή.

Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ. Το παιγνίδι αυτό είναι πολύ παλιό. Μας διηγήθηκαν χωριανοί πως το παίζανε μέχρι περίπου το 1930.

Παιζόταν από πολύ φιλικές και συγγενικές συντροφιές στα σπίτια, κατά τις χειμωνιάτικες κυρίως βεγγέρες. Το παίζανε και κάποιες φορές κατά τα ξημερώματα, στα γλέντια των γάμων, όταν είχαν μείνει λίγοι στενοί συγγενείς των νιόπαντρων. Παιζόταν όμως «ο σύντροφος» κυρίως στις αποκριάτικες οικογενειακές συγκεντρώσεις.

Το παιγνίδι παιζόταν ως εξής;

Ξάπλωναν στο διπλό κρεβάτι του σπιτιού δυο άτομα, άνδρες ή γυναίκες, ή ένας και μια, δεν υπήρχε πρόβλημα. Τους σκέπαζαν με ένα λεπτό υφαντό κλινοσκέπασμα, για να μη βλέπουν ποιος θα τους χτυπά, όπως θα πούμε παρακάτω, αλλά ούτε οι απέξω να βλέπουν και να επιλέγουν πιθανόν, ποιον από τους δυο να χτυπούν. Οι δυο κάτω από το σκέπασμα προσπαθούσαν με συνεχείς μετακινήσεις να αλλάζουν θέσεις, για να αποφεύγουν τα χτυπήματα και να μπερδεύουν τους απέξω.

Οι απέξω τώρα, έστριβαν μια μεγάλη πετσέτα και την έδεναν κόμπο στην άκρη. Την έπαιρνε ένας και βάραγε τους σκεπασμένους με δύναμη. Μετά το χτύπημα, ακουγόταν κάτω από το σκέπασμα ο εξής διάλογος, που τον άρχιζε αυτός που την είχε αρπάξει.

«΄Ωφου, σύντροφε!»

«΄Ιντα ‘χεις, σύντροφε;»

« Εβαρήκασί μου».

«Ποιος;»

« Ο (η) τάδε», κι έλεγε το όνομα ενός από τους παίχτες.

Αν μάντευε σωστά, τότε άλλαζε θέση μ’ εκείνον που είχε χτυπήσει. Αν όμως αστοχούσε, τότε συνεχιζόταν το παιγνίδι με τους ίδιους κάτω από το σκέπασμα και τους απέξω ν’ αλλάζει χέρια η πετσέτα και να βαρά πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ή μερικές φορές ο ίδιος για να τους μπερδεύουν.

Οι επιδοκιμασίες, όταν εύρισκαν το δράστη του χτυπήματος, οι αποδοκιμασίες όταν αποτύγχαναν και συνέχιζαν να τις τρώνε οι ίδιοι, πάντα με πολλά-πολλά γέλια και χαρούμενα ξεφωνητά, δημιουργούσαν μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα.

ΤΟ ΜΠΑΜΠΑΚΙ. Όλα τα μέλη της συντροφιάς κρατούσαν ανοιχτό ένα σεντόνι. Στη μέση του σεντονιού ρίχνανε ένα μικρό κομμάτι βαμβάκι. Αρχίζανε να το φυσούνε, προσπαθώντας καθένας να το απομακρύνει από κοντά του και να το πάει προς τους άλλους. Αν κάποιος δεν προλάβαινε να το φυσήξει και το βαμβάκι τον ακουμπούσε, τότε οι άλλοι, με τις σχετικές φωνές και πειράγματα, του μουτζουρώνανε το πρόσωπο, με μουτζούρα από το τηγάνι.

Τα χρόνια μετά την κατοχή, που θυμούμαστε εμείς, παίζανε τη γνωστή τυφλόμυγα, το ψειροκουκάκι, το δαχτυλιδάκι και το γνωστό στρίψιμο του μπουκαλιού.

Οι πιο νέοι της συντροφιάς άφηναν κάποιες ώρες την παρέα, ντύνονταν μασκαράδες και γύριζαν στο χωριό. Οι λοιποί συνέχιζαν το φαγοπότι και τη διασκέδαση ενώ συγχρόνως υποδέχονταν και τους μασκαράδες από άλλες παρέες.

Οι μασκαράδες. Στολές, προσωπίδες και τα λοιπά σύγχρονα, τότε δεν υπήρχαν ούτε φτιάχνανε. Φορούσαν ό,τι είχαν στο σπίτι τους ή και ζητούσαν από συγγενείς και γείτονες. Ντύνονταν νύφες, παπάδες, έγκυες, γέροι, γριές, βοσκοί κ.λ.π. Μερικές φορές ντύνονταν πολύ όμορφα, με παλιές κρητικές στολές, ανδρικές και γυναικείες. Τις πιο πολλές φορές όμως ντύνονταν με ό,τι παλιά και κουρελιασμένα ρούχα υπήρχαν στο σπίτι (και υπήρχαν τότε άφθονα), χωρίς να παριστάνουν κάτι. Απλώς να μη γνωρίζονται.

Για μάσκα φορούσαν ένα μαύρο γυναικείο μαντήλι (τσεμπέρι) και, για να μη γνωρίζονται από τα χέρια, αντί για γάντια φορούσαν κάλτσες.

Οι παρέες των μασκαρεμένων παιδιών επισκέπτονταν τα σπίτια νωρίς. Των μεγάλων αργά. Ντύνονταν και άνδρες και γυναίκες.

Επισκέπτονταν τα σπίτια που είχαν το θάρρος φιλίας ή συγγένειας.

Αν σε κάποιο σπίτι δεν πήγαιναν μασκαράδες, στενοχωριούνταν οι σπιτικοί.

Δεν «εξεμουρώνονταν» (δεν έβγαζαν το τσεμπέρι-προσωπίδα). Αν προσπαθούσες με τη βία ή με δόλο να τους «ξεμουρώσεις», η βέργα, που πάντα κρατούσαν, έπεφτε αλύπητα στο χέρι ή την πλάτη σου.

Σε κάθε σπίτι που μπαίνανε δε μιλούσαν, κάνανε υποκλίσεις, συνεννοούνταν με παντομίμα ή με παραλλαγμένη φωνή, για να μην τους γνωρίσουν. Με δυσκολία μεγάλη πίνανε και το κρασί που τους κερνούσαν ή τρώγανε το μεζέ, πιταράκι ή κρέας. Πήγαιναν πιο πέρα, γύριζαν την πλάτη, ανασήκωναν το τσεμπέρι-προσωπίδα και έπιναν. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε αθόρυβα (ξυπόλητα βέβαια) και σκύβαμε να δούμε ποιος είναι, τη στιγμή που έπινε, μα η βέργα μας ξανάστελνε στη θέση μας.

Σε κάθε σπίτι, τα παιδιά-μασκαράδες χορεύανε. Όχι όμως τους γνωστούς χορούς, αλλά το μασκαραδίστικο, που δεν ήταν τίποτε άλλο από χοροπηδήματα. Όταν φεύγανε καληνυχτίζανε πάλι με υποκλίσεις. Οι σπιτικοί τους εύχονταν «και του χρόνου, καλή Σαρακοστή, ευχαριστούμε  που ήρθετε στο σπιτικό μας».

Όταν έβγαιναν στο δρόμο, δεν άρχιζαν αμέσως να συζητούν τις εντυπώσεις τους από το σπίτι, γιατί τ’ αυτιά των σπιτικών που τους ξεπροβόδιζαν ήταν στημένα για να τους γνωρίσουν.

Οι σπιτικοί άρχιζαν αμέσως τη συζήτηση για την κάθε παρέα μασκαράδων και με εικασίες και πιθανολογίες προσπαθούσαν από τα σουσούμια, τις κινήσεις, τη σύνθεση της κάθε παρέας, να βρουν ποιοι ήτανε.

Τα τραπέζια δεν τα μαζεύανε. Τα υπολείμματα των φαγητών τα κάνανε «αποδείπνι». Σηκώνονταν δηλαδή ξημερώματα και ξανατρώγανε, αρκεί να μην είχε βγει ο ήλιος της Καθαρής Δευτέρας!

Κώστας Ανδρεδάκης

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: